Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56780-56800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56305χαλκόκοταχαλ-κό-κο-τα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. πτηνό συγγενικό με τον πελαργό (επιστ. ονομασ. Plegadis falcinellus), που ζει σε υγροβιότοπους και έχει καστανοκόκκινο φτέρωμα και μακρύ ράμφος, κυρτό προς τα κάτω. Πβ. ίβις.
56306χαλκοκρατίαχαλ-κο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. Εποχή του Χαλκού. Βλ. -κρατία.
56307χαλκολιθικός, ή, ό χαλ-κο-λι-θι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την χαλκολιθική περίοδο: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: χαλκολιθική εποχή/περίοδος: ΙΣΤ. κατά την οποία συντελείται η μετάβαση από τη Νεολιθική στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού· η Τελική Νεολιθική Περίοδος (4η-3η π.Χ. χιλιετία). [< αγγλ. chalcolithic, 1902, γαλλ. chalcolithique]
56308χαλκομανίαχαλ-κο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μεμβράνη με διακοσμητικό σχέδιο, επικολλημένη σε ειδικό χαρτί, ώστε να μπορεί να μεταφερθεί σε μια επιφάνεια, συνήθ. μέσω της τριβής ή βυθίζοντάς την σε λίγο νερό: παιδικές/πασχαλινές (: για τα αβγά) ~ες. Τετράδια στολισμένα με ~ες. Βλ. αυτοκόλλητο. ● ΦΡ.: έγινε χαλκομανία & (σπάν.) τον/την έκανε χαλκομανία (μτφ.-προφ.): για άνθρωπο ή ζώο που τον πάτησε διερχόμενο όχημα. [< ιταλ. decalconania, calconania, 1905, γαλλ. décalcomanie]
56309χαλκοπλάστηςχαλ-κο-πλά-στης ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. γλύπτης που ασχολείται με τη χαλκοπλαστική. [< μτγν. χαλκοπλάστης]
56310χαλκοπλαστικήχαλ-κο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. γλυπτική με τη χρήση χαλκού. Βλ. -πλαστική.
56311χαλκοπράσινος, η, ο χαλ-κο-πρά-σι-νος επίθ. (λογοτ.): που έχει το πράσινο χρώμα του οξειδωμένου χαλκού: ~α: φύλλα.
56312χαλκοπυρίτηςχαλ-κο-πυ-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. μετάλλευμα του χαλκού με λαμπερό κίτρινο χρώμα, αποτελούμενο από θειούχο χαλκό και θειούχο σίδηρο. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. pyrite cuivreuse, αγγλ. chalcopyrite]
56313χαλκόςχαλ-κός ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. όλκιμο μέταλλο κόκκινης-καφέ απόχρωσης (σύμβ. Cu, Ζ 29), το οποίο εμφανίζεται σε διάφορα μεταλλεύματα και χρησιμοποιείται στη βιομηχανία σε καθαρή μορφή ή σε κράματα: ανθρακικός (βλ. αζουρίτης)/αυτοφυής/επικασσιτερωμένος/ηλεκτρολυτικός/θειούχος/κιτρικός/οξυχλωριούχος ~. Άλας/(υπ)οξείδιο (βλ. κυπρίτης) του ~ού. Διάβρωση/οξείδωση (βλ. γάνα) του ~ού (βλ. βασικά/αγενή μέταλλα). Βλ. αλπακάς, μπρούντζος, ορείχαλκος, ψευδόχρυσος.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) (Δι)έλαση ~ού. (ΛΑΟΓΡ.) Σκεύη από ~ό (= μπακίρια, χαλκώματα). Βλ. επιχάλκωση, χαλκουργία.|| (ΟΙΚΟΝ.) Σε άνοδο η τιμή του ~ού. Βλ. ασήμι, χρυσός.|| (ΒΙΟΧ.) Τα επίπεδα ~ού (στον ορό). Τροφές που περιέχουν ~ό. Βλ. ιχνοστοιχείο. ● ΣΥΜΠΛ.: Εποχή του Χαλκού: ΙΣΤ. συμβατική ονομασία της περιόδου με γενικά όρια από το 3000 π.Χ. μέχρι το 1050 π.Χ., η οποία χαρακτηρίζεται από την επεξεργασία του χαλκού για την κατασκευή χρηστικών και διακοσμητικών αντικειμένων: Πρώιμη/Μέση/Ύστερη ~ ~. Βλ. Εποχή του Μετάλλου, χαλκολιθική εποχή. ΣΥΝ. χαλκοκρατία, θειικός χαλκός βλ. θειικός [< αρχ. χαλκός, γαλλ. bronze, αγγλ. copper]
56314χαλκουργείο[χαλκουργεῖο] χαλ-κουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): εργαστήριο επεξεργασίας χαλκού και κατασκευής χάλκινων αντικειμένων. ΣΥΝ. χαλκείο (2) [< μτγν. χαλκουργεῖον 'ορυχείο χαλκού, χυτήριο']
56315χαλκουργίαχαλ-κουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): επεξεργασία του χαλκού, κατασκευή χάλκινων αντικειμένων. Πβ. χάλκευση. Βλ. -ουργία. [< μτγν. χαλκουργία]
56316χαλκουργόςχαλ-κουρ-γός ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): επεξεργαστής χαλκού, κατασκευαστής χάλκινων αντικειμένων. Βλ. -ουργός1. ΣΥΝ. χαλκωματάς [< μτγν. χαλκουργός]
56317χαλκούχος, ος, ο [χαλκοῦχος] χαλ-κού-χος επίθ. (επιστ.): που περιέχει χαλκό: ~α: μεταλλεύματα.|| (ΓΕΩΠ.) Ψεκασμοί με ~α μυκητοκτόνα/σκευάσματα. Βλ. -ούχος. [< γερμ. kupferhaltig]
56318χαλκοχυτικήχαλ-κο-χυ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. κατασκευή χάλκινων αντικειμένων με τη μέθοδο της χύτευσης. Βλ. γλυπτική, γυψοτεχνία.
56319χάλκωμαχάλ-κω-μα ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): χαλκός. ● χαλκώματα (τα): χάλκινα αντικείμενα, ιδ. σκεύη. ΣΥΝ. μπακίρια [< αρχ. χάλκωμα]
56320χαλκωματάςχαλ-κω-μα-τάς ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): χαλκουργός. Βλ. -άς, -ού. [< μεσν. χαλκωματάς]
56321χαλκωματένιος, ια, ιο χαλ-κω-μα-τέ-νιος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): χάλκινος. Βλ. -ένιος. [< μεσν. χαλκωματένιος]
56322χαλνώβλ. χαλώ
56323χαλούμιχα-λού-μι ουσ. (ουδ.) & χαλλούμιν: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό κυπριακό τυρί άλμης, λευκό, ημίσκληρο, με ελαστική υφή, το οποίο παρασκευάζεται από αιγοπρόβειο ή αγελαδινό γάλα. Βλ. ΠΟΠ, αναρή, σεφταλιά. [< μεσν. χαλούμιον < αραβ. halūm, αγγλ. hallumi, 1958]
56324χάλυβαςχά-λυ-βας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΜΕΤΑΛΛ. ατσάλι: ανθρακούχος/γαλβανισμένος/επικασσιτερωμένος (βλ. λευκοσίδηρος)/επιχαλκωμένος ~. Παραγωγή και επεξεργασία ~α (= χαλυβουργία· βλ. σιδηρο-κράματα, -τεχνία). Η αντοχή/σκληρότητα του ~α (βλ. μαρτενσίτης). Δοκάρια (= σιδηροδοκοί· βλ. πάσσαλος)/λαμαρίνες/λέβητας/φύλλα (από) ~α. Βλ. ταχυ~, χυτο~, αμμοβολή, οπλισμένο/σιδηροπαγές σκυρόδεμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοξείδωτος χάλυβας βλ. ανοξείδωτος [< αρχ. χάλυψ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.