| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56265 | χαλάστρα | χα-λά-στρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ζημιά: Του κάνει συνέχεια ~ (: κυρ. με αναφορά στις ερωτικές υποθέσεις ή τα σχέδια κάποιου).|| Έπαθαν μεγάλη ~ (πβ. στραπάτσο, συμφορά). [< μεσν. χαλάστρα] | |
| 56266 | χαλάω | βλ. χαλώ | |
| 56267 | χαλβαδιάζω | χαλ-βα-διά-ζω ρ. (μτβ.) {σπάν. χαλβάδιασε, χαλβαδιάσει} (αργκό) 1. παρατηρώ, κοιτάζω επίμονα και με ερωτική διάθεση κάποιον. 2. κοιτάζω με θαυμασμό και συνήθ. για αρκετό καιρό κάτι που μου αρέσει πολύ και επιθυμώ να αποκτήσω. Πβ. βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι, γυροφέρνω, ζαχαρώνω, λιγουρεύομαι, λιμπίζομαι, μπανίζω, ορέγομαι. | |
| 56268 | χαλβαδόπιτα | χαλ-βα-δό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό γλύκισμα λευκού χρώματος, με γέμιση από αμύγδαλα, μέλι, ζάχαρη, γλυκόζη, ασπράδι αβγών και βανίλια ανάμεσα σε δύο λεπτά, στρογγυλά κομμάτια ζύμης: ~ες και λουκούμια Σύρου. Βλ. μαντολάτο, -πιτα. | |
| 56269 | χαλβαδοποιία | χαλ-βα-δο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία παραγωγής χαλβά (από ταχίνι). Βλ. -ποιία. | |
| 56270 | χαλβάς | χαλ-βάς ουσ. (αρσ.) {χαλβάδες} 1. ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό γλύκισμα από ταχίνι· έχει συνήθ. λευκό ή υπόλευκο χρώμα, ινώδη υφή και ορθογώνιο μακρόστενο σχήμα: νηστίσιμος (βλ. λαγάνα, ξηροφαγία)/σουσαμένιος ~. ~ με αμύγδαλα/κακάο/μέλι/σοκολάτα. Ο ~ του μπακάλη (βλ. χύμα). 2. ΖΑΧΑΡ. γλυκό από σιμιγδάλι και λάδι (ή βούτυρο): πολίτικος/σπιτικός ~. ~ με κανέλα και ζάχαρη. ~ φούρνου. 3. ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα από νισεστέ, βούτυρο (ή λάδι) και αμύγδαλα· έχει μαλακή υφή, καραμελένιο χρώμα και κρούστα: ~ Φαρσάλων. 4. (μτφ.-προφ.) άβουλος, μαλθακός άνδρας. Πβ. λαπάς, λελές, φλούφλης, φλώρος. [< τουρκ. halva] | |
| 56271 | χαλεπός | , ή, ό χα-λε-πός επίθ. (λόγ.): δύσκολος: ~ές: εποχές/μέρες. Ζούμε σε ~ούς (: δίσεκτους) καιρούς. Πβ. γκρίζος, ζοφερός. [< αρχ. χαλεπός] | |
| 56272 | χαλεπότητα | χα-λε-πό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χαλεπού: η ~ των καιρών. Βλ. -ότητα. [< αρχ. χαλεπότης] | |
| 56273 | χαλές | χα-λές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) πρόστυχος, ύπουλος. 2. (παλαιότ.) τουαλέτα, καμπινές. Βλ. -ές. [< τουρκ. halâ] | |
| 56274 | χαλί | χα-λί ουσ. (ουδ.) {χαλ-ιού | -ιών}: κάλυμμα δαπέδου από φυσικές ή συνθετικές ίνες: λεπτό/παχύ/χοντρό (βλ. φλοκάτη) ~. Μακρόστενο (= διάδρομος)/μικρό (= ταπέτο, χαλάκι) ~. Εκκλησιαστικά/κλασικά/μάλλινα (βλ. καρπέτα)/μεταξωτά (βλ. μπουχάρα)/μηχανοποίητα/μοντέρνα/παιδικά/περσικά/υφαντά (βλ. κιλίμι)/χειροποίητα ~ιά. ~ με σχέδια. Οι διαστάσεις/οι κόμποι/τα κρόσσια/η ούγια/το πέλος του ~ιού. Στρώσιμο των ~ιών (τον χειμώνα). Καιρός να σηκώσουμε τα ~ιά. Έστειλε τα ~ιά στο καθαριστήριο. Πβ. τάπητας. Βλ. κουρελού, μοκέτα, στρωσίδι.|| Τοίχοι καλυμμένοι με ~ιά. Πβ. ταπισερί.|| Το ιπτάμενο/μαγικό ~ (των παραμυθιών).|| (μτφ.) Μουσικό ~ που συνοδεύει την ταινία (βλ. σάουντρακ, υπόκρουση). Μπροστά τους απλωνόταν ένα πολύχρωμο ~ από λουλούδια. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινο χαλί: συνήθ. στην είσοδο κτιρίου, για την υποδοχή επίσημων προσώπων σε εκδήλωση: Ο γνωστός ηθοποιός περπάτησε/πόζαρε στο ~ ~ (: έξω από αίθουσα κινηματογραφικού φεστιβάλ).|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Του έστρωσαν το ~ ~ (: τον υποδέχτηκαν με επισημότητα και τιμές). [< αγγλ. red carpet, 1934] ● ΦΡ.: (κάποιος) γίνεται χαλί να τον πατήσεις (μτφ.-προφ.): κάνει πρόθυμα οτιδήποτε του ζητήσουν: Για τους φίλους του, ~ ~., βάζω/κρύβω/σπρώχνω κάτω απ' το χαλί (μτφ.): αποσιωπώ, αποκρύπτω κάτι άσχημο ή δυσάρεστο ή το διευθετώ βιαστικά και πρόχειρα: Έβαλαν/έκρυψαν/έσπρωξαν το σκάνδαλο ~ ~ (= το κουκούλωσαν)., στρώνει το χαλί (μτφ.): διαμορφώνει εκ των προτέρων τις συνθήκες, προετοιμάζει το έδαφος: Με τη συνέντευξή του έστρωσε ~ για τις εκλογές., τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου (μτφ.): τον υπονομεύει. [< τουρκ. halı] | |
| 56275 | χάλι | χά-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): άσχημη κατάσταση: Είναι σε κακό ~. Δεν μου φταίει το ~ μου, έχω κι εσένα. Έχει το μαύρο του το ~ (ή τα μαύρα του τα ~ια). Οι υπεύθυνοι για το ~ της κοινωνίας (πβ. κατάντια).|| (ως επίθ.) ~ια ρούχα/ταινία (= απαίσια).|| (ως επίρρ.) Το στομάχι μου είναι ~ια. Αισθάνομαι (πολύ) ~ια (: άρρωστος, κουρασμένος). -Πώς περάσατε; -~ια! Βλ. ψιλοχάλια. ● ΦΡ.: δεν κοιτάς/κοίτα τα χάλια σου! βλ. κοιτάζω, ένα μάτσο χάλια βλ. μάτσο1, έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου βλ. έχω [< τουρκ. hal ‘κατάσταση, εμφάνιση’] | |
| 56276 | χάλι γκάλι | χά-λι γκά-λι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γρήγορος νεανικός χορός της δεκαετίας του '60. Βλ. τουίστ. [< αγγλ. hully gully, 1964] | |
| 56277 | χάλιας | χά-λιας ουσ. (αρσ.) (αργκό): άσχημος, ανίκανος, άχρηστος άνδρας. | |
| 56278 | χαλίκι | χα-λί-κι ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. μικρό θραύσμα σκληρού πετρώματος, το οποίο ανήκει στα αδρανή υλικά· (συνήθ. περιληπτ.) σύνολο τέτοιων θραυσμάτων: λεπτό(κοκκο) (βλ. γαρμπίλι)/χοντρό/ψιλό (βλ. σύντριμμα) ~. Λευκά ~ια. Δρόμος στρωμένος με ~ (= χαλικόστρωτος). Πβ. σκύρο, τρόχαλο. Βλ. λατύπη, μπετόν.|| Θαλασσινό/ποταμίσιο ~. Πολύχρωμα ~ια. Παραλία με ~. Βλ. βότσαλο.|| Χαλαζιακό ~ (για ενυδρείο). ● Υποκ.: χαλικάκι (το) [< μεσν. χαλίκι(ν) < αρχ. χάλιξ] | |
| 56279 | χαλικοκυλιστής | χα-λι-κο-κυ-λι-στής ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Arenaria interpres) που αναπαράγεται σε πετρώδεις ακτές και στην τούνδρα και αναζητά την τροφή του, αναποδογυρίζοντας συνήθ. βότσαλα ή τρυπώντας επιφάνειες με το ράμφος του. | |
| 56280 | χαλικοστρώνω | χα-λι-κο-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {χαλικόστρω-σε, χαλικοστρώ-σει, -θηκε, -θεί, συνήθ. στη μτχ. -μένος} (λόγ.): στρώνω με χαλίκια: ~μένος: δρόμος (= χαλικόστρωτος). ~μένη: αυλή. [< γαλλ. caillouter] | |
| 56281 | χαλικόστρωση | χα-λι-κό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαλικοστρώνω: ~ (αγροτικών) οδών. Βλ. -στρωση. ΣΥΝ. χαλίκωση (2) [< γαλλ. cailloutage] | |
| 56282 | χαλικόστρωτος | , η, ο χα-λι-κό-στρω-τος επίθ. (λόγ.): στρωμένος με χαλίκια: ~ος: δρόμος. ~η: αυλή. ~ο: μονοπάτι. Βλ. -στρωτος. [< γαλλ. cailloutée] | |
| 56283 | χαλικώδης | , ης, ες χα-λι-κώ-δης επίθ. {χαλικώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει χαλίκια: ~ης: άμμος/παραλία. ~η: εδάφη. Βλ. πετρώδης, -ώδης. [< μτγν. χαλικώδης 'γεμάτος χαλίκια'] | |
| 56284 | χαλίκωση | χα-λί-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. πάθηση των πνευμόνων που προκαλείται από την εισπνοή αυξημένης ποσότητας σκόνης, η οποία προέρχεται από την επεξεργασία πέτρας. 2. (επίσ.) χαλικόστρωση. [< 1: γαλλ. chalicose, αγγλ. chalicosis] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ