| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56331 | χαλώ | [χαλῶ] χα-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χαλ-άς ..., -ώντας | χάλ-ασε, -άσει, -ιέμαι, -άστηκα, -αστεί, -ασμένος} & χαλάω & (σπάν.-λαϊκό) χαλνώ 1. προκαλώ βλάβη, ζημιά σε κάτι: Μην παίζεις με το μηχάνημα, θα το ~άσεις. Πβ. αχρηστεύω, ξεχαρβαλώνω.|| Μη διαβάζεις χωρίς φως, θα ~άσεις τα μάτια σου. ~ασμένα: δόντια (: κούφια, σάπια).|| Ο αέρας μου ~ασε τα μαλλιά.|| ~ασμένα: σπίτια (= χαλάσματα). 2. (μτφ.-προφ.) ανατρέπω, ματαιώνω: Τους ~ασε την έκπληξη/το πάρτι/τα σχέδια (: τους έκανε χαλάστρα).|| Δεν θέλω να ~άσω τη φιλία μας. Οι διαφορές δεν θα ~άσουν τις σχέσεις των δύο χωρών.|| Τι μπορώ να φάω, χωρίς να ~άσω τη δίαιτα/νηστεία; 3. (μτφ.-προφ.) μεταβάλλω προς το χειρότερο, επηρεάζω αρνητικά, καταστρέφω: Η άναρχη δόμηση ~ασε (= υποβάθμισε) το τοπίο. Η εταιρεία έχει ~άσει την ποιότητα των προϊόντων της.|| Τον ~ασαν (= διέφθειραν) οι κακές παρέες/τα πολλά λεφτά.|| Μου ~ασε το κέφι. ~ασε τη δημόσια εικόνα/φήμη του. Δεν σκοπεύω να ~άσω την ατμόσφαιρα/το καλό κλίμα με παράπονα. Σιγά μη ~άσω την ηρεμία μου (= μη σκοτιστώ)! 4. (μτφ.-προφ.) ξοδεύω, σπαταλώ: ~ασαν πολλά χρήματα/πολύ ρεύμα. Μη ~άς (= τρως, χαραμίζεις) τον καιρό/τον χρόνο/την ώρα σου άσκοπα! 5. (μτφ.-προφ.) ανταλλάσσω (χαρτο)νόμισμα με άλλα μικρότερης, αλλά ίσης συνολικής αξίας: Έχεις/μπορείς να μου ~άσεις πενήντα ευρώ; ● χαλά 1. παθαίνει βλάβη, ζημιά: ~ασε το κομπιούτερ/η τηλεόραση (= τα 'παιξε). Έχει ~άσει το ασανσέρ/η συσκευή (= δεν λειτουργεί). ~ασμένο: αυτοκίνητο/εξάρτημα/ρολόι.|| Έχουν ~άσει (= φθαρεί) τα παπούτσια.|| (αλλοιώνεται:) ~ασε το γάλα (= ξίδιασε)/τυρί (= ξίνισε). ~ασμένες: τροφές (: μπαγιάτικες). ~ασμένα: ψάρια.|| Της ~ασε το μακιγιάζ. 2. (μτφ.-προφ.) ακυρώνεται, διακόπτεται, ματαιώνεται: ~ασε η δουλειά/συνεργασία. Ο γάμος τους ~ασε (= διαλύθηκε). ~ασαν τα σχέδιά μας. 3. (μτφ.-προφ.) επιδεινώνεται, μεταβάλλεται προς το χειρότερο: ~ασε ο καιρός.|| Το πρόσωπό/σώμα της έχει ~άσει (= ασχημύνει). Πβ. σκαρτεύω.|| Μου ~ασε (= κόπηκε) η διάθεση. ● Παθ.: χαλιέμαι (μτφ.-προφ.): λυπάμαι, στενοχωριέμαι: Μη ~ιέσαι (= στραβώνεις), μπορούμε να πάμε και αύριο για ψώνια. ~άστηκα με τη συμπεριφορά του. ● ΦΡ.: δε(ν) χάθηκε/δε(ν) χάλασε/δε(ν) θα χαλάσει (κι) ο κόσμος (προφ.): δεν έγινε και τίποτα, δεν πειράζει: Εντάξει, κι αν αργήσουμε λιγάκι, ~ ~. ~ ~, αν περιμένουμε καμιά ώρα. Πβ. κανένα πρόβλημα!, εδώ θα τα χαλάσουμε (προφ.): δεν θα συμφωνήσουμε, θα μαλώσουμε: Α, ~ ~!|| Δεν βαριέσαι, ~ ~;, με χαλάει/ρίχνει (προφ.): με δυσαρεστεί, με ενοχλεί, με στενοχωρεί: ~ ~ η αγένεια/αναισθησία (πβ. ξενερώνω). Δεν με χάλασαν καθόλου τα σχόλια τους (βλ. δεν με πολυχαλάει).|| Αυτή η συννεφιά με ρίχνει (ψυχολογικά). Βλ. μου τη βιδώνει. ΑΝΤ. με φτιάχνει (κάποιος/κάτι) (1), ο κόσμος να χαλάσει (προφ.): ό,τι κι αν συμβεί, σε κάθε περίπτωση: Θα πάω/θα τα καταφέρω, ~ ~!, τα χαλάω (με κάποιον) (μτφ.-προφ.): διακόπτω σχέση, συνήθ. ερωτική· χωρίζω: Τα ~ασε με τον φίλο της. Δεν ήθελε να τα ~άσει μαζί της.|| Τα ~ασαν. ΑΝΤ. τα φτιάχνω (με κάποιον) (1), τη/το/τα χαλάω (σε κάποιον) (προφ.): καταστρέφω την καλή διάθεση, το ευχάριστο κλίμα· ανατρέπω σχέδια ή προσδοκίες: Άσε με να χορέψω, μη μου το ~άς! Αν φύγετε τόσο νωρίς, μας το ~άτε.|| Τώρα μου τα ~άς, άλλα μου έλεγες πριν. Είχαν κανονίσει εκδρομή και τους τα ~ασε η βροχή., χαλάει κόσμο (μτφ.-προφ.): έχει πολύ μεγάλη επιτυχία (εισπρακτική, εμπορική): ~ ~ η παράσταση., χαλάει ο κόσμος (μτφ.-προφ.): γίνεται χαμός: ~ασε ~ από τα βεγγαλικά/τις φωνές.|| (για κακοκαιρία:) ~ ~ από τις αστραπές. Βλ. κοσμοχαλασιά, χαλασμός Κυρίου.|| ~ ~ με τις τελευταίες αποκαλύψεις., χαλάει τον κόσμο (μτφ.-προφ.): προκαλεί μεγάλη φασαρία ή αναταραχή: ~ασε ~ με τα γέλια/με τις φωνές της.|| ~ασε ~ να τον βρει (βλ. έφαγα τον κόσμο)., χάλασε ο κόσμος (μτφ.-προφ.): τα πράγματα, οι άνθρωποι χειροτέρεψαν: Πάει, ~ ~!, έκοψε η μαγιονέζα βλ. μαγιονέζα, μη χαλάς το συκώτι σου! βλ. συκώτι, μου φτιάχνει/μου χαλάει τη μέρα βλ. μέρα, σπασμένο/χαλασμένο τηλέφωνο βλ. τηλέφωνο, το πολύ ταμάχι χαλάει το στομάχι βλ. ταμάχι, τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς βλ. αράπης, αραπίνα, χαλάει την πιάτσα βλ. πιάτσα, χάλασε η μανέστρα βλ. μανέστρα, χαλάω τη ζαχαρένια/την καρδιά μου βλ. ζαχαρένια, χαλάω τη μόστρα/τα μούτρα βλ. μόστρα, χαλάω τη σούπα/τη μαγιά βλ. σούπα [< αρχ. χαλώ ‘χαλαρώνω, μειώνω’, μεσν. ~] | |
| 56332 | χαμάδα | χα-μά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ώριμος καρπός, συνήθ. ελιάς, πεσμένος στο έδαφος. | |
| 56333 | χαμαί | χα-μαί επίρρ. (αρχαιοπρ.): (κυρ. στην Κύπρο) χάμω. [< αρχ. χαμαί] | |
| 56334 | χαμαι- & χαμαί- & χαμ- | (λόγ.): το αρχ. επίρρημα χαμαί ως α' συνθετικό λέξεων: χαμαί-μηλον (= χαμομήλι).|| Χαμαι-λέοντας.|| (μτφ.-μειωτ.) Xαμαι-τυπείο. Χαμ-ερπής. | |
| 56335 | χαμαίζηλος | , η, ο χα-μαί-ζη-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): χαμερπής. [< μτγν. χαμαίζηλος] | |
| 56336 | χαμαιλεοντισμός | χα-μαι-λε-ο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-λόγ.) η τάση ενός ατόμου να μεταβάλλει τις θέσεις, τη στάση, τη συμπεριφορά του, ανάλογα με το προσωπικό συμφέρον ή τις επικρατούσες συνθήκες: πολιτικός ~. Βλ. καιροσκοπισμός. 2. ΒΙΟΛ. ομοιοχρωμία. Βλ. -ισμός. | |
| 56337 | χαμαιλέων | χα-μαι-λέ-ων ουσ. (αρσ.) & χαμαιλέοντας 1. ΖΩΟΛ. εντομοφάγο, κυρ. δενδρόβιο ερπετό του Παλαιού Κόσμου (γένος Chamaeleo), αργοκίνητο, με ελικοειδή ουρά, εξογκωμένα μάτια που έχουν την ικανότητα να κινούνται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, μεγάλη μακρόστενη γλώσσα, την οποία εκτινάσσει για να πιάνει την τροφή του, και χρώμα δέρματος που προσαρμόζεται στο περιβάλλον. Βλ. καμουφλάζ, μιμητισμός, ομοιοχρωμία, σαύρα. 2. (μτφ.) πρόσωπο που μεταβάλλει τις θέσεις, τη στάση, τη συμπεριφορά του, ανάλογα με το προσωπικό συμφέρον ή τις επικρατούσες συνθήκες: ~οντες της πολιτικής. Βλ. ευέλικτος, καιροσκόπος, συμφεροντολόγος.|| Γυναίκα/ηθοποιός-~ (: που μπορεί εύκολα να μεταμορφωθεί ανάλογα με τις ανάγκες του ρόλου). [< αρχ. χαμαιλέων, γαλλ. caméléon, αγγλ. chameleon] | |
| 56338 | χαμαίμηλον | χα-μαί-μη-λον ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) χαμαίμηλο (λόγ.): χαμομήλι. [< μτγν. χαμαίμηλον] | |
| 56339 | χαμαιτυπείο | [χαμαιτυπεῖο] χα-μαι-τυ-πεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): καταγώγιο, οίκος ανοχής· κατ' επέκτ. χώρος όπου επικρατεί διαφθορά, ηθική κατάπτωση. Πβ. διαφθορείο. [< μτγν. χαμαιτυπεῖον] | |
| 56340 | χαμάλης | χα-μά-λης ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται κοπιαστική, συνήθ. χειρωνακτική εργασία· παλαιότ. αχθοφόρος: Δεν θα γίνω εγώ ο ~ σου! Δεν κάνω τον ~η κανενός! Πβ. παιδί για όλες τις δουλειές, υπηρέτης.|| Δουλεύει ~ στη λαχαναγορά. Πβ. βαστάζος, κουβαλητής. [< τουρκ. hamal] | |
| 56341 | χαμαλίκι | χα-μα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): χαμαλοδουλειά: Κάνει ~ια. Βλ. -ίκι. [< τουρκ. hamallık] | |
| 56342 | χαμαλοδουλειά | χα-μα-λο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κοπιαστική, σκληρή χειρωνακτική εργασία, που συνήθ. θεωρείται ταπεινωτική: Βγάζει/κάνει/φορτώνεται όλη τη ~/όλες τις ~ές. Πβ. βρόμικη δουλειά, λάντζα, χοντροδουλειά. ΣΥΝ. χαμαλίκι | |
| 56343 | χαμάμ | χα-μάμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ανατολίτικου τύπου ομαδικό ατμόλουτρο και θερμόλουτρο: τουρκικό ~. Έκανε ~. Βλ. σάουνα, τζακούζι, υδρομασάζ. 2. (μτφ.) κλειστός χώρος όπου επικρατεί πολλή ζέστη και υγρασία: Το δωμάτιο έχει γίνει ~! [< τουρκ. hamam] | |
| 56344 | χαμένος | , η, ο χα-μέ-νος επίθ. 1. που ο κάτοχός του δεν γνωρίζει την παρούσα στιγμή πού βρίσκεται, δεν μπορεί να τον εντοπίσει· κατ' επέκτ. που δεν έχει φτάσει στον τελικό προορισμό του, δεν έχει δοθεί στον παραλήπτη του: ~η: βαλίτσα. ~ο: βιβλίο/δαχτυλίδι/κινητό/κλειδί. ~ες: σελίδες/σημειώσεις.|| Ήταν ~ για πολλές μέρες (: δεν είχαμε επαφή μαζί του).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: φάκελος. ~ο: αρχείο. ~α: δεδομένα. Ανάκτηση ~ου κωδικού (πρόσβασης).|| ~ο: γράμμα/δέμα/πακέτο.|| (μτφ.) Συμπλήρωσε τα ~α κομμάτια του παζλ (: έλυσε το μυστήριο). 2. που δεν υπάρχει πια, που είναι αδύνατον να αποκτηθεί, να δημιουργηθεί ή να αποκατασταθεί εκ νέου: ~ος: πολιτισμός. Ο (θρύλος/μύθος) της ~ης Ατλαντίδας. Τα ~α έργα/ποιήματα ενός δημιουργού.|| Διατήρηση του ~ου βάρους. Ο οργανισμός αναπληρώνει τα ~α υγρά.|| ~ες: ημέρες εργασίας (λόγω της απεργίας). ~η εξεταστική/~ο εξάμηνο/~α μαθήματα λόγω καταλήψεων. Αναπληρώθηκαν οι ~ες ώρες διδασκαλίας.|| (για αφηρημένη έννοια:) ~η: αξιοπρέπεια/εμπιστοσύνη/παιδικότητα. ~ο: μεγαλείο. ~ες: ελπίδες/προσδοκίες. Τα χρόνια της ~ης αθωότητας. Επανακτώ/ξαναβρίσκω τη ~η μου αυτοπεποίθηση/ισορροπία. 3. που έχει ηττηθεί σε μια αναμέτρηση ή έχει ζημιωθεί· που δεν έχει κερδηθεί: (ως ουσ.) ο ~ των εκλογών. Νικητές και ~οι. Οι ~οι του διαγωνισμού/του πολέμου.|| Στο τέλος βγήκε ~ (από την επιλογή του).|| ~ος: αγώνας. ~η: δίκη/μάχη/παρτίδα (σκάκι)/πρόκριση. 4. που έχει χάσει τον προσανατολισμό του μέσα σε μεγάλο και συνήθ. δύσβατο μέρος και δεν ξέρει πού να πάει: ~οι: ορειβάτες. ~ στα βουνά/στην έρημο/στη ζούγκλα/στον ωκεανό.|| (μτφ.) ~ στις αναμνήσεις/σκέψεις του. Αισθάνομαι/νιώθω τελείως ~ (: δεν ξέρω τι μου συμβαίνει, είμαι μπερδεμένος). 5. που δεν είχε αποτέλεσμα, που δεν αξιοποιήθηκε σωστά, κατάλληλα: ~α: λεφτά/λόγια (πβ. τζάμπα). Είναι ~ (= άδικος) χρόνος να προσπαθήσεις να τον πείσεις. Ο κόπος μου πήγε ~ (βλ. ματαιοπονία). Πβ. πεταμένος.|| ~ος: χώρος (πβ. αναξιοποίητος). ~ο: πέναλτι/τρίποντο (= άστοχο). ~ες: προσπάθειες/ψήφοι (= άκυρες). Μην αφήσεις τέτοια ευκαιρία να πάει ~η. Τέτοιο ταλέντο δεν πρέπει να πάει ~ο (= ανεκμετάλλευτο). 6. που δεν είναι συγκεντρωμένος, που δίνει την εντύπωση ότι είναι απορροφημένος στις σκέψεις του: Είναι ~ στο Διάστημα (: εκτός τόπου και χρόνου)/στον κόσμο του!|| (κατ' επέκτ.) Κοίταζε με ~ο ύφος. Πβ. αφηρημένος. 7. πεθαμένος, νεκρός· κατεστραμμένος: Άδικα/πρόωρα ~ καλλιτέχνης/συγγενής/φίλος. Οι ~οι (= σκοτωμένοι) στον πόλεμο. Χιλιάδες ~ες ζωές. Βλ. αδικο~.|| Ολοκληρωτικά ~η (= αφανισμένη) πόλη. 8. καταδικασμένος, που δεν ξέρει τι να κάνει: Αν κλείσει η εταιρεία, πάμε ~οι!|| Είναι εντελώς ~ χωρίς την γυναίκα του. Βλ. σαστισμένος. 9. που βρίσκεται σε απομακρυσμένο μέρος, μακριά από τους ανθρώπους: Νησί ~ο στον ωκεανό. 10. αχρείος, τιποτένιος: (υβριστ.) Άντε, βρε, ~ε! Πβ. ελεεινός. ● ΣΥΜΠΛ.: χαμένη γενιά 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. χαρακτηρισμός της γενιάς κυρ. των Αμερικανών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, εξαιτίας του κλίματος απογοήτευσης και περιφρόνησης των παραδοσιακών αξιών που επικράτησε μετά το τέλος του· κυρ. κατ΄επέκτ. γενιά χωρίς αξίες, ιδανικά. 2. ΛΟΓΟΤ. Αμερικανοί συγγραφείς, οι οποίοι μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ταξίδεψαν στην Ευρώπη, εγκαταστάθηκαν κυρ. στο Παρίσι ή/και στράφηκαν στον σοσιαλισμό, απορρίπτοντας απογοητευμένοι τις παραδοσιακές αμερικανικές αξίες. [< αμερικ. lost generation, 1926] , χαμένη υπόθεση ΣΥΝ. καμένο χαρτί 1. κατάσταση με την οποία δεν χρειάζεται να ασχοληθεί κάποιος, γιατί η έκβασή της θα είναι αναπόφευκτα αρνητική. 2. αποτυχημένος άνθρωπος, χωρίς δυνατότητες βελτίωσης: Από τότε που έμπλεξε με τα ναρκωτικά είναι ~ ~. Πβ. τελειωμένος. [< αγγλ. lost cause] ● ΦΡ.: στα χαμένα (προφ.) 1. σε κατάσταση σύγχυσης, χωρίς να ξέρω πού βρίσκομαι ή τι πρέπει να κάνω: Κοιτάζει/περπατούσε ~ ~. 2. χωρίς θετικό αποτέλεσμα, άσκοπα, μάταια: Όλος ο κόπος μου πήγε ~ ~. ΣΥΝ. εις μάτην, του κάκου, τα 'χω χαμένα 1. είμαι σαστισμένος, βρίσκομαι σε σύγχυση: Τα 'χω (εντελώς/λίγο) ~ με την κατάσταση που επικρατεί, δεν ξέρω τι να κάνω. Πβ. τα έχασα. 2. {στο γ' πρόσ.} (μειωτ.) έχω χάσει τα λογικά μου. ΑΝΤ. τα 'χω τετρακόσια, η θεωρία της χαμένης ψήφου βλ. ψήφος, καλύπτω/ανακτώ/(ξανα)κερδίζω το χαμένο έδαφος βλ. έδαφος, κερδίζω (τον) χαμένο χρόνο βλ. κερδίζω, το 'χει χαμένο/το 'χασε τελείως(/εντελώς)/το 'χει χάσει βλ. χάνω, χαμένο κορμί βλ. κορμί, χαμένος/καμένος από χέρι βλ. χέρι ● βλ. χάνω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. χάνω] | |
| 56345 | χαμέρπεια | χα-μέρ-πει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χαμερπή. Πβ. δουλο-, μικρο-πρέπεια, ελεειν-, ποταπ-ότητα, ευτέλεια. | |
| 56346 | χαμερπής | , ής, ές χα-μερ-πής επίθ. {χαμερπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που συμπεριφέρεται με δουλοπρέπεια προκειμένου να κερδίσει τη συμπάθεια των γύρω του και να εξυπηρετήσει προσωπικά του συμφέροντα· τιποτένιος: ~ή και γλοιώδη υποκείμενα. Πβ. κόλακας, μικροπρεπής.|| (κατ' επέκτ.) ~ής: συμπεριφορά. ~ή: ένστικτα/κίνητρα. Πβ. ποταπός. ● επίρρ.: χαμερπώς [-ῶς] [< μτγν. χαμερπής, γαλλ. rampant] | |
| 56347 | χαμηλο- & χαμηλό- | α' συνθετικό με αναφορά σε 1. μικρό ύψος: χαμηλο-τάβανος (ΑΝΤ. ψηλο-).|| (κατ' επέκτ.) Χαμηλό-φωνος (ΑΝΤ. μεγαλό-).|| (μτφ.) Χαμηλο-βλεπούσα. 2. (μτφ.) κατώτερη βαθμίδα ή μισθολογική κλίμακα: χαμηλό-βαθμος.|| Χαμηλο-συνταξιούχοι. | |
| 56348 | χαμηλόβαθμος | , η, ο χα-μη-λό-βαθ-μος επίθ. ΑΝΤ. υψηλόβαθμος 1. που κατέχει χαμηλό βαθμό σε κλίμακα ιεραρχίας ή αξιολόγησης: ~ος: αξιωματικός/αστυνομικός/υπάλληλος. ~ο: προσωπικό. ~α: διοικητικά στελέχη. (ως ουσ.) Οι ~οι.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: θέσεις (εργασίας).|| (ΙΑΤΡ.) ~η δυσπλασία (: μικρού βαθμού). Βλ. -βαθμος. 2. που έχει συγκεντρώσει χαμηλή βαθμολογία: ~οι: μαθητές/υποψήφιοι/φοιτητές.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: σχολές. ~α: τμήματα. 3. που έχει μικρή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα: ~α: κρασιά. | |
| 56349 | χαμηλοβλεπούσα | [χαμηλοβλεποῦσα] χα-μη-λο-βλε-πού-σα ουσ. (θηλ.) (ειρων.): ντροπαλή, συνεσταλμένη, σεμνότυφη κοπέλα ή γυναίκα. Πβ. αρσακειάδα. Βλ. θεούσα, σιγανοπαπαδιά. | |
| 56350 | χαμηλοκάβαλος | , η, ο χα-μη-λο-κά-βα-λος επίθ.: (για ρούχο) που το καβάλο του φτάνει χαμηλά στη μέση: ~α: τζιν.|| (ως ουσ.) Δεν της πάνε τα ~α (ενν. παντελόνια). ΣΥΝ. χαμηλόμεσος ΑΝΤ. ψηλοκάβαλος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ