Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56760-56780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56285ΧαλιμάΧα-λι-μά κύριο όν. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: παραμύθια της Χαλιμάς (προφ.): ψέματα, ψευτιές: Όλα αυτά είναι ~ ~. Πες μου την αλήθεια και όχι ~ ~. Πβ. και πράσιν(α) άλογα, τρίχες κατσαρές. [< αραβ. όν. (της ηρωίδας της συλλογής παραμυθιών "Χίλιες και Μία Νύχτες")]
56286χαλιναγώγησηχα-λι-να-γώ-γη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. συγκράτηση, τιθάσευση: ~ της επιθετικότητας/ερωτικής επιθυμίας/οργής. Αδυναμία/ανάγκη/δυσκολία ~ης του θυμού. Πβ. δάμασμα.|| ~ των αγορών. Μέτρα για ~ του δημόσιου χρέους/ελλείμματος/πληθωρισμού. ΑΝΤ. αποχαλίνωση 2. ποδηγέτηση: ~ της κοινής γνώμης. (Ακραία/πλήρης) ~ των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Βλ. χειραφέτηση.
56287χαλιναγωγώ[χαλιναγωγῶ] χα-λι-να-γω-γώ ρ. (μτβ.) {χαλιναγωγ-είς ..., -ώντας | χαλιναγώγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, σπάν. -ούμενος, -ημένος} (λόγ.) 1. συγκρατώ κάποιο συναίσθημα ή αρνητικό φαινόμενο, ώστε να μην εκδηλωθεί: ~ τα ένστικτά/τον θυμό/τις ορέξεις/τις ορμές μου. Αδυνατεί να ~ήσει (= ελέγξει) τη γλώσσα (= να της βάλει χαλινάρι)/τα πάθη του. Πβ. αυτοσυγκρατούμαι, κατα-πιέζω, -πίνω, -πνίγω, πειθαρχώ.|| Μέτρα για να ~ηθεί ο πληθωρισμός. Πβ. δαμάζω, τιθασεύω. ΑΝΤ. αποχαλινώνω 2. ασκώ έλεγχο σε κάποιον, με σκοπό τη χειραγώγησή του και τον περιορισμό της ελεύθερης δράσης του: Καθεστώς που ~εί την κοινή γνώμη/τον λαό. Βλ. χειραφετώ. 3. (σπάν.) οδηγώ το άλογο (ή άλλο ζώο) με το χαλινάρι. [< μτγν. χαλιναγωγῶ]
56288χαλινάριχα-λι-νά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. χαλινός: Τράβηξε το άλογο/γαϊδούρι απ' το ~ (= καπίστρι). Κρατούσε σφιχτά τα ~ια (= γκέμια). Βλ. φάλαρα. 2. (μτφ.) καθετί που ανακόπτει, συγκρατεί, περιορίζει: Δεν μπορεί να βάλει ~ στις (= να χαλιναγωγήσει τις) ορέξεις του. Πρέπει να μπει ~ (= φρένο) στην αισχροκέρδεια. Πβ. χαλκάς.|| (για πρόσ.) Δεν σηκώνει ~ (: θέλει να είναι ελεύθερος, ανεξάρτητος). Επιχείρησε να του τραβήξει το ~ (: να τον κάνει να πειθαρχήσει). ● ΦΡ.: βάζω χαλινάρι στη γλώσσα μου βλ. γλώσσα, κρατά/κατέχει τα σκήπτρα/τα ηνία βλ. σκήπτρο [< μτγν. χαλινάριον]
56289χαλινόςχα-λι-νός ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. το σύνολο των λουριών που δένονται γύρω από το κεφάλι του αλόγου (ή άλλου ιπποειδούς), διασφαλίζοντας ότι η στομίδα θα παραμένει σταθερή, και είναι απαραίτητα για την καθοδήγησή του· (λόγ.) στομίδα. Βλ. ιπποσκευή. 2. ΑΝΑΤ. μεμβρανώδης πτυχή η οποία συγκρατεί τις κινήσεις ενός οργάνου, συνδέοντάς το με κάποιο σημείο του σώματος: ο ~ της γλώσσας/του πέους (= πετσάκι· βλ. βάλανος)/του (άνω/κάτω) χείλους. [< 1: αρχ. χαλινός 2: γαλλ. bride]
56290χαλιφάτοχα-λι-φά-το ουσ. (ουδ.): ΙΣΤ. επικράτεια που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του χαλίφη· συνεκδ. το αξίωμά του. Βλ. -άτο. [< ιταλ. califfato]
56291χαλίφηςχα-λί-φης ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. (παλαιότ., στο Ισλάμ) τίτλος θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη. Βλ. σουλτάνος. ● ΦΡ.: χαλίφης στη θέση του χαλίφη/βεζίρης στη θέση του βεζίρη: για κάποιον που εποφθαλμιά τη θέση ή το αξίωμα κάποιου άλλου: Θέλει να γίνει ~ ~. [< μεσν. χαλιφάς < τουρκ. halife]
56292χαλκάςχαλ-κάς ουσ. (αρσ.) {χαλκ-άδες} (λαϊκό) 1. μεταλλικός κρίκος: σιδερένιος ~. ~ στη μύτη/στην πόρτα (πβ. κρικέλι). 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) οτιδήποτε περιορίζει την ελεύθερη δράση και έκφραση: Προσπαθούν να τους περάσουν ~άδες. Πβ. χαλινάρι. ● Υποκ.: χαλκαδάκι (το): [< τουρκ. halka]
56293χαλκείο[χαλκεῖο] χαλ-κεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) χώρος συγκέντρωσης ομάδας προσώπων που παραποιούν την αλήθεια: προπαγανδιστικό ~. 2. χαλκουργείο. [< αρχ. χαλκεῖον 'καμίνι, χάλκινο ή μπρούτζινο δοχείο']
56294χαλκέντερος, η, ο χαλ-κέ-ντε-ρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (κυρ. για πνευματικό άνθρωπο) ακούραστος και πολύ παραγωγικός: ~ος: επιστήμονας/ερευνητής. Πβ. ακάματος, ακατάβλητος, ακαταπόνητος, οτρηρός. [< μτγν. χαλκέντερος]
56295χάλκευμαχάλ-κευ-μα ουσ. (ουδ.) {χαλκεύμ-ατα} (λόγ.): παραποίηση της αλήθειας, μηχανορραφία, σκευωρία: Οι πληροφορίες που διαδίδονται δεν είναι παρά ~ατα (: συκοφαντίες, ψέματα). Βλ. μύθευμα. [< αρχ. χάλκευμα 'κατασκεύασμα από χαλκό']
56296χάλκευσηχάλ-κευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. παραποίηση της αλήθειας, διαστρέβλωση: ~ στοιχείων. Προσπάθεια ~ης των αποτελεσμάτων (πβ. νοθεία)/των θέσεων (κάποιου)/της ιστορίας. Καταγγέλλουν ~ των εγγράφων. 2. (σπάν.-μτφ.) δημιουργία, πλάσιμο: ~ των δεσμών. 3. (σπάν.) επεξεργασία του χαλκού. Πβ. χαλκουργία.
56297χαλκεύωχαλ-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {χάλκευ-σε, χαλκεύ-σει, -θηκε (προφ.) -τηκε, -θεί (προφ.) -τεί, χαλκεύ-οντας, -μένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) παραποιώ την αλήθεια, διαστρεβλώνω: ~σαν τα αποτελέσματα/στοιχεία. ~θηκε η ιστορία. ~μένα: δημοσιεύματα. Πβ. πλαστογραφώ. 2. (μτφ.) δημιουργώ, πλάθω: ~ουν δεσμά υποτέλειας για τον λαό. ~ονται οι συνειδήσεις. 3. (σπάν.) κατασκευάζω αντικείμενα από χαλκό. [< πβ. αρχ. χαλκεύω 'επεξεργάζομαι τον χαλκό', γαλλ. forger]
56298χαλκηδόνιοςχαλ-κη-δό-νι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, ημιδιαφανής ή αδιαφανής ποικιλία του χαλαζία, που αποτελείται από μικροσκοπικούς ινώδεις κρυστάλλους και εμφανίζεται σε διάφορα χρώματα (λευκό, σκούρο γκρι, γκρι-πράσινο, γκρι-γαλάζιο, κιτρινωπό, καστανό, βαθύ κόκκινο, πράσινο). Βλ. αχάτης, ηλιοτρόπιο, ίασπις, μάτι της τίγρης, όνυχας2, σάρδιο. [< γαλλ. calcédoine, αγγλ. chalcedony]
56299Χαλκιδαίος, Χαλκιδαία[Χαλκιδαῖος] Χαλ-κι-δαί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Χαλκίδα.
56300χαλκικός, ή, ό χαλ-κι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει δισθενή χαλκό: ~ό: κυανίδιο/υδροξείδιο. [< μτγν. χαλκικός 'χάλκινος', αγγλ. cupric]
56301χάλκινος, η, ο χάλ-κι-νος επίθ. 1. που έχει κατασκευαστεί από χαλκό ή έχει το χρώμα του: ~η: προτομή. ~α: αγγεία/κοσμήματα/νομίσματα/σκεύη (= μπακίρια). Πβ. μπακιρ-, χαλκωματ-ένιος. Βλ. μπρούντζινος, ορει~.|| ~ες: ανταύγειες. 2. ΑΘΛ. που έχει κερδίσει την τρίτη θέση σε αθλητικό αγώνα: ~ος: νικητής/ολυμπιονίκης/παγκόσμιος πρωταθλητής. Βλ. αργυρός, χρυσός. ● Ουσ.: χάλκινα (τα): ΜΟΥΣ. ενν. πνευστά., χάλκινο (το) 1. ενν. μετάλλιο: Κατέκτησε/κέρδισε/πήρε το ~. 2. (σπάν.) ενν. χρώμα. Πβ. μπρονζέ. [< μτγν. χάλκινος]
56302χαλκο- & χαλκό- & χαλκ-α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στον χαλκό: χαλκο-γραφία (βλ. λιθο-, ξυλο-). Χαλκο-τυπία (βλ. ασημο-).|| Χαλκο-πλαστική. Χαλκ-ουργός. 2. στο χάλκινο χρώμα: χαλκο-πράσινος. Xαλκό-ξανθος.
56303χαλκογραφίαχαλ-κο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μέθοδος χαρακτικής που βασίζεται συνήθ. στη χάραξη σχεδίου πάνω σε μεταλλική πλάκα, η οποία, στη συνέχεια, μελανώνεται· συνεκδ. η εικόνα που εκτυπώνεται πάνω σε χαρτί, όταν αυτό τοποθετηθεί πάνω στη μελανωμένη μεταλλική πλάκα και δεχτεί πίεση από τον κύλινδρο του πιεστηρίου: ξεστή ~. Βλ. εγκαυστική, οξυγραφία, -γραφία. [< ιταλ. calcografia, γαλλ. chalcographie]
56304χαλκογραφικός, ή, ό χαλ-κο-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τη χαλκογραφία: ~ή: εκτύπωση/πλάκα. [< ιταλ. calcografico, γαλλ. chalcographique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.