| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56365 | χαμόγελο | χα-μό-γε-λο ουσ. (ουδ.) 1. έκφραση του προσώπου που χαρακτηρίζεται από ανασήκωμα των άκρων των χειλιών, για εξωτερίκευση συνήθ. θετικού συναισθήματος: αδιόρατο/αινιγματικό/αφοπλιστικό/αχνό (βλ. υπομειδίαμα)/γλυκό/διαβολικό ή σατανικό/ειλικρινές/ειρωνικό/ελαφρύ (βλ. μειδίαμα)/ευγενικό/ζεστό/ηλίθιο/θλιμμένο/καλοσυνάτο/κρυφό/μελαγχολικό/μυστηριώδες/ναζιάρικο/πηγαίο/πονηρό/προσποιητό/σαρδόνιο/σαρκαστικό/στραβό/συγκρατημένο/τρυφερό/υποκριτικό/φευγαλέο/ψεύτικο/ψυχρό ~. Κοριτσίστικα/νεανικά/παιδικά ~α. ~ αισιοδοξίας/αμηχανίας/ευτυχίας/ικανοποίησης/χαράς. Καλημέρα με ~α. Ένα πικρό ~ στα χείλη. Ένα ~ διαγράφηκε/σχηματίστηκε/χαράχτηκε στο πρόσωπό της. Είναι πάντα με το ~ (= χαμογελαστός). Μας υποδέχτηκε μ' ένα μεγάλο/πλατύ/τεράστιο/φαρδύ ~ (= μ' ένα ~ μέχρι τ' αυτιά). Φόρεσε το πιο γοητευτικό/σαγηνευτικό της ~. Μοιράζει/σκορπά/χαρίζει ~α. Βλ. γέλιο.|| (ΙΑΤΡ.) Ουλικό ~ (: φαίνονται τα ούλα). 2. (κατ' επέκτ.) χαρά: Άνθισε/πάγωσε το ~ στα χείλη του. Του κόπηκε το ~ μόλις έμαθε τα νέα. Εξαφανίστηκε/έσβησε/χάθηκε το ~ απ' το πρόσωπό του.|| Η αύξηση των πωλήσεων έφερε/προκάλεσε ~α. Με ~α έκλεισε το Χρηματιστήριο. Πβ. κλίμα ευφορίας. 3. (κατ' επέκτ.) λαιμόκοψη που φτάνει μέχρι τις αρθρώσεις των ώμων: μπλούζα με (βαθύ) ~. Βλ. βε, ντεκολτέ. 4. (κατ΄επέκτ.) λευκά και καλοσχηματισμένα δόντια: αστραφτερό/δροσερό/κατάλευκο/υγιές/φωτεινό ~. ● Υποκ.: χαμογελάκι (το) 1. στη σημ.1: ~ια και αστειάκια. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εμότικον με χαμόγελο: :) ή :-) ΣΥΝ. γελάκι (2) [< 2: αγγλ. smiley, 1987] ● ΦΡ.: σκάω (ένα) χαμόγελο βλ. σκάω | |
| 56366 | χαμογελώ | [χαμογελῶ] χα-μο-γε-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χαμογελ-άς ..., -ώντας | χαμογέλ-ασα, -άσει} & χαμογελάω 1. ανασηκώνω τις άκρες των χειλιών μου, προς δήλωση συνήθ. θετικού συναισθήματος: ~ασε από χαρά/ικανοποιημένος. Τον κοίταξε, ~ώντας αινιγματικά/αμήχανα/γλυκά/ειρωνικά/ελαφρά (πβ. (υπο)μειδιώ)/πλατιά/πονηρά/σαρκαστικά.|| Μου ~ασε με νόημα. ~ασε στην κάμερα/στον φακό. Πβ. σκάω (ένα) χαμόγελο.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ά το πρόσωπό του/~ούν τα μάτια του (: είναι χαρούμενος). ~ά ο ήλιος/ουρανός (: για ηλιόλουστη μέρα). 2. (μτφ.) χαίρομαι: Στο άκουσμα της είδησης κάποιοι θα ~άσουν και κάποιοι θα στενοχωρηθούν. Έχει κάθε λόγο να ~ά· όλα του πάνε τέλεια. ● ΦΡ.: (κάτι) χαμογελά (σε κάποιον) (μτφ.): διάκειται ευνοϊκά απέναντί του: Τ' άστρα σας ~ούν! Κάποια ευκαιρία θα σας ~άσει!|| Η άνοιξη μας ~!, γέλασε/έσκασε/χαμογέλασε το χειλάκι του βλ. χείλι, η τύχη μού γελάει/μού χαμογελάει βλ. τύχη [< μεσν. χαμογελώ] | |
| 56367 | χαμόδεντρο | χα-μό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρό, χαμηλό δέντρο. Πβ. θάμνος. [< μεσν. χαμόδεντρον] | |
| 56368 | χαμοζωή | χα-μο-ζω-ή ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): φτωχική, άθλια ζωή. | |
| 56369 | χαμοκέλα | χα-μο-κέ-λα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.-λαϊκό): χαμόσπιτο. | |
| 56370 | χαμοκέρασο | χα-μο-κέ-ρα-σο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): (αγριο)φράουλα. [< μτγν. χαμαικέρασος (ὁ)] | |
| 56371 | χαμόκλαδο | χα-μό-κλα-δο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): χαμηλό κλαδί θάμνου· (συνεκδ. στον πληθ.) θάμνοι: ξερά/πυκνά ~α. Βλ. φρύγανο. | |
| 56372 | χαμομήλι | χα-μο-μή-λι ουσ. (ουδ.) & (προφ.) χαμόμηλο: ΒΟΤ. μονοετές ποώδες αρωματικό φυτό του αγρού (γένος Chamomilla), με μικρά λευκά άνθη σαν μαργαρίτες και καταπραϋντικές ή/και χαλαρωτικές ιδιότητες· ιδ. συνεκδ. το αφέψημα από τα αποξηραμένα άνθη του: ένα φακελάκι ~. Αιθέρια έλαια/εκχύλισμα/κομπρέσες/λάδι ~ιού. Σαπούνι με (άρωμα) ~. Βλ. αλόη, λεβάντα.|| Ένα φλιτζάνι ~. Βλ. δίκταμο, μέντα, τίλιο, τσάι, φασκόμηλο. ΣΥΝ. χαμαίμηλον ● Υποκ.: χαμομηλάκι (το) [< μεσν. χαμόμηλον] | |
| 56373 | χαμόν | χα-μόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλλαντικό ισπανικής προέλευσης από χοιρομέρι, που αποτελεί εκλεκτό έδεσμα. Πβ. ζαμπόν, προσούτο. [< ισπ. jamón] | |
| 56374 | χαμός | χα-μός ουσ. (αρσ.) 1. (προφ.-εμφατ.) αναστάτωση, αναταραχή, φασαρία: ~ για ένα εισιτήριο (πβ. πατείς με πατώ σε). Πραγματικός/τρελός ~ στις εφορίες (πβ. γίνεται το σώσε). Ο κακός ~! Μέσα στον γενικό ~ό (: στην αναμπουμπούλα, βαβούρα), έχασα τα κλειδιά μου. Πβ. κοσμο-πλημμύρα, -συρροή, πανικός.|| ~ στο γήπεδο από φωνές και συνθήματα/στους δρόμους εξαιτίας της κίνησης. Πβ. πανδαιμόνιο, πανζουρλισμός. Βλ. ανάστα ο Κύριος, γίνεται της τρελής, έγινε κόλαση.|| ~ με οικονομικά σκάνδαλα (πβ. σεισμός). Θα γίνει ~ (= της κακομοίρας), αν το μάθει. Πβ. χαλασμός. 2. (προφ.-εμφατ.) ακαταστασία: Στο γραφείο του επικρατεί (ένας) ~ (από χαρτιά και σημειώσεις). Πβ. χάος. 3. (λογοτ.) θάνατος: θλίψη για τον άδικο/αναπάντεχο/απροσδόκητο/απρόσμενο/ξαφνικό/πρόωρο/τραγικό ~ό του ... Πβ. τέλος. 4. (λογοτ.) στέρηση, απώλεια: ~ της αθωότητας/νιότης. Πβ. χάσιμο.|| Θρήνοι για τον ~ό (= άλωση, πέσιμο) της Πόλης. 5. (λογοτ.) οριστική καταστροφή: Οδηγούνται στον ~ό. Μπροστά στον επερχόμενο/επικείμενο ~ό, ... ● ΦΡ.: χαμός στο ίσιωμα/ίσωμα βλ. ίσιωμα [< μεσν. χαμός] | |
| 56375 | χαμόσπιτο | χα-μό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαμηλό φτωχικό σπίτι από ευτελή υλικά. Πβ. καλύβα, τρώγλη, φτωχόσπιτο. ΣΥΝ. χαμοκέλα | |
| 56376 | χάμου | βλ. χάμω | |
| 56377 | χάμουρα | χά-μου-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): ιπποσκευή· ειδικότ. χαλινάρια. [< ρουμ. hámuri] | |
| 56378 | χαμούρα | χα-μού-ρα ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): ανήθικη γυναίκα. | |
| 56379 | χαμούρεμα | χα-μού-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {χαμουρέμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια του χαμουρεύομαι. | |
| 56380 | χαμουρεύομαι | χα-μου-ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {χαμουρεύτηκε} (προφ.): χαϊδεύω και χαϊδεύομαι ερωτικά με κάποιον: Ένα ζευγαράκι ~όταν σ' ένα παγκάκι/στο παρκάκι. Πβ. φασώνομαι. | |
| 56381 | χαμπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση των υπολογιστών ενός δικτύου. Πβ. θύρα. [< αγγλ. hub] | |
| 56382 | χαμπάρι | χα-μπά-ρι ουσ. (ουδ.) & χαμπέρι (λαϊκό): μαντάτο, είδηση: Τι ~ια (= νέα); ● ΦΡ.: παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά βλ. παίρνω [< τουρκ. (διαλεκτ.) habar, τουρκ. haber] | |
| 56383 | χαμπαριάζω | χα-μπα-ριά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χαμπάρια-σα, χαμπαριά-σει} & (σπάν.) χαμπαρίζω (λαϊκό, συνήθ. με άρνηση) 1. δίνω σημασία, λογαριάζω, υπολογίζω: Ό,τι και να του λες, δεν ~ει μία/καθόλου. Δεν ~ει από απειλές/κούραση/τέτοια. 2. αντιλαμβάνομαι, παίρνω χαμπάρι: Του φωνάζω, αλλά φαίνεται να μη ~ει. Δεν είχα ~σει τίποτα. Πβ. γρικώ. 3. γνωρίζω, κατέχω κάτι: Δεν ~ει (= δεν έχει ιδέα, δεν σκαμπάζει) από μηχανές/υπολογιστές. | |
| 56384 | χάμπουργκερ | χά-μπουρ-γκερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΜΑΓΕΙΡ. σάντουιτς από στρογγυλό ψωμάκι, με μπιφτέκι και συνήθ. διάφορα συνοδευτικά: ~ με κέτσαπ/μαγιονέζα/μαρούλι/μπέικον/ντομάτα/τυρί (= τσίζμπεργκερ). ~ και αναψυκτικό/πατάτες τηγανητές. Πβ. μπέργκερ. Βλ. φαστ φουντ, χοτ ντογκ. ● Υποκ.: χαμπουργκεράκι (το) [< αμερικ. hamburger, 1908, γαλλ. ~, 1930] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ