| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56228 | χαίρομαι | χαί-ρο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χάρ-ηκα, χαρεί, (λόγ.) χαιρ-όμενος} 1. νιώθω χαρά, αισθάνομαι χαρούμενος: ~ να βλέπω ανθρώπους να προκόβουν (πβ. ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου). Πολύ/πόσο ~ που τα είπαμε. ~ αφάνταστα/ιδιαίτερα με τη σκέψη ότι ... ~ που πήγε καλά η συνάντηση και ~ διπλά που θα επαναληφθεί. ~ για τη συνεργασία μας. ~εται με το παραμικρό/με το τίποτα. Πβ. κατα~, πετώ/πηδώ απ' τη χαρά μου, χαμογελώ. Βλ. αγάλλομαι.|| (ως αποχαιρετισμός σε κάποιον που συναντήσαμε για πρώτη φορά:) ~ηκα (για τη γνωριμία· βλ. χαίρω)! Θα χαρώ να ξαναϊδωθούμε.|| ~εται με τη δυστυχία των άλλων (βλ. χαιρέκακος). ΑΝΤ. θλίβομαι, λυπάμαι (1), στενοχωριέμαι 2. βιώνω ή αντιμετωπίζω κάτι με χαρούμενη διάθεση· απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι: ~ την ελευθερία μου/τον ήλιο/τη θάλασσα/την κάθε στιγμή/τις ομορφιές του τοπίου. Το ~ήκαμε το χθεσινό πάρτι (πβ. γλεντώ). Δεν πρόλαβε να χαρεί τα παιδιά του (: συνήθ. λόγω θανάτου).|| Σε βλέπω και σε ~ (: θαυμάζω).|| (ευχετ.) Να ~εσαι τον άνδρα σου (: που γιορτάζει)/τη γιορτή σου! Να σε ~όμαστε/~ονται οι δικοί σου!|| (ειρων.) Να τον ~εσαι τέτοιον τεμπέλη! Να χαρώ εγώ οργάνωση! ● ΦΡ.: να χαρείς/να σε χαρώ (προφ.): σε παρακαλώ πολύ: Μίλα μου, ~ ~!|| Να χαρείς ό,τι αγαπάς/τα μάτια σου (τα δυο)/τα νιάτα σου (και την ομορφιά σου), κάνε λίγη ησυχία!, ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται βλ. κλέφτης, ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται βλ. αναμπουμπούλα [< μτγν. χαίρομαι] | |
| 56229 | χαίρω | χαί-ρω ρ. (αμτβ.) {παρατ. έχαιρε} (λόγ.) 1. (ως χαιρετισμός) χαίρομαι: (σε κάποιον που συναντάμε για πρώτη φορά:) ~ πολύ (για τη γνωριμία)! ~ετε, τι κάνετε/πώς είστε;|| (ειρων.) ~ πολύ, κάτι μας είπες τώρα! Βλ. επι~, συγ~. 2. (+ γεν.) γίνομαι αποδέκτης θετικής αντιμετώπισης, απολαμβάνω: ~ει άκρας υγείας/ασυλίας/γενικής αποδοχής/δημοφιλίας. Δεν ~ει ειδικής μεταχείρισης/κάποιας ιδιαίτερης εύνοιας/προνομίων. Το νέο προϊόν ~ει μεγάλης ανταπόκρισης/απήχησης στο καταναλωτικό κοινό. Έχαιρε της απολύτου εμπιστοσύνης του προέδρου. ΣΥΝ. απολαύω ● ΦΡ.: χαίρετε και αγαλλιάσθε {στο β' εν. χαίρε και αγάλλου} (ΚΔ, λόγ.): να νιώθετε χαρά και αγαλλίαση., χαίρει (της) εκτίμησης/εκτιμήσεως βλ. εκτίμηση [< αρχ. χαίρω] | |
| 56232 | χαίτη | χαί-τη ουσ. (θηλ.): σύνολο από μακριές τρίχες στον αυχένα ορισμένων θηλαστικών: η ~ του αλόγου/λιονταριού.|| (κατ' επέκτ., για μακριά και ίσια συνήθ. γυναικεία μαλλιά:) Μαύρη/ξανθιά/πλούσια/πυκνή/ωραία ~. [< αρχ. χαίτη] | |
| 56234 | ΧΑΚ | (το): Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. | |
| 56235 | χακάρισμα | χα-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): ΠΛΗΡΟΦ. χάκινγκ. | |
| 56236 | χακάρω | χα-κά-ρω ρ. (μτβ.) {χάκαρ-ε & χακάρι-σε, χακάρ-οντας} & (σπανιότ.) χακεύω (αργκό): ΠΛΗΡΟΦ. κάνω χάκινγκ: ~σαν το σάιτ. [< αγγλ. hack, 1984] | |
| 56237 | χάκερ | χά-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & (αργκό) χακεράς, χακερόνι (το): ΠΛΗΡΟΦ. πρόσωπο που κάνει χάκινγκ: επίθεση/χτύπημα (από) ~. ~ς απέκτησαν πρόσβαση στα δεδομένα/εισέβαλαν στην ιστοσελίδα/έσπασαν τον κωδικό ασφαλείας. Πβ. κράκερ. Βλ. ηλεκτρονικό έγκλημα, κακόβουλος, σπάμερ, τείχος προστασίας, υπολογιστές/δίκτυα ζόμπι, χακτιβιστής. ΣΥΝ. κυβερνοπειρατής [< αμερικ. hacker, 1983, γαλλ. hacke(u)r, 1984] | |
| 56238 | χακεριά | χα-κε-ριά ουσ. (θηλ.) & χακιά (αργκό): ΠΛΗΡΟΦ. χάκινγκ. | |
| 56239 | χακεύω | βλ. χακάρω | |
| 56240 | χακί | χα-κί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βαμβακερό ή μάλλινο ύφασμα, χρώματος ανάμεσα στο θαμπό πράσινο και το κίτρινο-καφέ, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για την κατασκευή στρατιωτικών στολών· συνεκδ. το αντίστοιχο χρώμα: (κ. ως επίθ.) ~ παντελόνι/σακίδιο. Πβ. λαδί, σταχτοπράσινος. ● ΦΡ.: ντύνομαι στα/στο χακί & βάζω/φορώ τα/το χακί (προφ.): πάω φαντάρος. Βλ. φανταρίστικα. [< γαλλ. kaki, 1898] | |
| 56241 | χάκινγκ | χά-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} < αγγλ. hacking, 1976: ΠΛΗΡΟΦ. παράνομη πρόσβαση σε υπολογιστικό σύστημα ή δικτυακό τόπο από άτομο με βαθιά γνώση της πληροφορικής και με σκοπό το προσωπικό όφελος ή την πρόκληση καταστροφής σε αρχεία ή προγράμματα: ~ στο δίκτυο/στην (ιστο)σελίδα/στον σέρβερ. Πβ. εισβολή. Βλ. κρυπτανάλυση, κρυπτογραφία, κυβερνο-επίθεση, -πόλεμος, σπάσιμο, χακτιβισμός. ΣΥΝ. δικτυοπειρατεία, χακάρισμα, χακεριά [< αμερικ. hacking, 1984] | |
| 56242 | χακτιβισμός | χα-κτι-βι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. η πρακτική του χακτιβιστή. Βλ. χάκινγκ. [< αμερικ. hacktivism,1998, γαλλ. hacktivisme, 1999] | |
| 56243 | χακτιβιστής | χα-κτι-βι-στής ουσ. (αρσ.): άτομο που επιχειρεί να αποκτήσει μη εγκεκριμένη πρόσβαση σε αρχεία υπολογιστών ή δίκτυα με σκοπό να διαδώσει ένα κοινωνικό ή πολιτικό μήνυμα. Βλ. κράκερ, χάκερ. [< αμερικ. hacktivist, 1995, γαλλ. hacktiviste] | |
| 56244 | χαλάζι | χα-λά-ζι ουσ. (ουδ.) {χαλαζ-ιού} 1. ΜΕΤΕΩΡ. μορφή υετού που αποτελείται από κομμάτια πάγου σφαιρικού ή ακανόνιστου σχήματος, τα οποία πέφτουν από τα σύννεφα (σωρειτομελανίες) στο έδαφος: ~ σε μέγεθος καρυδιού/φουντουκιού. Πτώση ~ιού (= χαλαζόπτωση). Ζημιές/καταστροφές (που προκλήθηκαν) από το ~. Το ~ κατέστρεψε τις καλλιέργειες. Έπεσε δυνατό/χοντρό ~. Περιοχές που επλήγησαν από το ~ (= χαλαζόπληκτες). Βλ. ανεμοθύελλα, αντιχαλαζικός, καιρικά φαινόμενα, καταιγίδα, κατακρημνίσματα, μελανοστρώματα, παγοκρύσταλλοι. 2. (ως επίρρ., μτφ.) ορμητικά και αδιάκοπα: Τα βόλια/οι βόμβες έπεφταν ~. Πβ. βροχή. ● ΦΡ.: στην αναβροχιά καλό (είν') και το χαλάζι βλ. αναβροχιά [< μεσν. χαλάζιν < αρχ. χάλαζα] | |
| 56245 | χαλαζιακός | , ή, ό χα-λα-ζι-α-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που περιέχει χαλαζία: ~ή: άμμος (: πρώτη ύλη για την παρασκευή γυαλιού). ~ό: χαλίκι. ~ά: πετρώματα. | |
| 56246 | χαλαζίας | χα-λα-ζί-ας ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό διοξείδιο του πυριτίου (σύμβ. SiO2): άχρωμος (= ορεία κρύσταλλος)/γαλακτώδης ή λευκός/ιώδης (= αμέθυστος)/κίτρινος (= κιτρίνης)/κυανός/πράσινος/ροδόχρωμος ή ροζ/σιδηρούχος ~ (βλ. αχάτης, ίασπις, μάτι της τίγρης, χαλκηδόνιος). Σκόνη ~α (βλ. φαγεντιανή). Κομπολόι/χάντρες από ~α. Πετρώματα πλούσια σε ~α (= χαλαζιακά· βλ. γραν-, δακ-, πηλ-ίτης).|| Ρολόγια ~α (: λειτουργούν με κρύσταλλο ~α). ΣΥΝ. κουάρτζ || Σόμπα ~α. [< μεσν. χαλαζίας < αρχ. χάλαζα] | |
| 56247 | χαλάζιο | χα-λά-ζι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του βλεφάρου, με τη μορφή μικρής κύστης, συχνή σε ασθενείς με χρόνια βλεφαρίτιδα. Βλ. κριθή. [< μτγν. χαλάζιον, γαλλ.-αγγλ. chalazion] | |
| 56248 | χαλαζόπληκτος | , η, ο χα-λα-ζό-πλη-κτος επίθ.: που έχει υποστεί ζημιές από χαλάζι: ~ες: περιοχές.|| (ως ουσ.) Αποζημιώσεις στους ~ους (ενν. αγρότες). Βλ. -πληκτος. | |
| 56249 | χαλαζόπτωση | χα-λα-ζό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): πτώση χαλαζιού: ισχυρή/καταστροφική/σφοδρή ~. Η ~ έπληξε τις καλλιέργειες. Σημειώθηκε (καταιγίδα με) ~. Βλ. -πτωση. [< γαλλ. chute grêle] | |
| 56250 | χαλάκι | χα-λά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.): μικρό χαλί: ψάθινο ~ (πβ. ψάθα). Το ~ της εξώπορτας. Σκούπισε τα πόδια του στο ~ (πριν μπει στο σπίτι).|| (Απορροφητικό/πλαστικό) ~ μπάνιου. Αντιολισθητικό ~ για την μπανιέρα. Πβ. ταπέτο.|| (στο αυτοκίνητο:) Το ~ (= πατάκι) του οδηγού.|| ~ια κρεβατοκάμαρας.|| (για μωρά:) ~ια δραστηριοτήτων.|| ~ια αθλητισμού. Πβ. στρώμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ