| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56271 | χαλεπός | , ή, ό χα-λε-πός επίθ. (λόγ.): δύσκολος: ~ές: εποχές/μέρες. Ζούμε σε ~ούς (: δίσεκτους) καιρούς. Πβ. γκρίζος, ζοφερός. [< αρχ. χαλεπός] | |
| 56272 | χαλεπότητα | χα-λε-πό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χαλεπού: η ~ των καιρών. Βλ. -ότητα. [< αρχ. χαλεπότης] | |
| 56273 | χαλές | χα-λές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) πρόστυχος, ύπουλος. 2. (παλαιότ.) τουαλέτα, καμπινές. Βλ. -ές. [< τουρκ. halâ] | |
| 56274 | χαλί | χα-λί ουσ. (ουδ.) {χαλ-ιού | -ιών}: κάλυμμα δαπέδου από φυσικές ή συνθετικές ίνες: λεπτό/παχύ/χοντρό (βλ. φλοκάτη) ~. Μακρόστενο (= διάδρομος)/μικρό (= ταπέτο, χαλάκι) ~. Εκκλησιαστικά/κλασικά/μάλλινα (βλ. καρπέτα)/μεταξωτά (βλ. μπουχάρα)/μηχανοποίητα/μοντέρνα/παιδικά/περσικά/υφαντά (βλ. κιλίμι)/χειροποίητα ~ιά. ~ με σχέδια. Οι διαστάσεις/οι κόμποι/τα κρόσσια/η ούγια/το πέλος του ~ιού. Στρώσιμο των ~ιών (τον χειμώνα). Καιρός να σηκώσουμε τα ~ιά. Έστειλε τα ~ιά στο καθαριστήριο. Πβ. τάπητας. Βλ. κουρελού, μοκέτα, στρωσίδι.|| Τοίχοι καλυμμένοι με ~ιά. Πβ. ταπισερί.|| Το ιπτάμενο/μαγικό ~ (των παραμυθιών).|| (μτφ.) Μουσικό ~ που συνοδεύει την ταινία (βλ. σάουντρακ, υπόκρουση). Μπροστά τους απλωνόταν ένα πολύχρωμο ~ από λουλούδια. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινο χαλί: συνήθ. στην είσοδο κτιρίου, για την υποδοχή επίσημων προσώπων σε εκδήλωση: Ο γνωστός ηθοποιός περπάτησε/πόζαρε στο ~ ~ (: έξω από αίθουσα κινηματογραφικού φεστιβάλ).|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Του έστρωσαν το ~ ~ (: τον υποδέχτηκαν με επισημότητα και τιμές). [< αγγλ. red carpet, 1934] ● ΦΡ.: (κάποιος) γίνεται χαλί να τον πατήσεις (μτφ.-προφ.): κάνει πρόθυμα οτιδήποτε του ζητήσουν: Για τους φίλους του, ~ ~., βάζω/κρύβω/σπρώχνω κάτω απ' το χαλί (μτφ.): αποσιωπώ, αποκρύπτω κάτι άσχημο ή δυσάρεστο ή το διευθετώ βιαστικά και πρόχειρα: Έβαλαν/έκρυψαν/έσπρωξαν το σκάνδαλο ~ ~ (= το κουκούλωσαν)., στρώνει το χαλί (μτφ.): διαμορφώνει εκ των προτέρων τις συνθήκες, προετοιμάζει το έδαφος: Με τη συνέντευξή του έστρωσε ~ για τις εκλογές., τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου (μτφ.): τον υπονομεύει. [< τουρκ. halı] | |
| 56275 | χάλι | χά-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): άσχημη κατάσταση: Είναι σε κακό ~. Δεν μου φταίει το ~ μου, έχω κι εσένα. Έχει το μαύρο του το ~ (ή τα μαύρα του τα ~ια). Οι υπεύθυνοι για το ~ της κοινωνίας (πβ. κατάντια).|| (ως επίθ.) ~ια ρούχα/ταινία (= απαίσια).|| (ως επίρρ.) Το στομάχι μου είναι ~ια. Αισθάνομαι (πολύ) ~ια (: άρρωστος, κουρασμένος). -Πώς περάσατε; -~ια! Βλ. ψιλοχάλια. ● ΦΡ.: δεν κοιτάς/κοίτα τα χάλια σου! βλ. κοιτάζω, ένα μάτσο χάλια βλ. μάτσο1, έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου βλ. έχω [< τουρκ. hal ‘κατάσταση, εμφάνιση’] | |
| 56276 | χάλι γκάλι | χά-λι γκά-λι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γρήγορος νεανικός χορός της δεκαετίας του '60. Βλ. τουίστ. [< αγγλ. hully gully, 1964] | |
| 56277 | χάλιας | χά-λιας ουσ. (αρσ.) (αργκό): άσχημος, ανίκανος, άχρηστος άνδρας. | |
| 56278 | χαλίκι | χα-λί-κι ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. μικρό θραύσμα σκληρού πετρώματος, το οποίο ανήκει στα αδρανή υλικά· (συνήθ. περιληπτ.) σύνολο τέτοιων θραυσμάτων: λεπτό(κοκκο) (βλ. γαρμπίλι)/χοντρό/ψιλό (βλ. σύντριμμα) ~. Λευκά ~ια. Δρόμος στρωμένος με ~ (= χαλικόστρωτος). Πβ. σκύρο, τρόχαλο. Βλ. λατύπη, μπετόν.|| Θαλασσινό/ποταμίσιο ~. Πολύχρωμα ~ια. Παραλία με ~. Βλ. βότσαλο.|| Χαλαζιακό ~ (για ενυδρείο). ● Υποκ.: χαλικάκι (το) [< μεσν. χαλίκι(ν) < αρχ. χάλιξ] | |
| 56279 | χαλικοκυλιστής | χα-λι-κο-κυ-λι-στής ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Arenaria interpres) που αναπαράγεται σε πετρώδεις ακτές και στην τούνδρα και αναζητά την τροφή του, αναποδογυρίζοντας συνήθ. βότσαλα ή τρυπώντας επιφάνειες με το ράμφος του. | |
| 56280 | χαλικοστρώνω | χα-λι-κο-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {χαλικόστρω-σε, χαλικοστρώ-σει, -θηκε, -θεί, συνήθ. στη μτχ. -μένος} (λόγ.): στρώνω με χαλίκια: ~μένος: δρόμος (= χαλικόστρωτος). ~μένη: αυλή. [< γαλλ. caillouter] | |
| 56281 | χαλικόστρωση | χα-λι-κό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαλικοστρώνω: ~ (αγροτικών) οδών. Βλ. -στρωση. ΣΥΝ. χαλίκωση (2) [< γαλλ. cailloutage] | |
| 56282 | χαλικόστρωτος | , η, ο χα-λι-κό-στρω-τος επίθ. (λόγ.): στρωμένος με χαλίκια: ~ος: δρόμος. ~η: αυλή. ~ο: μονοπάτι. Βλ. -στρωτος. [< γαλλ. cailloutée] | |
| 56283 | χαλικώδης | , ης, ες χα-λι-κώ-δης επίθ. {χαλικώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει χαλίκια: ~ης: άμμος/παραλία. ~η: εδάφη. Βλ. πετρώδης, -ώδης. [< μτγν. χαλικώδης 'γεμάτος χαλίκια'] | |
| 56284 | χαλίκωση | χα-λί-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. πάθηση των πνευμόνων που προκαλείται από την εισπνοή αυξημένης ποσότητας σκόνης, η οποία προέρχεται από την επεξεργασία πέτρας. 2. (επίσ.) χαλικόστρωση. [< 1: γαλλ. chalicose, αγγλ. chalicosis] | |
| 56285 | Χαλιμά | Χα-λι-μά κύριο όν. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: παραμύθια της Χαλιμάς (προφ.): ψέματα, ψευτιές: Όλα αυτά είναι ~ ~. Πες μου την αλήθεια και όχι ~ ~. Πβ. και πράσιν(α) άλογα, τρίχες κατσαρές. [< αραβ. όν. (της ηρωίδας της συλλογής παραμυθιών "Χίλιες και Μία Νύχτες")] | |
| 56286 | χαλιναγώγηση | χα-λι-να-γώ-γη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. συγκράτηση, τιθάσευση: ~ της επιθετικότητας/ερωτικής επιθυμίας/οργής. Αδυναμία/ανάγκη/δυσκολία ~ης του θυμού. Πβ. δάμασμα.|| ~ των αγορών. Μέτρα για ~ του δημόσιου χρέους/ελλείμματος/πληθωρισμού. ΑΝΤ. αποχαλίνωση 2. ποδηγέτηση: ~ της κοινής γνώμης. (Ακραία/πλήρης) ~ των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Βλ. χειραφέτηση. | |
| 56287 | χαλιναγωγώ | [χαλιναγωγῶ] χα-λι-να-γω-γώ ρ. (μτβ.) {χαλιναγωγ-είς ..., -ώντας | χαλιναγώγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, σπάν. -ούμενος, -ημένος} (λόγ.) 1. συγκρατώ κάποιο συναίσθημα ή αρνητικό φαινόμενο, ώστε να μην εκδηλωθεί: ~ τα ένστικτά/τον θυμό/τις ορέξεις/τις ορμές μου. Αδυνατεί να ~ήσει (= ελέγξει) τη γλώσσα (= να της βάλει χαλινάρι)/τα πάθη του. Πβ. αυτοσυγκρατούμαι, κατα-πιέζω, -πίνω, -πνίγω, πειθαρχώ.|| Μέτρα για να ~ηθεί ο πληθωρισμός. Πβ. δαμάζω, τιθασεύω. ΑΝΤ. αποχαλινώνω 2. ασκώ έλεγχο σε κάποιον, με σκοπό τη χειραγώγησή του και τον περιορισμό της ελεύθερης δράσης του: Καθεστώς που ~εί την κοινή γνώμη/τον λαό. Βλ. χειραφετώ. 3. (σπάν.) οδηγώ το άλογο (ή άλλο ζώο) με το χαλινάρι. [< μτγν. χαλιναγωγῶ] | |
| 56288 | χαλινάρι | χα-λι-νά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. χαλινός: Τράβηξε το άλογο/γαϊδούρι απ' το ~ (= καπίστρι). Κρατούσε σφιχτά τα ~ια (= γκέμια). Βλ. φάλαρα. 2. (μτφ.) καθετί που ανακόπτει, συγκρατεί, περιορίζει: Δεν μπορεί να βάλει ~ στις (= να χαλιναγωγήσει τις) ορέξεις του. Πρέπει να μπει ~ (= φρένο) στην αισχροκέρδεια. Πβ. χαλκάς.|| (για πρόσ.) Δεν σηκώνει ~ (: θέλει να είναι ελεύθερος, ανεξάρτητος). Επιχείρησε να του τραβήξει το ~ (: να τον κάνει να πειθαρχήσει). ● ΦΡ.: βάζω χαλινάρι στη γλώσσα μου βλ. γλώσσα, κρατά/κατέχει τα σκήπτρα/τα ηνία βλ. σκήπτρο [< μτγν. χαλινάριον] | |
| 56289 | χαλινός | χα-λι-νός ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. το σύνολο των λουριών που δένονται γύρω από το κεφάλι του αλόγου (ή άλλου ιπποειδούς), διασφαλίζοντας ότι η στομίδα θα παραμένει σταθερή, και είναι απαραίτητα για την καθοδήγησή του· (λόγ.) στομίδα. Βλ. ιπποσκευή. 2. ΑΝΑΤ. μεμβρανώδης πτυχή η οποία συγκρατεί τις κινήσεις ενός οργάνου, συνδέοντάς το με κάποιο σημείο του σώματος: ο ~ της γλώσσας/του πέους (= πετσάκι· βλ. βάλανος)/του (άνω/κάτω) χείλους. [< 1: αρχ. χαλινός 2: γαλλ. bride] | |
| 56290 | χαλιφάτο | χα-λι-φά-το ουσ. (ουδ.): ΙΣΤ. επικράτεια που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του χαλίφη· συνεκδ. το αξίωμά του. Βλ. -άτο. [< ιταλ. califfato] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ