| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56371 | χαμόκλαδο | χα-μό-κλα-δο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): χαμηλό κλαδί θάμνου· (συνεκδ. στον πληθ.) θάμνοι: ξερά/πυκνά ~α. Βλ. φρύγανο. | |
| 56372 | χαμομήλι | χα-μο-μή-λι ουσ. (ουδ.) & (προφ.) χαμόμηλο: ΒΟΤ. μονοετές ποώδες αρωματικό φυτό του αγρού (γένος Chamomilla), με μικρά λευκά άνθη σαν μαργαρίτες και καταπραϋντικές ή/και χαλαρωτικές ιδιότητες· ιδ. συνεκδ. το αφέψημα από τα αποξηραμένα άνθη του: ένα φακελάκι ~. Αιθέρια έλαια/εκχύλισμα/κομπρέσες/λάδι ~ιού. Σαπούνι με (άρωμα) ~. Βλ. αλόη, λεβάντα.|| Ένα φλιτζάνι ~. Βλ. δίκταμο, μέντα, τίλιο, τσάι, φασκόμηλο. ΣΥΝ. χαμαίμηλον ● Υποκ.: χαμομηλάκι (το) [< μεσν. χαμόμηλον] | |
| 56373 | χαμόν | χα-μόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλλαντικό ισπανικής προέλευσης από χοιρομέρι, που αποτελεί εκλεκτό έδεσμα. Πβ. ζαμπόν, προσούτο. [< ισπ. jamón] | |
| 56374 | χαμός | χα-μός ουσ. (αρσ.) 1. (προφ.-εμφατ.) αναστάτωση, αναταραχή, φασαρία: ~ για ένα εισιτήριο (πβ. πατείς με πατώ σε). Πραγματικός/τρελός ~ στις εφορίες (πβ. γίνεται το σώσε). Ο κακός ~! Μέσα στον γενικό ~ό (: στην αναμπουμπούλα, βαβούρα), έχασα τα κλειδιά μου. Πβ. κοσμο-πλημμύρα, -συρροή, πανικός.|| ~ στο γήπεδο από φωνές και συνθήματα/στους δρόμους εξαιτίας της κίνησης. Πβ. πανδαιμόνιο, πανζουρλισμός. Βλ. ανάστα ο Κύριος, γίνεται της τρελής, έγινε κόλαση.|| ~ με οικονομικά σκάνδαλα (πβ. σεισμός). Θα γίνει ~ (= της κακομοίρας), αν το μάθει. Πβ. χαλασμός. 2. (προφ.-εμφατ.) ακαταστασία: Στο γραφείο του επικρατεί (ένας) ~ (από χαρτιά και σημειώσεις). Πβ. χάος. 3. (λογοτ.) θάνατος: θλίψη για τον άδικο/αναπάντεχο/απροσδόκητο/απρόσμενο/ξαφνικό/πρόωρο/τραγικό ~ό του ... Πβ. τέλος. 4. (λογοτ.) στέρηση, απώλεια: ~ της αθωότητας/νιότης. Πβ. χάσιμο.|| Θρήνοι για τον ~ό (= άλωση, πέσιμο) της Πόλης. 5. (λογοτ.) οριστική καταστροφή: Οδηγούνται στον ~ό. Μπροστά στον επερχόμενο/επικείμενο ~ό, ... ● ΦΡ.: χαμός στο ίσιωμα/ίσωμα βλ. ίσιωμα [< μεσν. χαμός] | |
| 56375 | χαμόσπιτο | χα-μό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαμηλό φτωχικό σπίτι από ευτελή υλικά. Πβ. καλύβα, τρώγλη, φτωχόσπιτο. ΣΥΝ. χαμοκέλα | |
| 56376 | χάμου | βλ. χάμω | |
| 56377 | χάμουρα | χά-μου-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): ιπποσκευή· ειδικότ. χαλινάρια. [< ρουμ. hámuri] | |
| 56378 | χαμούρα | χα-μού-ρα ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): ανήθικη γυναίκα. | |
| 56379 | χαμούρεμα | χα-μού-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {χαμουρέμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια του χαμουρεύομαι. | |
| 56380 | χαμουρεύομαι | χα-μου-ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {χαμουρεύτηκε} (προφ.): χαϊδεύω και χαϊδεύομαι ερωτικά με κάποιον: Ένα ζευγαράκι ~όταν σ' ένα παγκάκι/στο παρκάκι. Πβ. φασώνομαι. | |
| 56381 | χαμπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση των υπολογιστών ενός δικτύου. Πβ. θύρα. [< αγγλ. hub] | |
| 56382 | χαμπάρι | χα-μπά-ρι ουσ. (ουδ.) & χαμπέρι (λαϊκό): μαντάτο, είδηση: Τι ~ια (= νέα); ● ΦΡ.: παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά βλ. παίρνω [< τουρκ. (διαλεκτ.) habar, τουρκ. haber] | |
| 56383 | χαμπαριάζω | χα-μπα-ριά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χαμπάρια-σα, χαμπαριά-σει} & (σπάν.) χαμπαρίζω (λαϊκό, συνήθ. με άρνηση) 1. δίνω σημασία, λογαριάζω, υπολογίζω: Ό,τι και να του λες, δεν ~ει μία/καθόλου. Δεν ~ει από απειλές/κούραση/τέτοια. 2. αντιλαμβάνομαι, παίρνω χαμπάρι: Του φωνάζω, αλλά φαίνεται να μη ~ει. Δεν είχα ~σει τίποτα. Πβ. γρικώ. 3. γνωρίζω, κατέχω κάτι: Δεν ~ει (= δεν έχει ιδέα, δεν σκαμπάζει) από μηχανές/υπολογιστές. | |
| 56384 | χάμπουργκερ | χά-μπουρ-γκερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΜΑΓΕΙΡ. σάντουιτς από στρογγυλό ψωμάκι, με μπιφτέκι και συνήθ. διάφορα συνοδευτικά: ~ με κέτσαπ/μαγιονέζα/μαρούλι/μπέικον/ντομάτα/τυρί (= τσίζμπεργκερ). ~ και αναψυκτικό/πατάτες τηγανητές. Πβ. μπέργκερ. Βλ. φαστ φουντ, χοτ ντογκ. ● Υποκ.: χαμπουργκεράκι (το) [< αμερικ. hamburger, 1908, γαλλ. ~, 1930] | |
| 56385 | χαμπουργκεράδικο | χα-μπουρ-γκε-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): εστιατόριο που φτιάχνει και σερβίρει κυρ. χάμπουργκερ. Πβ. φαστφουντάδικο. Βλ. -άδικο. | |
| 56386 | χαμσίνι | χαμ-σί-νι ουσ. (ουδ.) & χαμσίν (λαϊκό): ισχυρός, θερμός και ξηρός άνεμος, ο οποίος πνέει από την Αίγυπτο προς τον Βορρά, κυρ. τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο, μεταφέροντας λεπτή άμμο από την έρημο. Βλ. αμμοθύελλα, σιμούν. [< γαλλ. khamsin < αραβ. khamsīn] | |
| 56387 | χάμστερ | χάμ-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΖΩΟΛ. παμφάγο τρωκτικό (επιστ. ονομασ. Cricetus frumentarius) με μικρή ουρά και λεπτό τρίχωμα, το οποίο μοιάζει με ποντίκι· είναι γνωστό ως κατοικίδιο, αλλά χρησιμοποιείται και ως πειραματόζωο: συριακό ~. ~-νάνος (= κινέζικο ~). Βλ. ινδικό χοιρίδιο. ● Υποκ.: χαμστεράκι (το) [< αγγλ.-γαλλ. hamster < γερμ. Hamster] | |
| 56388 | χάμω | χά-μω επίρρ. (λαϊκό) & (λαϊκότ.) χάμου: κάτω, στο έδαφος: Πέσε ~ (= καταγής)!|| (υβριστ.) Πήγαινε/φύγε από 'δω ~! Πβ. χαμαί. [< μεσν. χάμω] | |
| 56389 | χανγκόβερ | χαν-γκό-βερ ουσ. (ουδ.) (προφ.): τα δυσάρεστα επακόλουθα (κυρ. πονοκέφαλος και ναυτία) της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, τα οποία εκδηλώνονται συνήθ. μετά τον ύπνο ή την επόμενη μέρα: Ξύπνησε με ~. Βλ. μέθη. [< αγγλ. hangover, 1904] | |
| 56390 | χάνδακας | χάν-δα-κας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & (λογιότ.) χάνδαξ: χαντάκι. [< μεσν. χανδάκιον, χάνδαξ ‘οχυρωμένος τόπος’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ