| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56351 | χαμηλόμεσος | , η, ο χα-μη-λό-με-σος επίθ.: χαμηλοκάβαλος: ~η: φούστα. | |
| 56352 | χαμηλόμισθος | , η, ο χα-μη-λό-μι-σθος επίθ.: που παίρνει ή αποφέρει χαμηλό μισθό: ~ο: προσωπικό. ~οι: εργάτες/υπάλληλοι. (ως ουσ.) Οι άνεργοι και ~οι. Βλ. χαμηλοσυνταξιούχος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: απασχόληση/εργασία. ~ες: δουλειές/θέσεις. ~α: επαγγέλματα. ΑΝΤ. υψηλόμισθος [< αγγλ. low-paid, 1964] | |
| 56353 | χαμηλός | , ή, ό χα-μη-λός επίθ. {χαμηλότ-ερος, -ατος} ΑΝΤ. (υ)ψηλός 1. που απέχει απόσταση μικρότερη του συνηθισμένου, που έχει ύψος μικρότερο του κανονικού: ~ό: κτίριο/ταβάνι/τοιχίο. Τα ~ά ράφια του σούπερ-μάρκετ.|| ~ή: στάθμη (των νερών). ~ό: βάθος. Βλ. ρηχός.|| ~ή: βλάστηση. ~οί: θάμνοι. ~ά: φυτά.|| ~ά: παπούτσια (: με ~ό τακούνι).|| ~ό: ποτήρι. Πβ. κοντός.|| ~ό: ντεκολτέ (= αβυσσαλέο, βαθύ).|| (με ή σε ~ό υψόμετρο:) ~ός: λόφος. ~ή: οροσειρά. ~ές: νεφώσεις. Τα ~ά στρώματα της ατμόσφαιρας.|| (ως ουσ.) Στα ~ά (= ριζά, χαμηλώματα) του βουνού. (μτφ.) Ξεκίνησε απ' τα ~ά και κατάφερε να πλουτίσει. Έπεσε στα ~ά. Πβ. χθαμαλός. 2. του οποίου η ποσότητα, το μέγεθος, η ένταση ή η θέση σε μια κλίμακα ιεραρχίας ή αξιολόγησης είναι κάτω από το κανονικό ή το συνηθισμένο: ~οί: μισθοί (: μισθοί πείνας). ~ές: συντάξεις. ~ά: εισοδήματα. Πβ. πενιχρός.|| ~ός: μέσος όρος/συντελεστής/τζίρος. ~ή: βαθμολογία. ~οί: ρυθμοί (ανάπτυξης). ~ές: βάσεις (εισαγωγής). ~ά: προσόντα.|| ~ές: δόσεις (δανείου)/τιμές (= φτηνές).|| ~ός: πυρετός (βλ. δέκατα). ~ές: θερμοκρασίες (= κρύο).|| ~ός: αιματοκρίτης (βλ. αναιμία). ~ή: πίεση (βλ. υπόταση)/χοληστερίνη. ~ές: θερμίδες (βλ. ολιγοθερμιδικός). Τροφές με ~ή περιεκτικότητα σε λιπαρά.|| ~ός: θόρυβος/φωτισμός (= υποφωτισμός). ~ή: φωνή (= σιγανή). Βράζουμε σε ~ή φωτιά. (για κινητό:) ~ή μπαταρία/~ό σήμα. Εικόνα ~ής ανάλυσης/ευκρίνειας.|| ~οί: ήχοι. ~ές: συχνότητες. Πβ. βαθύς, βαρύς, μπάσος, χοντρός.|| ~ές στροφές (: στο αυτοκίνητο). Αμάξια ~ού κυβισμού.|| ~ή: ακροαματικότητα/απόδοση/αυτοπεποίθηση/ζήτηση/ισχύς/κατανάλωση (κινητήρα)/νοημοσύνη/ορατότητα (= περιορισμένη)/ποιότητα/χρέωση/χωρητικότητα. ~ό: ηθικό (ΑΝΤ. ακμαίο). Η κίνηση στην αγορά είναι πολύ ~ή (: πεσμένη). ~ατες επιδόσεις. Πβ. μικρός.|| Τα ~ά κοινωνικά στρώματα. Βλ. -ηλός. ● Ουσ.: χαμηλό (το): ΟΙΚΟΝ. (για το Χρηματιστήριο) ενν. επίπεδο τιμών: Ο Γενικός Δείκτης κατέγραψε/σημείωσε νέο (ιστορικό) ~ της τάξης των ... μονάδων. ● Υποκ.: χαμηλούτσικος , η/ια, ο ● επίρρ.: χαμηλά: πόνος ~ στην κοιλιά. Το αεροπλάνο πετούσε ~.|| ~ αμειβόμενοι (= χαμηλόμισθοι).|| (μτφ.) Έχει πέσει πολύ ~ στην εκτίμησή μου. ΑΝΤ. ψηλά (1) ● ΣΥΜΠΛ.: χαμηλή πολιτική: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται σε τομείς δευτερεύουσας σημασίας: ζητήματα/θέματα ~ής ~ής (: τουρισμός, ναυτιλία). Συμφωνίες ~ής ~ής. ΑΝΤ. υψηλή πολιτική [< αγγλ. low politics] , υψηλού/χαμηλού κινδύνου βλ. κίνδυνος, χαμηλή πτήση βλ. πτήση, χαμηλό βαρομετρικό βλ. βαρομετρικός ● ΦΡ.: στο χαμηλό παιχνίδι: (κυρ. στο ποδόσφαιρο) στην περίπτωση που η μπάλα βρίσκεται και παίζεται στο έδαφος, οπότε πλεονέκτημα έχουν συνήθ. παίκτες με χαμηλό κέντρο βάρους που χειρίζονται άνετα την μπάλα: Έχει ευχέρεια/παρουσιάζει αδυναμίες ~ ~.|| (για τερματοφύλακα) Καλός ~ ~ (: με αποτελεσματικά ρεφλέξ). ΣΥΝ. με την μπάλα στα πόδια ΑΝΤ. στο ψηλό παιχνίδι, απ' τα ψηλά στα χαμηλά (και απ' τα πολλά στα λίγα) βλ. ψηλός, χαμηλοί τόνοι βλ. τόνος1 [< αρχ. χαμηλός] | |
| 56354 | χαμηλοσυνταξιούχος | [χαμηλοσυνταξιοῦχος] χα-μη-λο-συ-ντα-ξι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: πρόσωπο που παίρνει χαμηλή σύνταξη: στήριξη των ~ων. ΣΥΝ. μικροσυνταξιούχος. Βλ. χαμηλόμισθος, -ούχος1. | |
| 56355 | χαμηλοτάβανος | , η, ο χα-μη-λο-τά-βα-νος επίθ.: που έχει χαμηλό ταβάνι: ~ο: διαμέρισμα/δωμάτιο. Το σπίτι είναι ~ο. ΑΝΤ. ψηλοτάβανος [< αγγλ. low-ceilinged] | |
| 56356 | χαμηλοτάκουνος | , η, ο χα-μη-λο-τά-κου-νος επίθ.: με χαμηλό τακούνι: ~ες: γόβες.|| (ως ουσ.) Φορά ~α (ενν. παπούτσια). Βλ. φλατ. ΑΝΤ. ψηλοτάκουνος | |
| 56357 | χαμηλότοκος | , η, ο χα-μη-λό-το-κος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που έχει χαμηλό τόκο: ~ος: δανεισμός/λογαριασμός (: ανοιχτός, τρεχούμενος). ~ες: πιστώσεις. ~α: δάνεια (βλ. πράσινο δάνειο)/επιτόκια/ομόλογα. Βλ. -τοκος. ΑΝΤ. υψηλότοκος | |
| 56358 | χαμηλόφωνος | , η, ο χα-μη-λό-φω-νος επίθ. 1. που γίνεται με χαμηλή φωνή: ~η: μουσική/συζήτηση (βλ. πίτσι-πίτσι). Πβ. μουρμουρ-, ψιθυρ-ιστός. Βλ. -φωνος. ΑΝΤ. μεγαλόφωνος, υψηλόφωνος, φωναχτός (1) 2. (μτφ.) που κρατά χαμηλούς τόνους: (για πρόσ.) σεμνός και ~ (: μετριοπαθής).|| ~ο: ύφος. ● επίρρ.: χαμηλόφωνα: Κουβέντιαζαν ~ (= σιγοκουβέντιαζαν). | |
| 56359 | χαμήλωμα | χα-μή-λω-μα ουσ. (ουδ.) {χαμηλώμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαμηλώνω: ~ του ύψους (της καρέκλας). Ειδικά ελατήρια για ~ του αυτοκινήτου.|| (μτφ.) ~ των τιμών (= κατέβασμα, μείωση, πτώση).|| ~ της έντασης (της μουσικής)/φωνής. ΑΝΤ. δυνάμωμα.|| (ως ουσ., λαϊκό) Στα ~ατα (= ριζά, χαμηλά) του βουνού. [< μεσν. χαμήλωμα] | |
| 56360 | χαμηλώνω | χα-μη-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χαμήλω-σα, χαμηλώ-σει, χαμηλών-οντας, χαμηλω-μένος} ΣΥΝ. κατεβάζω 1. μειώνω το ύψος, μετακινώ προς τα κάτω: Σπορ ανάρτηση που ~ει το αυτοκίνητο. ΑΝΤ. ψηλώνω.|| ~ το κέντρο βάρους μου/το κεφάλι (πβ. σκύβω). ~σε το βλέμμα/τα μάτια (από ντροπή). ΑΝΤ. (αν)υψώνω. 2. ελαττώνω, μειώνω το μέγεθος: ~σαν (= έριξαν) το κόστος/τις τιμές.|| ~ τον θερμοστάτη (: τους βαθμούς θερμοκρασίας)/το ραδιόφωνο (: την ένταση του ήχου)/τη φωτιά (: τη θερμότητα, κατά το μαγείρεμα). (σε οδηγό:) Χαμήλωσε ταχύτητα! ~μένη: μουσική. ~μένα: φώτα.|| (μτφ.) ~ τις απαιτήσεις/προσδοκίες. ● χαμηλώνει: κατεβαίνει· ελαττώνεται, μειώνεται: Η στάθμη του νερού ~. Τo ελικόπτερο ~σε (: πλησίασε στο έδαφος). Ο ήλιος άρχισε να ~ (= δύει). (μτφ.) ~ ο πήχης εισαγωγής σε ΑΕΙ και ΤΕΙ (: πέφτουν οι βάσεις).|| Η ένταση/το ποσοστό ~ σταδιακά (ΑΝΤ. αυξάνεται). ● ΦΡ.: πέφτουν/χαμηλώνουν/κατεβαίνουν οι τόνοι & ρίχνω/χαμηλώνω/κατεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, χαμηλώνω τη φωνή μου βλ. φωνή [< μεσν. χαμηλώνω] | |
| 56361 | χαμίνι | χα-μί-νι ουσ. (ουδ.) (παρωχ.-λαϊκό): αλητάκι, αλάνι: τα ~ια του δρόμου. [< γαλλ. gamin] | |
| 56362 | χαμο- & χαμό- | α' συνθετικό με τη σημασία του 1. χαμηλού: χαμό-κλαδο/~μηλο (πβ. χαμαι-). Xαμο-λούλουδα. 2. (κατ' επέκτ.-λαϊκό) ταπεινού: χαμό-σπιτο (πβ. φτωχο-).|| Xαμο-ζωή (βλ. παλιο-, σκυλο-). 3. (μτφ.) ελαφρού, διακριτικού: χαμο-γελώ. | |
| 56363 | χαμογελαστός | , ή, ό χα-μο-γε-λα-στός επίθ.: που χαμογελά: ~ό: κορίτσι. Μας υποδέχτηκε ~. Πβ. χαρούμενος, χαρωπός.|| (κατ' επέκτ.) ~ό: βλέμμα/πρόσωπο. ~ά: μάτια.|| (μτφ.) Ηλιόλουστες ~ές μέρες. ● επίρρ.: χαμογελαστά | |
| 56364 | χαμογελάω | βλ. χαμογελώ | |
| 56365 | χαμόγελο | χα-μό-γε-λο ουσ. (ουδ.) 1. έκφραση του προσώπου που χαρακτηρίζεται από ανασήκωμα των άκρων των χειλιών, για εξωτερίκευση συνήθ. θετικού συναισθήματος: αδιόρατο/αινιγματικό/αφοπλιστικό/αχνό (βλ. υπομειδίαμα)/γλυκό/διαβολικό ή σατανικό/ειλικρινές/ειρωνικό/ελαφρύ (βλ. μειδίαμα)/ευγενικό/ζεστό/ηλίθιο/θλιμμένο/καλοσυνάτο/κρυφό/μελαγχολικό/μυστηριώδες/ναζιάρικο/πηγαίο/πονηρό/προσποιητό/σαρδόνιο/σαρκαστικό/στραβό/συγκρατημένο/τρυφερό/υποκριτικό/φευγαλέο/ψεύτικο/ψυχρό ~. Κοριτσίστικα/νεανικά/παιδικά ~α. ~ αισιοδοξίας/αμηχανίας/ευτυχίας/ικανοποίησης/χαράς. Καλημέρα με ~α. Ένα πικρό ~ στα χείλη. Ένα ~ διαγράφηκε/σχηματίστηκε/χαράχτηκε στο πρόσωπό της. Είναι πάντα με το ~ (= χαμογελαστός). Μας υποδέχτηκε μ' ένα μεγάλο/πλατύ/τεράστιο/φαρδύ ~ (= μ' ένα ~ μέχρι τ' αυτιά). Φόρεσε το πιο γοητευτικό/σαγηνευτικό της ~. Μοιράζει/σκορπά/χαρίζει ~α. Βλ. γέλιο.|| (ΙΑΤΡ.) Ουλικό ~ (: φαίνονται τα ούλα). 2. (κατ' επέκτ.) χαρά: Άνθισε/πάγωσε το ~ στα χείλη του. Του κόπηκε το ~ μόλις έμαθε τα νέα. Εξαφανίστηκε/έσβησε/χάθηκε το ~ απ' το πρόσωπό του.|| Η αύξηση των πωλήσεων έφερε/προκάλεσε ~α. Με ~α έκλεισε το Χρηματιστήριο. Πβ. κλίμα ευφορίας. 3. (κατ' επέκτ.) λαιμόκοψη που φτάνει μέχρι τις αρθρώσεις των ώμων: μπλούζα με (βαθύ) ~. Βλ. βε, ντεκολτέ. 4. (κατ΄επέκτ.) λευκά και καλοσχηματισμένα δόντια: αστραφτερό/δροσερό/κατάλευκο/υγιές/φωτεινό ~. ● Υποκ.: χαμογελάκι (το) 1. στη σημ.1: ~ια και αστειάκια. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εμότικον με χαμόγελο: :) ή :-) ΣΥΝ. γελάκι (2) [< 2: αγγλ. smiley, 1987] ● ΦΡ.: σκάω (ένα) χαμόγελο βλ. σκάω | |
| 56366 | χαμογελώ | [χαμογελῶ] χα-μο-γε-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χαμογελ-άς ..., -ώντας | χαμογέλ-ασα, -άσει} & χαμογελάω 1. ανασηκώνω τις άκρες των χειλιών μου, προς δήλωση συνήθ. θετικού συναισθήματος: ~ασε από χαρά/ικανοποιημένος. Τον κοίταξε, ~ώντας αινιγματικά/αμήχανα/γλυκά/ειρωνικά/ελαφρά (πβ. (υπο)μειδιώ)/πλατιά/πονηρά/σαρκαστικά.|| Μου ~ασε με νόημα. ~ασε στην κάμερα/στον φακό. Πβ. σκάω (ένα) χαμόγελο.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ά το πρόσωπό του/~ούν τα μάτια του (: είναι χαρούμενος). ~ά ο ήλιος/ουρανός (: για ηλιόλουστη μέρα). 2. (μτφ.) χαίρομαι: Στο άκουσμα της είδησης κάποιοι θα ~άσουν και κάποιοι θα στενοχωρηθούν. Έχει κάθε λόγο να ~ά· όλα του πάνε τέλεια. ● ΦΡ.: (κάτι) χαμογελά (σε κάποιον) (μτφ.): διάκειται ευνοϊκά απέναντί του: Τ' άστρα σας ~ούν! Κάποια ευκαιρία θα σας ~άσει!|| Η άνοιξη μας ~!, γέλασε/έσκασε/χαμογέλασε το χειλάκι του βλ. χείλι, η τύχη μού γελάει/μού χαμογελάει βλ. τύχη [< μεσν. χαμογελώ] | |
| 56367 | χαμόδεντρο | χα-μό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρό, χαμηλό δέντρο. Πβ. θάμνος. [< μεσν. χαμόδεντρον] | |
| 56368 | χαμοζωή | χα-μο-ζω-ή ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): φτωχική, άθλια ζωή. | |
| 56369 | χαμοκέλα | χα-μο-κέ-λα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.-λαϊκό): χαμόσπιτο. | |
| 56370 | χαμοκέρασο | χα-μο-κέ-ρα-σο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): (αγριο)φράουλα. [< μτγν. χαμαικέρασος (ὁ)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ