| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56223 | χαιρετισμός | χαι-ρε-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συγκεκριμένα λόγια ή/και τυπικές κινήσεις του σώματος, όταν ένα πρόσωπο χαιρετά κάποιο άλλο: θερμός/τυπικός/ψυχρός ~. Ανταλλαγή ~ών (βλ. χαιρετούρα). Έσφιξαν τα χέρια σε ένδειξη ~ού (βλ. χειραψία). Ανταπέδωσε τον ~ό (= αντιχαιρέτησε). Βλ. γεια, καλημέρα, καλώς ήρθες, τα σέβη μου, τι κάνεις;, χάρηκα για τη γνωριμία!. ΑΝΤ. απο~.|| (απόδοση τιμών, εκδήλωση σεβασμού σε επίσημο πρόσωπο ή ιερό σύμβολο:) Στρατιωτικός ~. ~ της σημαίας. Βλ. ασπασμός.|| Προσκοπικός ~. 2. φιλικό μήνυμα επίσημου προσώπου, το οποίο εκφωνείται συνήθ. κατά την έναρξη μιας εκδήλωσης: εναρκτήριος ~. Ομιλία-~. ~ (του) Δημάρχου/Πρύτανη. Στον σύντομο ~ό του, τόνισε ότι ... Απηύθυνε ~ό. Διαβάστηκε ο ~ του Προέδρου. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. προσφώνηση ● οι Χαιρετισμοί: ΕΚΚΛΗΣ. ο Ακάθιστος Ύμνος· συνεκδ. καθεμία από τις ακολουθίες που τελούνται τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Σαρακοστής. [< μεσν. Χαιρετισμοί] , χαιρετισμοί (οι): χαιρετίσματα: Τους ~ούς μου στους δικούς σου! Δώσε/μεταβίβασε τους ~ούς μου σε όλους! Έχεις (πολλούς) ~ούς από ... Σου στέλνω τους ~ούς μου! Πβ. προσρήσεις.|| (στο τέλος επιστολής:) Με αγωνιστικούς/αδελφικούς/εγκάρδιους/συντροφικούς/φιλικούς (βλ. φιλικά) ~ούς, ... Βλ. αποφώνηση. ● ΣΥΜΠΛ.: το ύστατο χαίρε βλ. ύστατος [< μτγν. χαιρετισμός, γαλλ. salutation] | |
| 56224 | χαιρετιστήριος | , α, ο χαι-ρε-τι-στή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που έχει τη μορφή χαιρετισμού: ~ος: λόγος (βλ. προσφωνώ). ~α: ομιλία. ~ο: γράμμα. (Απ)έστειλαν ~α τηλεγραφήματα.|| (ως ουσ.) Απηύθυνε ~ο (ενν. μήνυμα) προς ... Βλ. απο~, -τήριος. ΑΝΤ. αποχαιρετιστήριος | |
| 56225 | χαιρετούρα | χαι-ρε-τού-ρα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.-συχνά ειρων.): ανταλλαγή χαιρετισμών με πομπώδη τρόπο: Μετά τις απαραίτητες ~ες, ... Βλ. συχαρίκια, -ούρα2. | |
| 56221 | χαιρετώ | χαι-ρε-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χαιρέτι-σε, χαιρετί-σει, -στηκε, -στεί, χαιρετίζ-οντας} 1. (λόγ.) απευθύνω χαιρετισμό· διατυπώνω γραπτά ή προφορικά τη χαρά μου για κάτι που έχει μόλις ξεκινήσει ή συντελεστεί: Την εκδήλωση/το συνέδριο θα ~σουν με ομιλίες τους ο Πρωθυπουργός και ο Πρόεδρος της Βουλής. Στην εναρκτήρια τελετή, o υφυπουργός ~σε εκ μέρους του Υπουργού.|| Η Επιτροπή με ανακοίνωσή της ~σε την υπογραφή της συμφωνίας. Η πρωτοβουλία ~στηκε θερμά/με ενθουσιασμό/με ικανοποίηση. Πβ. επιδοκιμάζω, επικροτώ. 2. (καταχρ.) χαιρετώ. [< μτγν. χαιρετίζω] | |
| 56226 | χαιρετώ | [χαιρετῶ] χαι-ρε-τώ ρ. (μτβ.) {χαιρετ-άς ..., -ώντας | χαιρέτ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ηθεί} & χαιρετάω 1. απευθύνω χαιρετισμό σε κάποιον που συναντώ, καλωσορίζω ή αποχαιρετώ: Τους ~ησε βιαστικά/εγκάρδια/ευγενικά/θερμά/κάπως ψυχρά/κουνώντας το χέρι/με ένα νεύμα/με χειραψία/φιλικά/χαμογελώντας. Έφυγε χωρίς να ~ήσει. ~ήθηκε με τους φίλους του. ~ήθηκαν με αγκαλιές και φιλιά. Βλ. αντι~.|| (προφ.) ~ σας/την παρέα/τα πλήθη!|| Σε ~ (: αντίο)!|| (ως έκφραση σεβασμού, απόδοσης τιμής σε ανώτερο αξιωματικό, ανώτατο αξιωματούχο ή ιερό σύμβολο:) Έλαβε στάση προσοχής και ~ησε (τον στρατηγό). ~ησε με υπόκλιση/στρατιωτικά. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ~ησε τη σημαία. Βλ. ασπάζομαι. 2. (καταχρ.) χαιρετίζω. ● ΦΡ.: χαιρέτα μου/μας τον πλάτανο βλ. πλάτανος [< μεσν. χαιρετώ] | |
| 56227 | χαΐρι | χα-ΐ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): προκοπή: Με τέτοιο μυαλό, δεν πρόκειται να δεις/κάνεις ποτέ σου ~ (= να προκόψεις). Μην περιμένεις ~ από δαύτον (βλ. αχαΐρευτος).|| (ειρων.) Τα είδαμε/μάθαμε τα ~ια (: την κατάντια) του. ● ΦΡ.: κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι βλ. παιδί [< τουρκ. hayır] | |
| 56228 | χαίρομαι | χαί-ρο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χάρ-ηκα, χαρεί, (λόγ.) χαιρ-όμενος} 1. νιώθω χαρά, αισθάνομαι χαρούμενος: ~ να βλέπω ανθρώπους να προκόβουν (πβ. ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου). Πολύ/πόσο ~ που τα είπαμε. ~ αφάνταστα/ιδιαίτερα με τη σκέψη ότι ... ~ που πήγε καλά η συνάντηση και ~ διπλά που θα επαναληφθεί. ~ για τη συνεργασία μας. ~εται με το παραμικρό/με το τίποτα. Πβ. κατα~, πετώ/πηδώ απ' τη χαρά μου, χαμογελώ. Βλ. αγάλλομαι.|| (ως αποχαιρετισμός σε κάποιον που συναντήσαμε για πρώτη φορά:) ~ηκα (για τη γνωριμία· βλ. χαίρω)! Θα χαρώ να ξαναϊδωθούμε.|| ~εται με τη δυστυχία των άλλων (βλ. χαιρέκακος). ΑΝΤ. θλίβομαι, λυπάμαι (1), στενοχωριέμαι 2. βιώνω ή αντιμετωπίζω κάτι με χαρούμενη διάθεση· απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι: ~ την ελευθερία μου/τον ήλιο/τη θάλασσα/την κάθε στιγμή/τις ομορφιές του τοπίου. Το ~ήκαμε το χθεσινό πάρτι (πβ. γλεντώ). Δεν πρόλαβε να χαρεί τα παιδιά του (: συνήθ. λόγω θανάτου).|| Σε βλέπω και σε ~ (: θαυμάζω).|| (ευχετ.) Να ~εσαι τον άνδρα σου (: που γιορτάζει)/τη γιορτή σου! Να σε ~όμαστε/~ονται οι δικοί σου!|| (ειρων.) Να τον ~εσαι τέτοιον τεμπέλη! Να χαρώ εγώ οργάνωση! ● ΦΡ.: να χαρείς/να σε χαρώ (προφ.): σε παρακαλώ πολύ: Μίλα μου, ~ ~!|| Να χαρείς ό,τι αγαπάς/τα μάτια σου (τα δυο)/τα νιάτα σου (και την ομορφιά σου), κάνε λίγη ησυχία!, ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται βλ. κλέφτης, ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται βλ. αναμπουμπούλα [< μτγν. χαίρομαι] | |
| 56229 | χαίρω | χαί-ρω ρ. (αμτβ.) {παρατ. έχαιρε} (λόγ.) 1. (ως χαιρετισμός) χαίρομαι: (σε κάποιον που συναντάμε για πρώτη φορά:) ~ πολύ (για τη γνωριμία)! ~ετε, τι κάνετε/πώς είστε;|| (ειρων.) ~ πολύ, κάτι μας είπες τώρα! Βλ. επι~, συγ~. 2. (+ γεν.) γίνομαι αποδέκτης θετικής αντιμετώπισης, απολαμβάνω: ~ει άκρας υγείας/ασυλίας/γενικής αποδοχής/δημοφιλίας. Δεν ~ει ειδικής μεταχείρισης/κάποιας ιδιαίτερης εύνοιας/προνομίων. Το νέο προϊόν ~ει μεγάλης ανταπόκρισης/απήχησης στο καταναλωτικό κοινό. Έχαιρε της απολύτου εμπιστοσύνης του προέδρου. ΣΥΝ. απολαύω ● ΦΡ.: χαίρετε και αγαλλιάσθε {στο β' εν. χαίρε και αγάλλου} (ΚΔ, λόγ.): να νιώθετε χαρά και αγαλλίαση., χαίρει (της) εκτίμησης/εκτιμήσεως βλ. εκτίμηση [< αρχ. χαίρω] | |
| 56232 | χαίτη | χαί-τη ουσ. (θηλ.): σύνολο από μακριές τρίχες στον αυχένα ορισμένων θηλαστικών: η ~ του αλόγου/λιονταριού.|| (κατ' επέκτ., για μακριά και ίσια συνήθ. γυναικεία μαλλιά:) Μαύρη/ξανθιά/πλούσια/πυκνή/ωραία ~. [< αρχ. χαίτη] | |
| 56234 | ΧΑΚ | (το): Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. | |
| 56235 | χακάρισμα | χα-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): ΠΛΗΡΟΦ. χάκινγκ. | |
| 56236 | χακάρω | χα-κά-ρω ρ. (μτβ.) {χάκαρ-ε & χακάρι-σε, χακάρ-οντας} & (σπανιότ.) χακεύω (αργκό): ΠΛΗΡΟΦ. κάνω χάκινγκ: ~σαν το σάιτ. [< αγγλ. hack, 1984] | |
| 56237 | χάκερ | χά-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & (αργκό) χακεράς, χακερόνι (το): ΠΛΗΡΟΦ. πρόσωπο που κάνει χάκινγκ: επίθεση/χτύπημα (από) ~. ~ς απέκτησαν πρόσβαση στα δεδομένα/εισέβαλαν στην ιστοσελίδα/έσπασαν τον κωδικό ασφαλείας. Πβ. κράκερ. Βλ. ηλεκτρονικό έγκλημα, κακόβουλος, σπάμερ, τείχος προστασίας, υπολογιστές/δίκτυα ζόμπι, χακτιβιστής. ΣΥΝ. κυβερνοπειρατής [< αμερικ. hacker, 1983, γαλλ. hacke(u)r, 1984] | |
| 56238 | χακεριά | χα-κε-ριά ουσ. (θηλ.) & χακιά (αργκό): ΠΛΗΡΟΦ. χάκινγκ. | |
| 56239 | χακεύω | βλ. χακάρω | |
| 56240 | χακί | χα-κί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βαμβακερό ή μάλλινο ύφασμα, χρώματος ανάμεσα στο θαμπό πράσινο και το κίτρινο-καφέ, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για την κατασκευή στρατιωτικών στολών· συνεκδ. το αντίστοιχο χρώμα: (κ. ως επίθ.) ~ παντελόνι/σακίδιο. Πβ. λαδί, σταχτοπράσινος. ● ΦΡ.: ντύνομαι στα/στο χακί & βάζω/φορώ τα/το χακί (προφ.): πάω φαντάρος. Βλ. φανταρίστικα. [< γαλλ. kaki, 1898] | |
| 56241 | χάκινγκ | χά-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} < αγγλ. hacking, 1976: ΠΛΗΡΟΦ. παράνομη πρόσβαση σε υπολογιστικό σύστημα ή δικτυακό τόπο από άτομο με βαθιά γνώση της πληροφορικής και με σκοπό το προσωπικό όφελος ή την πρόκληση καταστροφής σε αρχεία ή προγράμματα: ~ στο δίκτυο/στην (ιστο)σελίδα/στον σέρβερ. Πβ. εισβολή. Βλ. κρυπτανάλυση, κρυπτογραφία, κυβερνο-επίθεση, -πόλεμος, σπάσιμο, χακτιβισμός. ΣΥΝ. δικτυοπειρατεία, χακάρισμα, χακεριά [< αμερικ. hacking, 1984] | |
| 56242 | χακτιβισμός | χα-κτι-βι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. η πρακτική του χακτιβιστή. Βλ. χάκινγκ. [< αμερικ. hacktivism,1998, γαλλ. hacktivisme, 1999] | |
| 56243 | χακτιβιστής | χα-κτι-βι-στής ουσ. (αρσ.): άτομο που επιχειρεί να αποκτήσει μη εγκεκριμένη πρόσβαση σε αρχεία υπολογιστών ή δίκτυα με σκοπό να διαδώσει ένα κοινωνικό ή πολιτικό μήνυμα. Βλ. κράκερ, χάκερ. [< αμερικ. hacktivist, 1995, γαλλ. hacktiviste] | |
| 56244 | χαλάζι | χα-λά-ζι ουσ. (ουδ.) {χαλαζ-ιού} 1. ΜΕΤΕΩΡ. μορφή υετού που αποτελείται από κομμάτια πάγου σφαιρικού ή ακανόνιστου σχήματος, τα οποία πέφτουν από τα σύννεφα (σωρειτομελανίες) στο έδαφος: ~ σε μέγεθος καρυδιού/φουντουκιού. Πτώση ~ιού (= χαλαζόπτωση). Ζημιές/καταστροφές (που προκλήθηκαν) από το ~. Το ~ κατέστρεψε τις καλλιέργειες. Έπεσε δυνατό/χοντρό ~. Περιοχές που επλήγησαν από το ~ (= χαλαζόπληκτες). Βλ. ανεμοθύελλα, αντιχαλαζικός, καιρικά φαινόμενα, καταιγίδα, κατακρημνίσματα, μελανοστρώματα, παγοκρύσταλλοι. 2. (ως επίρρ., μτφ.) ορμητικά και αδιάκοπα: Τα βόλια/οι βόμβες έπεφταν ~. Πβ. βροχή. ● ΦΡ.: στην αναβροχιά καλό (είν') και το χαλάζι βλ. αναβροχιά [< μεσν. χαλάζιν < αρχ. χάλαζα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ