| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56311 | χαλκοπράσινος | , η, ο χαλ-κο-πρά-σι-νος επίθ. (λογοτ.): που έχει το πράσινο χρώμα του οξειδωμένου χαλκού: ~α: φύλλα. | |
| 56312 | χαλκοπυρίτης | χαλ-κο-πυ-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. μετάλλευμα του χαλκού με λαμπερό κίτρινο χρώμα, αποτελούμενο από θειούχο χαλκό και θειούχο σίδηρο. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. pyrite cuivreuse, αγγλ. chalcopyrite] | |
| 56313 | χαλκός | χαλ-κός ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. όλκιμο μέταλλο κόκκινης-καφέ απόχρωσης (σύμβ. Cu, Ζ 29), το οποίο εμφανίζεται σε διάφορα μεταλλεύματα και χρησιμοποιείται στη βιομηχανία σε καθαρή μορφή ή σε κράματα: ανθρακικός (βλ. αζουρίτης)/αυτοφυής/επικασσιτερωμένος/ηλεκτρολυτικός/θειούχος/κιτρικός/οξυχλωριούχος ~. Άλας/(υπ)οξείδιο (βλ. κυπρίτης) του ~ού. Διάβρωση/οξείδωση (βλ. γάνα) του ~ού (βλ. βασικά/αγενή μέταλλα). Βλ. αλπακάς, μπρούντζος, ορείχαλκος, ψευδόχρυσος.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) (Δι)έλαση ~ού. (ΛΑΟΓΡ.) Σκεύη από ~ό (= μπακίρια, χαλκώματα). Βλ. επιχάλκωση, χαλκουργία.|| (ΟΙΚΟΝ.) Σε άνοδο η τιμή του ~ού. Βλ. ασήμι, χρυσός.|| (ΒΙΟΧ.) Τα επίπεδα ~ού (στον ορό). Τροφές που περιέχουν ~ό. Βλ. ιχνοστοιχείο. ● ΣΥΜΠΛ.: Εποχή του Χαλκού: ΙΣΤ. συμβατική ονομασία της περιόδου με γενικά όρια από το 3000 π.Χ. μέχρι το 1050 π.Χ., η οποία χαρακτηρίζεται από την επεξεργασία του χαλκού για την κατασκευή χρηστικών και διακοσμητικών αντικειμένων: Πρώιμη/Μέση/Ύστερη ~ ~. Βλ. Εποχή του Μετάλλου, χαλκολιθική εποχή. ΣΥΝ. χαλκοκρατία, θειικός χαλκός βλ. θειικός [< αρχ. χαλκός, γαλλ. bronze, αγγλ. copper] | |
| 56314 | χαλκουργείο | [χαλκουργεῖο] χαλ-κουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): εργαστήριο επεξεργασίας χαλκού και κατασκευής χάλκινων αντικειμένων. ΣΥΝ. χαλκείο (2) [< μτγν. χαλκουργεῖον 'ορυχείο χαλκού, χυτήριο'] | |
| 56315 | χαλκουργία | χαλ-κουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): επεξεργασία του χαλκού, κατασκευή χάλκινων αντικειμένων. Πβ. χάλκευση. Βλ. -ουργία. [< μτγν. χαλκουργία] | |
| 56316 | χαλκουργός | χαλ-κουρ-γός ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): επεξεργαστής χαλκού, κατασκευαστής χάλκινων αντικειμένων. Βλ. -ουργός1. ΣΥΝ. χαλκωματάς [< μτγν. χαλκουργός] | |
| 56317 | χαλκούχος | , ος, ο [χαλκοῦχος] χαλ-κού-χος επίθ. (επιστ.): που περιέχει χαλκό: ~α: μεταλλεύματα.|| (ΓΕΩΠ.) Ψεκασμοί με ~α μυκητοκτόνα/σκευάσματα. Βλ. -ούχος. [< γερμ. kupferhaltig] | |
| 56318 | χαλκοχυτική | χαλ-κο-χυ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. κατασκευή χάλκινων αντικειμένων με τη μέθοδο της χύτευσης. Βλ. γλυπτική, γυψοτεχνία. | |
| 56319 | χάλκωμα | χάλ-κω-μα ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): χαλκός. ● χαλκώματα (τα): χάλκινα αντικείμενα, ιδ. σκεύη. ΣΥΝ. μπακίρια [< αρχ. χάλκωμα] | |
| 56320 | χαλκωματάς | χαλ-κω-μα-τάς ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): χαλκουργός. Βλ. -άς, -ού. [< μεσν. χαλκωματάς] | |
| 56321 | χαλκωματένιος | , ια, ιο χαλ-κω-μα-τέ-νιος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): χάλκινος. Βλ. -ένιος. [< μεσν. χαλκωματένιος] | |
| 56322 | χαλνώ | βλ. χαλώ | |
| 56323 | χαλούμι | χα-λού-μι ουσ. (ουδ.) & χαλλούμιν: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό κυπριακό τυρί άλμης, λευκό, ημίσκληρο, με ελαστική υφή, το οποίο παρασκευάζεται από αιγοπρόβειο ή αγελαδινό γάλα. Βλ. ΠΟΠ, αναρή, σεφταλιά. [< μεσν. χαλούμιον < αραβ. halūm, αγγλ. hallumi, 1958] | |
| 56324 | χάλυβας | χά-λυ-βας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΜΕΤΑΛΛ. ατσάλι: ανθρακούχος/γαλβανισμένος/επικασσιτερωμένος (βλ. λευκοσίδηρος)/επιχαλκωμένος ~. Παραγωγή και επεξεργασία ~α (= χαλυβουργία· βλ. σιδηρο-κράματα, -τεχνία). Η αντοχή/σκληρότητα του ~α (βλ. μαρτενσίτης). Δοκάρια (= σιδηροδοκοί· βλ. πάσσαλος)/λαμαρίνες/λέβητας/φύλλα (από) ~α. Βλ. ταχυ~, χυτο~, αμμοβολή, οπλισμένο/σιδηροπαγές σκυρόδεμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοξείδωτος χάλυβας βλ. ανοξείδωτος [< αρχ. χάλυψ] | |
| 56325 | χαλύβδινος | , η, ο χα-λύ-βδι-νος επίθ. ΣΥΝ. ατσάλινος 1. κατασκευασμένος από χάλυβα: ~ος: σκελετός (γέφυρας). ~η: επένδυση. ~ο: σύρμα. ~οι: αγωγοί/σωλήνες (βλ. τούμπο). ~ες: δοκοί/ράβδοι (βλ. άοπλος). ~α: ελάσματα/εξαρτήματα. 2. (μτφ.-λόγ.) σθεναρός, ακαταπόνητος, ανυποχώρητος μπροστά σε δύσκολες καταστάσεις: ~ος: χαρακτήρας. ~η: θέληση/ψυχή. Πβ. γρανιτένιος. | |
| 56326 | χαλυβδώνω | χα-λυ-βδώ-νω ρ. (μτβ.) {χαλύβδω-σε, χαλυβδώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, χαλυβδών-οντας} 1. (μτφ.-λόγ.) δυναμώνω, ισχυροποιώ: Οι δοκιμασίες ~σαν την πίστη/ψυχή τους. ~θηκε το ελεύθερο πνεύμα/η πολιτική συνείδηση. Με ~μένη (= χαλύβδινη) θέληση. ~μένοι απέναντι/μπροστά στις αντιξοότητες. Πβ. γαλβανίζω. ΣΥΝ. ατσαλώνω (1) 2. ΜΕΤΑΛΛ. (σπάν.) ενισχύω μεταλλική κατασκευή με την προσθήκη χάλυβα· μετατρέπω τον (χυτο)σίδηρο σε χάλυβα με θέρμανση. [< γαλλ. aciérer] | |
| 56327 | χαλύβδωση | χα-λύ-βδω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαλυβδώνω: (μτφ.) ~ του χαρακτήρα/της ψυχής. Πβ. ενδυνάμωση, ενίσχυση. | |
| 56328 | χαλυβουργείο | [χαλυβουργεῖο] χα-λυ-βουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): χαλυβουργικό εργοστάσιο. Βλ. ελασματουργείο. [< γαλλ. aciérie] | |
| 56329 | χαλυβουργία | χα-λυ-βουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παραγωγή και επεξεργασία χάλυβα· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη βιομηχανική μονάδα. Βλ. μεταλλουργία, -ουργία. [< γαλλ. industrie de l'acier] | |
| 56330 | χαλυβουργικός | , ή, ό χα-λυ-βουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χαλυβουργία: ~ή: βιομηχανία. ~ό: εργοστάσιο. ~ά: προϊόντα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ