Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5660-5680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4742αντιρετροϊκός, ή, ό [ἀντιρετροϊκός] α-ντι-ρε-τρο-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που δρα κατά του ρετροϊού, κυρ. κατά του ιού του έιτζ: ~ή: θεραπεία. ~ά: σκευάσματα/φάρμακα. Βλ. οροθετικός. [< αγγλ. antiretroviral, 1979, γαλλ. antirétroviral, 1990]
4743αντιρευματικός, ή, ό [ἀντιρευματικός] α-ντι-ρευ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αντιμετωπίζει, καταπολεμά τους ρευματισμούς: ~ή: δράση. ~ές: ιδιότητες. ● Ουσ.: αντιρευματικό (το) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΑΡΜΑΚ. το αντίστοιχο φάρμακο. Βλ. αναλγητικά, αντιπυρετικό. [< γαλλ. antirhumatismal, αγγλ. antirheumatic]
4744αντιρομαντικός, ή, ό [ἀντιρομαντικός] α-ντι-ρο-μα-ντι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον ρομαντισμό: ~ή: εποχή. [< αγγλ. antiromantic, γαλλ. antiromantique]
4745αντίρρηση[ἀντίρρηση] α-ντίρ-ρη-ση ουσ. (θηλ.): διατύπωση διαφωνίας ή διαφορετικής άποψης: Προβάλλω/φέρνω ~ (σε κάτι). Διατυπώνω ~ήσεις. Δεν σηκώνει ~ήσεις. Δεν θα είχα ~ να έρθει μαζί μας. Αν δεν έχετε ~, μπορούμε να συνεχίσουμε τη συνεδρίαση. Προσωπικά δεν έχω καμία/την παραμικρή ~. Δεν μπορώ να συνεννοηθώ μαζί του, είναι όλο ~ήσεις. Υπάρχουν έντονες ~ήσεις για ... Η πρότασή του συνάντησε σοβαρές ~ήσεις. Πβ. αντίθεση, αντιλογία, εναντίωση, ένσταση. [< μτγν. ἀντίρρησις]
4746αντιρρησίας[ἀντιρρησίας] α-ντιρ-ρη-σί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αντιρρησιών}: πρόσωπο που φέρνει συνεχώς αντιρρήσεις, διαφωνεί. Πβ. αμφισβητίας. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιρρησίας συνείδησης: πρόσωπο που αρνείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία ή να φέρει όπλο για θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς λόγους. Βλ. ανυπότακτος, εναλλακτική θητεία. [< γαλλ. objecteur de conscience, 1933]
4747αντιρρητική[ἀντιρρητική] α-ντιρ-ρη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. κλάδος της θεολογίας που εξετάζει τα διαφορετικά δόγματα, τις αιρέσεις, τις άλλες θρησκείες και αντικρούει τις θέσεις των ετεροδόξων. [< μτγν. ἀντιρρητικός]
4748αντιρρητικός, ή, ό [ἀντιρρητικός] α-ντιρ-ρη-τι-κός επίθ. 1. που αντικρούει διαφορετικές απόψεις: ~ός: λόγος. 2. ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με την αντιρρητική: ~ή: γραμματεία. [< μτγν. ἀντιρρητικός]
4749αντιρρόπηση[ἀντιρρόπηση] α-ντιρ-ρό-πη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αναπλήρωση της ελλιπούς ή ανεπαρκούς λειτουργίας ενός οργάνου από ένα άλλο, με σκοπό την αποκατάσταση της ισορροπίας του οργανισμού: ηπατική/καρδιακή/νεφρική ~. ~ από το αναπνευστικό σύστημα. 2. ΨΥΧΟΛ. ασυνείδητος, συνήθ. αμυντικός μηχανισμός συμπεριφοράς, μέσω του οποίου αντισταθμίζεται μια σωματική ή συναισθηματική ανεπάρκεια, πραγματική ή φανταστική, π.χ. αίσθημα κατωτερότητας. Πβ. αναπλήρωση, αντιστάθμιση. 3. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) εξισορρόπηση: μέτρα για την ~ της κρίσης. [< γαλλ. compensation]
4750αντιρροπιστικός, ή, ό [ἀντιρροπιστικός] α-ντιρ-ρο-πι-στι-κός επίθ.: αντισταθμιστικός, εξισορροπιστικός: ~ή: δράση/δύναμη. ~ές: πιέσεις/τάσεις.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές ορμόνες (: που παράγονται σε καταστάσεις έντονου άγχους· βλ. γλυκαγόνη, επινεφρίνη, κορτιζόλη). ● επίρρ.: αντιρροπιστικά
4751αντίρροπος, η, ο [ἀντίρροπος] α-ντίρ-ρο-πος επίθ. 1. (μτφ.) που έχει αντίθετη κατεύθυνση, στάση από κάτι άλλο: ~η: ανάπτυξη/δράση. ~ες: θέσεις/τάσεις. ~α: ρεύματα/συμφέροντα. Συναίσθημα και λογική: δύο ~οι πόλοι. 2. ΦΥΣ. που έχει αντίθετη φορά ή ροπή σε σχέση με κάτι άλλο: ~η: κίνηση. ~α: διανύσματα. ΑΝΤ. ομόρροπος (1) ● επίρρ.: αντίρροπα ● ΣΥΜΠΛ.: αντίρροπες δυνάμεις: ΦΥΣ. που έχουν την ίδια διεύθυνση, αλλά αντίθετη φορά: ζεύγος/ισορροπία ~ων ~άμεων.|| (μτφ.) ~ ~ στην αγορά. [< γαλλ. forces en équilibre] [< αρχ. ἀντίρροπος ‘αυτός που εξισορροπεί, ισοδύναμος’]
4752αντιρρύπανση[ἀντιρρύπανση] α-ντιρ-ρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.) & αντιρύπανση: καταπολέμηση της ρύπανσης, συνήθ. με τεχνολογικά μέσα (βιολογικός καθαρισµός, φίλτρα): βιομηχανική/θαλάσσια ~. ~ περιβάλλοντος. Ανακύκλωση/εξοικονόμηση ενέργειας και ~. Βλ. απορρύπανση. [< αγγλ. anti-pollution, γαλλ. antipollution, περ. 1970]
4753αντιρρυπαντικός, ή, ό [ἀντιρρυπαντικός] α-ντιρ-ρυ-πα-ντι-κός επίθ. & αντιρυπαντικός: που καταπολεμά τη ρύπανση ή δεν ρυπαίνει: ~ός: εξοπλισμός βιομηχανίας (π.χ. απορροφητικά υλικά, χημικά). ~ή: δράση/μονάδα/προστασία. ~ό: σκάφος. ~ά: μέτρα/προϊόντα. Καύσιμα/οχήματα ~ής τεχνολογίας.
4754αντιρυτιδικός, ή, ό [ἀντιρυτιδικός] α-ντι-ρυ-τι-δι-κός επίθ.: (κυρ. στην κοσμετολογία) που καθυστερεί την εμφάνιση ρυτίδων ή τις απαλύνει: ~ός: (και ενυδατικός) ορός. ~ή: κρέμα. ~ή και λειαντική δράση. Συσφιγκτική και ~ή περιποίηση προσώπου. Βλ. αντιγηραντικός. [< γαλλ. antiride(s), 1917]
4755αντίς[ἀντίς] α-ντίς πρόθ. (λαϊκό-λογοτ.): αντί. [< μεσν. αντίς]
4756αντισεισμικός, ή, ό [ἀντισεισμικός] α-ντι-σει-σμι-κός επίθ. 1. που προστατεύει από τις καταστροφικές συνέπειες των σεισμών: ~ός: έλεγχος/κανονισμός/σχεδιασμός (κατασκευών). ~ή: θωράκιση (κτιρίων)/(και στατική) μελέτη/μηχανική/προστασία/τεχνολογία. ~ά: (και αντιπλημμυρικά) έργα/μέτρα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που αντέχει στους σεισμούς: ~ός: ανελκυστήρας. ~ή: κατασκευή. ~οί: θώρακες. ~ά: σπίτια. [< γαλλ. antisismique, 1979, αγγλ. antiseismic]
4757αντισεισμικότητα[ἀντισεισμικότητα] α-ντι-σει-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αντισεισμικού: υψηλή ~. Πυροπροστασία και ~.
4758αντισεξουαλικός, ή, ό [ἀντισεξουαλικός] α-ντι-σε-ξου-α-λι-κός επίθ.: που δεν εκπέμπει σεξουαλικότητα. ΑΝΤ. σεξουαλικός [< αγγλ. anti-sexual]
4759αντισημίτης[ἀντισημίτης] α-ντι-ση-μί-της ουσ. (αρσ.): οπαδός του αντισημιτισμού. Πβ. αντισιωνιστής. Βλ. ρατσιστής, -ίτης1. [< γαλλ. antisémite]
4760αντισημιτικός, ή, ό [ἀντισημιτικός] α-ντι-ση-μι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αντισημιτισμό ή τους αντισημίτες: ~ή: πολιτική/προπαγάνδα. Φαινόμενα ~ού και ρατσιστικού χαρακτήρα. Πβ. αντισιωνιστικός. [< γαλλ. antisémite]
4761αντισημιτισμός[ἀντισημιτισμός] α-ντι-ση-μι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): κοινωνικό και πολιτικό δόγμα που στρέφεται εναντίον των Εβραίων και της παγκόσμιας -κυρ. οικονομικής- επιρροής τους: ναζιστικός ~. Πβ. αντισιωνισμός. [< γαλλ. antisémitisme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.