Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5660-5680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4735αντιπυρετικός, ή, ό [ἀντιπυρετικός] α-ντι-πυ-ρε-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά τον πυρετό: ~ή: δράση. ● Ουσ.: αντιπυρετικό (το) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΑΡΜΑΚ. η αντίστοιχη ουσία ή το φάρμακο: ~ σε σιρόπι/υπόθετο/χάπι. Παίρνω ~. Αναλγητικά και ~ά. [< γαλλ. antipyrétique, αγγλ. antipyretic]
4736αντιπυρηνικός, ή, ό [ἀντιπυρηνικός] α-ντι-πυ-ρη-νι-κός επίθ. 1. που αντιτίθεται στην παραγωγή και χρήση πυρηνικής ενέργειας ή και πυρηνικών όπλων: ~ός: αγώνας. ~ή: διαδήλωση. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αντιδρά με συστατικά του κυτταρικού πυρήνα ή τα καταστρέφει: ~ά: αντισώματα. 3. που προστατεύει από την πυρηνική ενέργεια ή και τα πυρηνικά όπλα: ~ή: ομπρέλα. ~ό: καταφύγιο. [< αγγλ. antinuclear, 1958, γαλλ. antinucléaire, 1960]
4737αντιπυρικός, ή, ό [ἀντιπυρικός] α-ντι-πυ-ρι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που προλαμβάνει την πυρκαγιά, προστατεύει από αυτή ή περιορίζει την επέκτασή της: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: αντοχή (= πυραντοχή)/ασφάλεια (= πυρασφάλεια)/περίοδος/προστασία. ~ά: έργα/μέτρα. 2. (ειδικότ.) που έχει περιορισμένη ή μηδενική ευφλεκτότητα ή συντελεί σε αυτή(ν): ~ός: εξοπλισμός. ~ή: κουβέρτα/στολή. ~ό: υγρό. ~ές: πόρτες. Τα ~ά υλικά είναι πυράντοχα ή βραδύκαυστα. Πβ. άκαυστος, άφλεκτος. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιπυρική ζώνη 1. φυσική ή τεχνητή λωρίδα εδάφους χωρίς βλάστηση ή άλλα εύφλεκτα υλικά, ώστε να εμποδίζεται η εξάπλωση πυρκαγιάς: δασική ~ ~. ~ ~ και μέτρα πυροπροστασίας. Διάνοιξη ~ών ~ών. Βλ. αντιπύρ. 2. ΠΛΗΡΟΦ. & αντιπυρικός τοίχος: πύλη δικτύου ή λογισμικό που προστατεύει ένα υποδίκτυο ή κόμβο από μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση. [< 1: αγγλ. firebreak 2: αγγλ. firewall, 1974]
4738αντιραντάρ[ἀντιραντάρ] α-ντι-ρα-ντάρ επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. που εμποδίζει την ανίχνευση από ραντάρ: βλήματα/πύραυλος ~. [< αγγλ. antiradar, 1944, γαλλ. ~, περ. 1950]
4739αντιρατσισμός[ἀντιρατσισμός] α-ντι-ρα-τσι-σμός ουσ. (αρσ.): στάση και αντίληψη αντίθετη προς τον ρατσισμό. ΑΝΤ. ρατσισμός [< γαλλ. antiracisme, 1958]
4740αντιρατσιστής[ἀντιρατσιστής] α-ντι-ρα-τσι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. αντιρατσίστρια}: πρόσωπο που αντιτίθεται στον ρατσισμό. Βλ. αντιφασίστας. [< γαλλ. antiraciste, 1938]
4741αντιρατσιστικός, ή, ό [ἀντιρατσιστικός] α-ντι-ρα-τσι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αντιρατσισμό: ~ός: αγώνας. ~ή: διαδήλωση/δράση. ~ό: κίνημα. ~ά: συνθήματα. ΑΝΤ. ρατσιστικός [< γαλλ. antiraciste, 1938]
4742αντιρετροϊκός, ή, ό [ἀντιρετροϊκός] α-ντι-ρε-τρο-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που δρα κατά του ρετροϊού, κυρ. κατά του ιού του έιτζ: ~ή: θεραπεία. ~ά: σκευάσματα/φάρμακα. Βλ. οροθετικός. [< αγγλ. antiretroviral, 1979, γαλλ. antirétroviral, 1990]
4743αντιρευματικός, ή, ό [ἀντιρευματικός] α-ντι-ρευ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αντιμετωπίζει, καταπολεμά τους ρευματισμούς: ~ή: δράση. ~ές: ιδιότητες. ● Ουσ.: αντιρευματικό (το) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΑΡΜΑΚ. το αντίστοιχο φάρμακο. Βλ. αναλγητικά, αντιπυρετικό. [< γαλλ. antirhumatismal, αγγλ. antirheumatic]
4744αντιρομαντικός, ή, ό [ἀντιρομαντικός] α-ντι-ρο-μα-ντι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον ρομαντισμό: ~ή: εποχή. [< αγγλ. antiromantic, γαλλ. antiromantique]
4745αντίρρηση[ἀντίρρηση] α-ντίρ-ρη-ση ουσ. (θηλ.): διατύπωση διαφωνίας ή διαφορετικής άποψης: Προβάλλω/φέρνω ~ (σε κάτι). Διατυπώνω ~ήσεις. Δεν σηκώνει ~ήσεις. Δεν θα είχα ~ να έρθει μαζί μας. Αν δεν έχετε ~, μπορούμε να συνεχίσουμε τη συνεδρίαση. Προσωπικά δεν έχω καμία/την παραμικρή ~. Δεν μπορώ να συνεννοηθώ μαζί του, είναι όλο ~ήσεις. Υπάρχουν έντονες ~ήσεις για ... Η πρότασή του συνάντησε σοβαρές ~ήσεις. Πβ. αντίθεση, αντιλογία, εναντίωση, ένσταση. [< μτγν. ἀντίρρησις]
4746αντιρρησίας[ἀντιρρησίας] α-ντιρ-ρη-σί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αντιρρησιών}: πρόσωπο που φέρνει συνεχώς αντιρρήσεις, διαφωνεί. Πβ. αμφισβητίας. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιρρησίας συνείδησης: πρόσωπο που αρνείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία ή να φέρει όπλο για θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς λόγους. Βλ. ανυπότακτος, εναλλακτική θητεία. [< γαλλ. objecteur de conscience, 1933]
4747αντιρρητική[ἀντιρρητική] α-ντιρ-ρη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. κλάδος της θεολογίας που εξετάζει τα διαφορετικά δόγματα, τις αιρέσεις, τις άλλες θρησκείες και αντικρούει τις θέσεις των ετεροδόξων. [< μτγν. ἀντιρρητικός]
4748αντιρρητικός, ή, ό [ἀντιρρητικός] α-ντιρ-ρη-τι-κός επίθ. 1. που αντικρούει διαφορετικές απόψεις: ~ός: λόγος. 2. ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με την αντιρρητική: ~ή: γραμματεία. [< μτγν. ἀντιρρητικός]
4749αντιρρόπηση[ἀντιρρόπηση] α-ντιρ-ρό-πη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αναπλήρωση της ελλιπούς ή ανεπαρκούς λειτουργίας ενός οργάνου από ένα άλλο, με σκοπό την αποκατάσταση της ισορροπίας του οργανισμού: ηπατική/καρδιακή/νεφρική ~. ~ από το αναπνευστικό σύστημα. 2. ΨΥΧΟΛ. ασυνείδητος, συνήθ. αμυντικός μηχανισμός συμπεριφοράς, μέσω του οποίου αντισταθμίζεται μια σωματική ή συναισθηματική ανεπάρκεια, πραγματική ή φανταστική, π.χ. αίσθημα κατωτερότητας. Πβ. αναπλήρωση, αντιστάθμιση. 3. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) εξισορρόπηση: μέτρα για την ~ της κρίσης. [< γαλλ. compensation]
4750αντιρροπιστικός, ή, ό [ἀντιρροπιστικός] α-ντιρ-ρο-πι-στι-κός επίθ.: αντισταθμιστικός, εξισορροπιστικός: ~ή: δράση/δύναμη. ~ές: πιέσεις/τάσεις.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές ορμόνες (: που παράγονται σε καταστάσεις έντονου άγχους· βλ. γλυκαγόνη, επινεφρίνη, κορτιζόλη). ● επίρρ.: αντιρροπιστικά
4751αντίρροπος, η, ο [ἀντίρροπος] α-ντίρ-ρο-πος επίθ. 1. (μτφ.) που έχει αντίθετη κατεύθυνση, στάση από κάτι άλλο: ~η: ανάπτυξη/δράση. ~ες: θέσεις/τάσεις. ~α: ρεύματα/συμφέροντα. Συναίσθημα και λογική: δύο ~οι πόλοι. 2. ΦΥΣ. που έχει αντίθετη φορά ή ροπή σε σχέση με κάτι άλλο: ~η: κίνηση. ~α: διανύσματα. ΑΝΤ. ομόρροπος (1) ● επίρρ.: αντίρροπα ● ΣΥΜΠΛ.: αντίρροπες δυνάμεις: ΦΥΣ. που έχουν την ίδια διεύθυνση, αλλά αντίθετη φορά: ζεύγος/ισορροπία ~ων ~άμεων.|| (μτφ.) ~ ~ στην αγορά. [< γαλλ. forces en équilibre] [< αρχ. ἀντίρροπος ‘αυτός που εξισορροπεί, ισοδύναμος’]
4752αντιρρύπανση[ἀντιρρύπανση] α-ντιρ-ρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.) & αντιρύπανση: καταπολέμηση της ρύπανσης, συνήθ. με τεχνολογικά μέσα (βιολογικός καθαρισµός, φίλτρα): βιομηχανική/θαλάσσια ~. ~ περιβάλλοντος. Ανακύκλωση/εξοικονόμηση ενέργειας και ~. Βλ. απορρύπανση. [< αγγλ. anti-pollution, γαλλ. antipollution, περ. 1970]
4753αντιρρυπαντικός, ή, ό [ἀντιρρυπαντικός] α-ντιρ-ρυ-πα-ντι-κός επίθ. & αντιρυπαντικός: που καταπολεμά τη ρύπανση ή δεν ρυπαίνει: ~ός: εξοπλισμός βιομηχανίας (π.χ. απορροφητικά υλικά, χημικά). ~ή: δράση/μονάδα/προστασία. ~ό: σκάφος. ~ά: μέτρα/προϊόντα. Καύσιμα/οχήματα ~ής τεχνολογίας.
4754αντιρυτιδικός, ή, ό [ἀντιρυτιδικός] α-ντι-ρυ-τι-δι-κός επίθ.: (κυρ. στην κοσμετολογία) που καθυστερεί την εμφάνιση ρυτίδων ή τις απαλύνει: ~ός: (και ενυδατικός) ορός. ~ή: κρέμα. ~ή και λειαντική δράση. Συσφιγκτική και ~ή περιποίηση προσώπου. Βλ. αντιγηραντικός. [< γαλλ. antiride(s), 1917]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.