Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56720-56740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56251χαλάλιχα-λά-λι επίρρ. (λαϊκό): για να δηλωθεί συγκατάθεση ή συγκατάβαση για κάτι δυσάρεστο ή αρνητικό, συνήθ. λόγω της ωφέλειας που προκύπτει από αυτό· ας είναι: Δε βαριέσαι/δεν πειράζει· ~ η αναμονή/ο κόπος/η κούραση/τα χρήματα (που ξόδεψα)! ~ σου· το αξίζεις! Βλ. ας πάει και το παλιάμπελο. ΑΝΤ. χαράμι [< τουρκ. (διαλεκτ.) halal]
56252χαλαλίζωχα-λα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {χαλάλι-σα, χαλαλί-σει, (σπάν.) -στηκε, -στεί, χαλαλίζ-οντας} (λαϊκό): διαθέτω με ευχαρίστηση κάτι σημαντικό ή πολύτιμο, το προσφέρω σε κάποιον ή κάτι που πιστεύω ότι το αξίζει: Δεν ~ για κανέναν/με τίποτα την ησυχία/τον ύπνο/τον χρόνο μου (πβ. χαραμίζω). ~σα (= ξόδεψα) όλο μου το πρωινό χωρίς αποτέλεσμα.
56253χαλάουαχα-λά-ου-α ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: μείγμα ζάχαρης, νερού και χυμού λεμονιού, που χρησιμοποιείται για αποτρίχωση· κυρ. κατ' επέκτ. η αντίστοιχη μέθοδος αποτρίχωσης: Κάνω ~ (στα πόδια). Βλ. κερί, κεριέρα. [< αραβ. halawa 'ζάχαρη']
56254χαλαρός, ή, ό χα-λα-ρός επίθ. 1. που δεν είναι τεντωμένος ή σφιγμένος: ~ός: κόμπος. ~ό: λουρί. Άσε ~ό το σχοινί! Πβ. λάσκος, μπόσικος.|| ~ά: ρούχα (: που δεν σφίγγουν το σώμα). Μαλλιά πιασμένα σε ~ό κότσο/σινιόν.|| (ΓΕΩΛ.) ~ό: έδαφος/υλικό (π.χ. χώμα). ~ά: ιζήματα/πετρώματα. ΑΝΤ. στερεός, συμπαγής.|| ~ή: κοιλιά (βλ. σκεμπές). ~ό: δέρμα/στήθος (: κρεμασμένο, πεσμένο)/σώμα (: πλαδαρό). Πβ. νερουλός. ΑΝΤ. σφριγηλός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ συνδετικός ιστός. ΑΝΤ. σφιχτός (1) 2. που έχει αποβάλει το άγχος και τη νευρικότητα· κατ' επέκτ. που γίνεται χωρίς στρες ή χαρακτηρίζεται από ξενοιασιά: ήρεμος και ~. Πολύ ~ο σε βρίσκω τελευταία (= έχεις χαλαρώσει).|| ~ός: διάλογος/τρόπος ζωής (πβ. ανέμελος). ~ή: μέρα/προετοιμασία (για τον αγώνα). ~ό: κλίμα/περιβάλλον/στιλ/ύφος. ~ές: καταστάσεις. Διάβασμα/προπόνηση σε ~ούς ρυθμούς (βλ. στο ρελαντί). Συζήτηση σε ~ούς τόνους. Πβ. ήπιος. || ~ό: περπάτημα/τρέξιμο (βλ. τζόκινγκ). Άσε το κορμί σου ~ό/τους ώμους σου ~ούς!|| ~ή: νίκη (= άνετη, εύκολη). 3. (μτφ.) που δεν χαρακτηρίζεται από ένταση και κατ' επέκτ. αυστηρότητα: ~ή: άμυνα/δομή/σύνδεση/συνοχή. ~ή (= υποτονική) η κίνηση στην αγορά. Πβ. άνευρος, άτονος, χλιαρός.|| ~ή: αστυνόμευση/δημοσιονομική πολιτική/επιτήρηση (στις εξετάσεις)/ηθική (βλ. ελευθέρων ηθών). ~οί: κανόνες. Πβ. ελαστικός, επιεικής. ● επίρρ.: χαλαρά ● ΣΥΜΠΛ.: χαλαρή σύνθεση: ΓΡΑΜΜ. κατά την οποία δεν παρατηρείται αλλοίωση στη μορφή και τη σημασία των συνθετικών ή αλλαγή στη θέση του τόνου: π.χ. παλιοκατάσταση., χαλαρή ψήφος βλ. ψήφος ● ΦΡ.: στο χαλαρό (προφ.): με χαλαρή διάθεση, χαλαρά: Πάμε για καμιά μπιρίτσα ~ ~; Μιλούσαν στο πολύ ~. [< αρχ. χαλαρός ‘λυμένος, άτονος, άρρυθμος’, γαλλ. relâché]
56255χαλαρότηταχα-λα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χαλαρού: ~ του δέρματος. Πβ. πλαδαρότητα. ΑΝΤ. σφριγηλότητα.|| (μτφ.) Κατάσταση πλήρους ~ας και ηρεμίας. Επικρατεί/υπάρχει γενική ~. Πβ. υποτονικότητα.|| Δημοσιονομική ~. ~ των ηθών (= ηθική ~)/κανονισμών/σχέσεων. Παρατηρείται ~ στον τρόπο οργάνωσης (ΑΝΤ. αυστηρότητα). Πβ. ελαστικ-, χλιαρ-ότητα, επιείκεια. Βλ. -ότητα. [< αρχ. χαλαρότης ‘λύσιμο των ηνίων’, γαλλ. relâchement]
56256χαλάρωμαχα-λά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαλαρώνω: πρωινό ~. Ευκαιρία/μέρα για ~.|| ~ της αλυσίδας. Η βίδα θέλει ~ (= λασκάρισμα). ΑΝΤ. σφίξιμο, τέντωμα.|| Ασκήσεις ~ώματος (των μυών). Οι αθλητές έκαναν ζέσταμα και (ελαφρύ) ~. Πβ. αποθεραπεία.|| (μτφ.) ~ των μέτρων. Πβ. χαλάρωση.
56257χαλαρώνωχα-λα-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χαλάρω-σα, χαλαρώ-σει, χαλαρών-οντας, χαλαρω-μένος} 1. αποβάλλω την ένταση, το άγχος, τη νευρικότητα, ηρεμώ: ~, ακούγοντας μουσική/μπροστά στο τζάκι (πβ. αναπαύομαι, αράζω, ξεκουράζομαι). ~ (μετά) από μια δύσκολη μέρα. Πάρε βαθιές ανάσες/προσπάθησε να ~σεις! (προφ.) Χαλάρωσε (πβ. κουλάρω)! Νιώθω πλήρως ~μένος. Πβ. αφήνομαι, αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο, εκτονώνομαι, ησυχάζω, ξελασκ-, ριλαξ-άρω. ΑΝΤ. αγχώνομαι, στρεσάρομαι.|| Ασκήσεις που ~ουν το μυαλό/τα νεύρα (: κατευνάζουν)/το σώμα. ΑΝΤ. τσιτώνω. 2. κάνω κάτι χαλαρό: ~ τη βίδα/ζώνη. ~μένα: ελατήρια (κρεβατιού). Πβ. αμολώ, αφήνω λάσκα, λασκάρω. ΑΝΤ. σφίγγω (2), τεντώνω (1) 3. (μτφ.) χάνω την ενεργητικότητά μου, γίνομαι νωθρός: Οι παίκτες ~σαν (αρκετά) στο β' ημίχρονο. Έχεις ~σει τελευταία. Πολύ ~μένο σε βλέπω. Πβ. τεμπελιάζω.χαλαρώνει 1. χάνει τη σφριγηλότητά του: Το δέρμα της έχει ~σει (πβ. κρεμάει). ~μένη: κοιλιά (: ξεχειλωμένη). ~μένο: στήθος. Πβ. πλαδαρεύω, σακουλιάζω.|| Έχει αρχίσει να ~. Πβ. λαπαδιάζω. 2. (μτφ.) μειώνεται σταδιακά η έντασή του ή/και η αυστηρότητα που το χαρακτηρίζει: Έχουν ~σει οι δεσμοί/κανόνες/περιορισμοί/προσπάθειες (= ατονήσει). ~μένοι: ρυθμοί. ~μένες: σχέσεις. 3. γίνεται λιγότερο σφιχτό: Έχουν ~σει οι βίδες/συνδέσεις. ● ΦΡ.: χαλαρώνω τα λουριά βλ. λουρί [< 1: αγγλ. relax, 1935, 2: μτγν. χαλαρῶ 3: γαλλ. relâcher]
56258χαλάρωσηχα-λά-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. σταδιακή μείωση των καρδιακών παλμών και της μυϊκής τάσης, με σκοπό την αποβολή του άγχους ή/και της νευρικότητας: ~ των νεύρων/του νου. ~ μετά από μια κουραστική εβδομάδα. Αίσθηση/ασκήσεις/ατμόσφαιρα/θεραπείες/μασάζ/μέθοδοι/πρόγραμμα/στιγμές/τεχνικές (βλ. αυτοΰπνωση, μασάζ, ρεφλεξολογία, υπερβατικός διαλογισμός) ~ης. Κέντρο ευεξίας και ~ης (βλ. σπα). Σε κατάσταση πλήρους ~ης. Περιβάλλον ιδανικό για ~. Πβ. ανάπαυση, αποφόρτιση, ξεκούραση, ριλάξ, χαλάρωμα. 2. διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται χαλαρό: ~ του κόμπου (ΑΝΤ. σφίξιμο)/σχοινιού (ΑΝΤ. τέντωμα). Πβ. λασκάρισμα, λύσιμο.|| (ΙΑΤΡ., απώλεια του μυϊκού τόνου, της συνεκτικότητας των μυϊκών ινών:) ~ των βλεφάρων (βλ. βλεφαροπλαστική)/της επιδερμίδας (= επιδερμική ~, βλ. κυτταρίτιδα, λίφτινγκ, σακούλες, σύσφιξη)/της κοιλιάς (βλ. κοιλιοπλαστική, κρεμάμενη κοιλία)/του κόλπου (βλ. πρόπτωση)/του στήθους. Βλ. χάλαση. 3. (μτφ.) σταδιακή απώλεια της έντασης ή κατ΄επέκτ. της αυστηρότητας: ~ των δεσμών/του ενδιαφέροντος/των επαφών/των προσπαθειών. Μέτρα ~ης. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για ~/~ης (= εφησυχασμού).|| Παρατηρείται ~ των ηθών (= έκλυση)/της πειθαρχίας. Εκτεταμένη ~ της νομισματικής πολιτικής. Φαινόμενα ~ης. Πβ. ελαστικοποίηση. 4. ΦΥΣ. σταδιακή επαναφορά ενός συστήματος σε κατάσταση ισορροπίας: θερμική ~. [< 1,4: γαλλ. relaxation 2,3: γαλλ. relâchement]
56259χαλαρωτικός, ή, ό χα-λα-ρω-τι-κός επίθ.: που βοηθά κάποιον να χαλαρώσει, να ηρεμήσει: ~ός: περίπατος. ~ή: ατμόσφαιρα/δύναμη (της μουσικής)/εκδρομή/εμπειρία/θεραπεία/κρέμα/μουσική (βλ. άμπιεντ, νιου έιτζ). ~ό: αφρόλουτρο/μασάζ/μπάνιο/περιβάλλον (ΑΝΤ. αγχωτικό)/ρόφημα. ~ές: ασκήσεις/διακοπές/ιδιότητες (ενός βοτάνου). ~ά: αιθέρια έλαια/άλατα. Βλ. μυο~. ● επίρρ.: χαλαρωτικά
56260χάλασηχά-λα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χαλάρωση μυός που βρισκόταν σε συστολή: ~ της αριστερής κοιλίας/των λείων μυϊκών ινών (βλ. αχαλασία)/του οισοφαγικού σφιγκτήρα (βλ. γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση). [< αρχ. χάλασις, γαλλ. chalasie, αγγλ. chalasia]
56261χαλασιάχα-λα-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): χαλασμός. Βλ. κοσμο~.
56262χάλασμαχά-λα-σμα ουσ. (ουδ.) {χαλάσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. {συνήθ. στον πληθ.} γκρεμισμένο, κατεδαφισμένο οικοδόμημα· ερείπιο: ~ατα σπιτιών. Τα ~ατα του ναού. Θαμμένοι κάτω απ' τα ~ατα. Πβ. ρημάδι. 2. (προφ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαλώ: ~ των δοντιών (πβ. φθορά)/της συσκευής (πβ. αχρήστευση)/των τροφών (πβ. αλλοίωση). [< μεσν. χάλασμα]
56263χαλασμόςχα-λα-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.): μεγάλη αναστάτωση, αναταραχή· (λαϊκό-λογοτ.) καταστροφή, συνήθ. εξαιτίας πολέμου: Έγινε ~ από τα χειροκροτήματα/για τα εισιτήρια (πβ. χαμός). Πβ. αλαλούμ, αναμπουμπούλα, βαβούρα.|| Ο παραδοσιακός οικισμός αναγεννήθηκε μετά τον ~ό. Πβ. όλεθρος. ● ΦΡ.: χαλασμός Κυρίου/κόσμου (εμφατ.): κοσμοχαλασιά: (Έξω) γίνεται ~ ~ (: για μεγάλη νεροποντή. [< μτγν. χαλασμός]
56264χαλαστήςχα-λα-στής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): καταστροφέας. Πβ. εξολοθρευτής. Βλ. μαστρο~. [< μεσν. χαλαστής]
56265χαλάστραχα-λά-στρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ζημιά: Του κάνει συνέχεια ~ (: κυρ. με αναφορά στις ερωτικές υποθέσεις ή τα σχέδια κάποιου).|| Έπαθαν μεγάλη ~ (πβ. στραπάτσο, συμφορά). [< μεσν. χαλάστρα]
56266χαλάωβλ. χαλώ
56267χαλβαδιάζωχαλ-βα-διά-ζω ρ. (μτβ.) {σπάν. χαλβάδιασε, χαλβαδιάσει} (αργκό) 1. παρατηρώ, κοιτάζω επίμονα και με ερωτική διάθεση κάποιον. 2. κοιτάζω με θαυμασμό και συνήθ. για αρκετό καιρό κάτι που μου αρέσει πολύ και επιθυμώ να αποκτήσω. Πβ. βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι, γυροφέρνω, ζαχαρώνω, λιγουρεύομαι, λιμπίζομαι, μπανίζω, ορέγομαι.
56268χαλβαδόπιταχαλ-βα-δό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό γλύκισμα λευκού χρώματος, με γέμιση από αμύγδαλα, μέλι, ζάχαρη, γλυκόζη, ασπράδι αβγών και βανίλια ανάμεσα σε δύο λεπτά, στρογγυλά κομμάτια ζύμης: ~ες και λουκούμια Σύρου. Βλ. μαντολάτο, -πιτα.
56269χαλβαδοποιίαχαλ-βα-δο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία παραγωγής χαλβά (από ταχίνι). Βλ. -ποιία.
56270χαλβάςχαλ-βάς ουσ. (αρσ.) {χαλβάδες} 1. ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό γλύκισμα από ταχίνι· έχει συνήθ. λευκό ή υπόλευκο χρώμα, ινώδη υφή και ορθογώνιο μακρόστενο σχήμα: νηστίσιμος (βλ. λαγάνα, ξηροφαγία)/σουσαμένιος ~. ~ με αμύγδαλα/κακάο/μέλι/σοκολάτα. Ο ~ του μπακάλη (βλ. χύμα). 2. ΖΑΧΑΡ. γλυκό από σιμιγδάλι και λάδι (ή βούτυρο): πολίτικος/σπιτικός ~. ~ με κανέλα και ζάχαρη. ~ φούρνου. 3. ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα από νισεστέ, βούτυρο (ή λάδι) και αμύγδαλα· έχει μαλακή υφή, καραμελένιο χρώμα και κρούστα: ~ Φαρσάλων. 4. (μτφ.-προφ.) άβουλος, μαλθακός άνδρας. Πβ. λαπάς, λελές, φλούφλης, φλώρος. [< τουρκ. halva]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.