| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56391 | χάνδρα | βλ. χάντρα | |
| 56392 | χανζαπλάστ | χαν-ζα-πλάστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ειδική αυτοκόλλητη ελαστική ταινία που εφαρμόζεται στο δέρμα για να καλύψει μια πληγή. Πβ. λευκοπλάστ, τσιρότο. Βλ. γάζα, επίδεσμος, επίθεμα. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Hansaplast 1922 < παλαιότ. γερμ. Hansa ‘όμιλος’ + λατ. emplastrum < αρχ. ἔμπλαστρον] | |
| 56393 | χάνι | χά-νι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): πανδοχείο. [< τουρκ. han] | |
| 56394 | Χανιώτης, Χανιώτισσα | Χα-νιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Χανιά. | |
| 56395 | χανιώτικος | , η, ο χα-νιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τα Χανιά ή/και τους Χανιώτες: ~ο(ς): συρτό(ς). | |
| 56396 | χάνος | χά-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι που ανήκει στα περκόμορφα (επιστ. ονομασ. Serranus cabrilla), κόκκινου-κίτρινου ή ανοιχτού καφέ-κόκκινου χρώματος, με εννέα κάθετες κοκκινωπές ή καφετιές ραβδώσεις, και μεγάλο στόμα. 2. (προφ.) για κάποιον που κοιτάζει με ανόητο ύφος ή με το στόμα ανοιχτό· χαζός: Τι κοιτάς σαν ~; Πβ. γελάδι. Βλ. κεχηνώς. ΣΥΝ. χάσκας [< 1: μτγν. χάννος] | |
| 56397 | χανουμάκι | χα-νου-μά-κι ουσ. (ουδ.) & χανούμι: (παλαιότ.) νεαρή χανούμισσα· χορεύτρια του χορού της κοιλιάς. || (μτφ.) Δεν θα γίνω το ~ σου (= ο δούλος, ο υπηρέτης, το γιουσουφάκι σου). | |
| 56398 | χανούμισσα | χα-νού-μισ-σα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ., στην οθωμανική Τουρκία): (παντρεμένη) μουσουλμάνα και κυρ. σκλάβα σε χαρέμι: ~ες με φερετζέδες. Πβ. οδαλίσκη. [< τουρκ. hanιm] | |
| 56399 | χανσενικός | , ή, ό χαν-σε-νι-κός επίθ./ουσ. (κυρ. παλαιότ.): ΙΑΤΡ. που πάσχει από τη νόσο του Χάνσεν, λεπρός. [< νορβηγικό ανθρωπωνύμιο G. H. A. Hansen] | |
| 56400 | χαντάκι | χα-ντά-κι ουσ. (ουδ.): τεχνητό άνοιγμα στο έδαφος, μακρόστενο, μικρού βάθους και συνήθ. ακάλυπτο, για την απομάκρυνση ή/και διοχέτευση των νερών ή για τη διέλευση αγωγών: βαθύ ~ (= τάφρος). ~ στην άκρη του δρόμου (βλ. ρείθρο). ~ια αποχέτευσης. Ανοίγουν/σκάβουν ~ια. Πβ. όρυγμα, χάνδακας. Βλ. αυλάκι, λάκκος.|| (προφ.) Πρόσεξε μη σε βρουν σε κανένα ~ (= ενν. νεκρό, μη σε σκοτώσουν)! [< μεσν. χαντάκιον] | |
| 56401 | χαντάκωμα | χα-ντά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαντακώνω. Πβ. θάψιμο, κατα-βαράθρωση, -ποντισμός. | |
| 56402 | χαντακώνω | χα-ντα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {χαντάκω-σε, χαντακώ-σει, -θηκε, -θεί, χαντακών-οντας, χαντακω-μένος} (προφ.): ζημιώνω, καταστρέφω: Κακή σκηνοθεσία που ~ει την ταινία. Η καριέρα του ~θηκε μετά το σκάνδαλο. Πβ. θάβω, κατα-βαραθρώνω, -ποντίζω.|| (για πολύ χαμηλή βαθμολογία:) Τον ~σαν/~θηκε στις εξετάσεις. | |
| 56403 | χαντζάρι | χα-ντζά-ρι ουσ. (ουδ.) & χατζάρι: (κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της Ελληνικής Επανάστασης) σπαθί με καμπυλωτή λεπίδα. Πβ. γιαταγάνι, πάλα. ● Μεγεθ.: χαντζάρα & χατζάρα (η) [< τουρκ. hançer] | |
| 56404 | χάντικαπ | χά-ντι-καπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. τύπος στοιχήματος στο οποίο δίνεται πλεονέκτημα κάποιων γκολ ή πόντων στην πιο αδύνατη ομάδα: ασιατικό ~. 2. ΑΘΛ. (σε αγώνες ταχύτητας, κυρ. στις ιπποδρομίες) ισοζυγισμός. 3. (μτφ.) ελάττωμα, μειονέκτημα: Ξεκίνησαν με ~ την έλλειψη εμπειρίας. Πβ. μείον, ντεζαβαντάζ. ΑΝΤ. ατού (1) [< αγγλ. handicap] | |
| 56405 | χάντμπολ | χά-ντμπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. άθλημα στο οποίο συμμετέχουν δύο αντίπαλες ομάδες επτά παικτών που παίζουν μπάλα με τα χέρια σε γήπεδο διαστάσων 20χ40 μ. Νικήτρια ανακηρύσσεται η ομάδα που θα πετύχει τα περισσότερα γκολ: ανδρικό/γυναικείο ~. Βλ. μπιτς ~, πίβοτ, ράγκμπι. ΣΥΝ. χειροσφαίριση [< αγγλ. handball, γαλλ. ~, 1924] | |
| 56406 | χαντμπολίστας | χα-ντμπο-λί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χαντμπολίστρια}: ΑΘΛ. αθλητής του χάντμπολ. Βλ. -ίστας. | |
| 56407 | χάντρα | χά-ντρα ουσ. (θηλ.) & χάνδρα: μικρό σφαιρικό ή κυλινδρικό διακοσμητικό αντικείμενο από διάφορα υλικά, συνήθ. τρυπημένο, για να περνά από νήμα: γυαλιστερές/πολύχρωμες/φανταχτερές ~ες. Οι ~ες του κομπολογιού (βλ. γιούσουρι, μπεγλέρι, ροζάριο). Βραχιόλι/κολιέ (βλ. χαϊμαλί)/σκουλαρίκια με ~ες (βλ. πέρλα). Τσάντα κεντημένη με ~ες (βλ. πούλια).|| (Γαλάζια) ~ για το μάτι. Πβ. ματόχαντρο.|| Μάτια σαν ~ες. (μτφ.-λογοτ.) ~ες (= σταγόνες) ιδρώτα. ● χάντρες (οι): μπαρμπουνοφάσουλα. ● Υποκ.: χαντράκι (το) (σπάν.), χαντρούλα & (σπάν.) χαντρίτσα (η) ● ΦΡ.: χάντρες και καθρεφτάκια & καθρεφτάκια στους ιθαγενείς (μτφ.): ψεύτικες υποσχέσεις: Τους πουλάνε ~ ~ (= παραμύθια/φύκια για μεταξωτές κορδέλες/φούμαρα). Δεν μας ξεγελούν πλέον με ~ ~. [< μεσν. χάντρα] | |
| 56408 | χάντρινος | , η, ο χά-ντρι-νος επίθ.: φτιαγμένος από ή όμοιος με χάντρες: ~ο: κόσμημα.|| ~α: μάτια. Βλ. -ινος. | |
| 56409 | χαντς φρι | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ακουστικά κινητού τηλεφώνου (για να μη χρειάζεται ο χρήστης να μιλά, κρατώντας το στο χέρι): ασύρματο (βλ. μπλουτούθ)/ενσύρματο ~. Στερεοφωνικό ~. ~ αυτοκινήτου. Λειτουργία/συσκευή ~. [< αμερικ. hands-free] | |
| 56410 | χάνω | χά-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έχα-σα, χά-σει, -θηκα, -θεί, χάν-οντας, σπάν. -όμενος, χα-μένος} 1. παύω να έχω πια κάτι στην ιδιοκτησία, στη διάθεσή μου ή υπό την κυριαρχία μου: ~σε όλη του την περιουσία (: πτώχευσε, φαλίρισε, χρεοκόπησε)/το σπίτι του.|| Το κόμμα ~σε δύο έδρες (στις εκλογές). ~σαν την εκτίμηση/εμπιστοσύνη/υποστήριξη του λαού. Έχει ~σει την αξιοπιστία/τη δημοτικότητά του. Φοβάται μη ~σει τη δουλειά του. Πβ. στερούμαι. 2. δεν μπορώ πια να βρω κάτι: ~σα τα κλειδιά/το πορτοφόλι/την ταυτότητά μου. Μου ~σαν τον φάκελό μου (: ευθύνονται για την απώλεια).|| Έφυγε ο σελιδοδείκτης κι ~σα τη σελίδα. Έχω ~σει τις μέρες (: δεν ξέρω τι μέρα είναι).|| Έχω ~σει τον προσανατολισμό μου (= έχω αποπροσανατολιστεί). 3. έχω ζημία, ζημιώνομαι: ~σε πολλά (λεφτά) από λάθος κινήσεις.|| Άκου με και δεν θα ~σεις. Τι έχω να ~σω;|| Έλα να δεις! ~εις! ~σες που δεν ήρθες. Δεν ~σες και τίποτα. 4. παύω να έχω: ~ει τα μαλλιά του (= του πέφτουν). Στην έκρηξη, ~σε το χέρι του (= ακρωτηριάστηκε). Θέλει να ~σει βάρος (= να αδυνατίσει).|| Το φθινόπωρο τα δέντρα ~ουν (= ρίχνουν) τα φύλλα τους.|| ~σε τις αισθήσεις (= λιποθύμησε)/την ακοή (= κουφάθηκε)/τη ζωή (= σκοτώθηκε, πέθανε)/τη μνήμη/την όρασή (= τυφλώθηκε) του. 5. δεν αποκτώ, δεν πετυχαίνω κάτι που επιδίωκα, ηττώμαι: ~σε το βραβείο/τη δίκη. ~σαν (σ)τις εκλογές/τον πόλεμο. Βλ. αποτυγχάνω.|| (ΑΘΛ.) ~σαν τον αγώνα/την πρόκριση/το πρωτάθλημα. ~σαν από τους γηπεδούχους. ΑΝΤ. κερδίζω (1), νικώ (1) 6. παύω να έχω μια ιδιότητα ή ικανότητα ή να βρίσκομαι σε μια κατάσταση: ~ την υπομονή/ψυχραιμία μου (ΑΝΤ. διατηρώ, κρατώ). ~σε την ισορροπία (: ζαλίστηκε)/το χρώμα (= χλόμιασε) του. Έχω ~σει την ησυχία/τον ύπνο μου μ' αυτή την υπόθεση. Μη ~εις την αισιοδοξία/το θάρρος/το κέφι/την πίστη σου!|| Κάτι ~ει την αξία/τη γοητεία/το ενδιαφέρον/το νόημα/τη σημασία του. Έχει ~θεί κάθε ελπίδα/το μέτρο. 7. παύω να διακρίνω: ~θηκε μέσα στη νύχτα.|| Ο ήλιος ~όταν σιγά-σιγά (: έδυε). 8. στερούμαι κάποιον λόγω θανάτου ή απομάκρυνσης, χωρισμού: ~σε τους γονείς της/το μωρό (= απέβαλε). ~θηκαν άδικα τόσες ζωές.|| Φοβάται μην την ~σει (: μην του φύγει).|| Έχει ~σει πολλούς πελάτες. 9. δεν προλαβαίνω· δεν συμμετέχω κάπου: ~σε το αεροπλάνο/λεωφορείο/πλοίο/τρένο. ~σαν την αρχή της παράστασης/προθεσμία.|| Δεν ~ λέξη/συλλαβή απ' όσα λέει. Δεν πρόσεχα κι ~σα τη συνέχεια της ιστορίας. Έχω ~σει δυο επεισόδια της σειράς. Να πας να το δεις οπωσδήποτε! Μην το ~σεις!|| Δεν ~ει γιορτή για γιορτή (: πηγαίνει σε όλες). Τραυματίστηκε κι ~σε την τελευταία αγωνιστική. 10. δεν αξιοποιώ σωστά, κάνω κακή χρήση, σπαταλώ: Άδικα ~εις το σάλιο σου μαζί του, δεν βάζει μυαλό (πβ. ~ τα λόγια μου). Δεν ~σε καιρό, το διέδωσε αμέσως. Πβ. χαραμίζω. Βλ. γλιτώνω. ~σε την τάξη/τη χρονιά του (= έμεινε στην ίδια τάξη). 11. παρουσιάζω απώλεια, διαρροή: Ο τραυματίας έχανε αίμα (= αιμορραγούσε). Το μωρό ~ει βάρος. Ο οργανισμός ~ει (= αποβάλλει. ΑΝΤ. κατακρατεί) νερό από τα ούρα και την εφίδρωση.|| Το μηχάνημα ~ει λάδια. Το λάστιχο ~ει αέρα. 12. (ειρων.-μειωτ.) δεν σκέφτομαι σωστά, είμαι χαζός: Αυτό το παιδί από κάπου ~ει. Καλά, ~εις; ● χάνει (μτφ.-προφ.) 1. μειονεκτεί, υστερεί: Καλή ομάδα/ταινία, αλλά ~ στις λεπτομέρειες/στα σημεία. Η ποίηση ~ στη μετάφραση. Ο επεξεργαστής/κινητήρας άρχισε να ~ σε απόδοση (: να χαλάει). Είναι φτηνό, ~ βέβαια σε ποιότητα. Συσκευή υψηλών προδιαγραφών που ~ σε εμφάνιση/ομορφιά. ΑΝΤ. κερδίζει (1) 2. λειτουργεί με καθυστέρηση: Το ρολόι ~ (= πάει πίσω) πέντε λεπτά. 3. δεν αναδεικνύεται, ζημιώνεται: Η φωτογραφία θα ~σει πολύ, αν τη σκουρύνεις. ΑΝΤ. κερδίζει (2) ● Παθ.: χάνεται 1. παύει να υπάρχει ή να γίνεται αντιληπτός: Το σήμα ~. Γλώσσες/πολιτισμοί που ~ονται. ~θηκε ο ενθουσιασμός/η μαγεία. ~μένες: αξίες.|| Δεν ~ονται εύκολα τα περιττά κιλά.|| (ΓΡΑΜΜ.) Το τελικό ν ~ (= αποβάλλεται, φεύγει), όταν ...|| ~θηκε (= εξαφανίστηκε) μες στο πλήθος. Το καράβι ~θηκε (: δεν φαινόταν πια) στον ορίζοντα. 2. καταλήγει σε ήττα: ~θηκε το ματς/ο πόλεμος. 3. κυριεύεται: ~θηκε (= έπεσε, υποδουλώθηκε) η Πόλη., χάνομαι 1. αποπροσανατολίζομαι· αγνοείται: ~θηκα στα στενά.|| ~θηκε σκυλάκι χρώματος ... 2. χαραμίζομαι, δεν αξιοποιούμαι κατάλληλα ή σύμφωνα με τις δυνατότητές μου: Πρέπει να αναπληρώσουμε τον χρόνο που ~θηκε.|| ~εται το εξάμηνο λόγω της κατάληψης (= δεν θα γίνει εξεταστική).|| Είναι κρίμα να ~εται τόσο νερό. ΑΝΤ. εξοικονομείται.|| Τέτοιο ταλέντο ~εται σ' αυτή τη δουλειά! Ο καλός δεν ~εται (= αναγνωρίζεται η αξία του). Πβ. πάει χαράμι. 3. παύω να έχω επικοινωνία: Eλπίζω να μην ~θούμε. Και να μη ~όμαστε!|| Έχω ~θεί λόγω δουλειάς. Έχει ~θεί από τον κόσμο/όλους/την παρέα/προσώπου γης (= κανείς δεν τον συναντά). Πού έχεις ~θεί/~θηκες; Πβ. χάνω επαφή, χάνω τα ίχνη. 4. (μτφ.) πελαγοδρομώ· αφαιρούμαι: Δεν βγάζεις άκρη, ~εσαι μέσα στις λεπτομέρειες. Πβ. μπερδεύομαι, πελαγώνω.|| Η μουσική αυτή με κάνει να ~ (= με μαγεύει). Ώρες ώρες ~εται στις σκέψεις του. Έχει ~θεί στον κόσμο του θεάτρου/της τέχνης. Πβ. απορροφώμαι, βυθίζομαι, ξεχνιέμαι. 5. καταστρέφομαι: ~θηκαν όλα, όλα τέλειωσαν. Τίποτε δεν έχει ~θεί.|| Αν μας πιάσουν ~θήκαμε! Πβ. τη βάψαμε, την κάτσαμε.|| Μη φοβάσαι, δεν θα ~θώ, θα τα καταφέρω. 6. λιποθυμώ· πεθαίνω: Λίγο νερό, ~, σβήνω!|| ~θηκε πολύ νέος (= έφυγε, σκοτώθηκε). ● ΦΡ.: ..., γιατί χανόμαστε! (εμφατ.): μετά από προτροπή, για να αιτιολογηθεί η σοβαρότητα της κατάστασης: Ξυπνάτε/ψηφίστε ~ ~!, α/ου να (μου) χαθείς & χάσου από μπροστά μου/από τα μάτια μου & άι χάσου! (υβριστ.): φύγε να μην σε βλέπω, εξαφανίσου: ~ ~, παλιοτόμαρο! Πβ. γκρεμίσου, ξεκουμπίσου, στρίβε, τσακίσου., έχασε τα νερά του: βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης και αμηχανίας, λόγω αλλαγής περιβάλλοντος ή συνθηκών: Άλλαξε σχολείο κι ~ ~ του το παιδί. Πβ. έξω από τα νερά μου., τα έχασα: σάστισα, δεν ξέρω τι να κάνω: Μόλις την είδα, ~ ~!|| Μην τα ~εις, μείνε ψύχραιμος. Πβ. αποσβολώνομαι, τα 'χω χαμένα., το 'χει χαμένο/το 'χασε τελείως(/εντελώς)/το 'χει χάσει: έχει χάσει τα λογικά του, έχει τρελαθεί. ΣΥΝ. του 'στριψε/του λασκάρισε/του 'φυγε η/καμιά βίδα, τρελαίνομαι (1), χάνω επαφή: παύω να επικοινωνώ: Άρχισαν να ακούγονται παράσιτα από τον ασύρματο και χάσαμε ~.|| Κάναμε πολλή παρέα αλλά με τον καιρό χάσαμε ~ (: χαθήκαμε). Πβ. χάνω τα ίχνη (κάποιου).|| (κατ' επέκτ.) Παρακολουθεί σεμινάρια, για να μην ~ει ~ με το αντικείμενο. (μτφ.) Έχει χάσει ~ με τον έξω κόσμο/το περιβάλλον/την πραγματικότητα., χάνω το δίκιο μου: λέγεται σε περιπτώσεις που δεν αναγνωρίζεται το δίκιο κάποιου λόγω κακής συμπεριφοράς του: Όταν θυμώνω, φωνάζω τόσο πολύ που ~ ~., χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου: αναλώνομαι: ~ ~ άδικα/άσκοπα/τζάμπα. ~ ~ μαζί σου. Χάνεις ~ σου με/σε ανώφελες συζητήσεις. Πβ. χρονοτριβώ. Βλ. κερδίζω χρόνο. [< γαλλ. perdre mon temps] , (μου) κόβεται η όρεξη/χάνω την όρεξή μου βλ. όρεξη, βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος βλ. δέντρο, δεν αφήνω/δεν χάνω ευκαιρία για/να ... βλ. ευκαιρία, δεν έχω τίποτα να χάσω βλ. τίποτα, δεν θα χάσει/σιγά μη χάσει η Βενετιά βελόνι βλ. βελόνι, δε(ν) χάθηκε/δε(ν) χάλασε/δε(ν) θα χαλάσει (κι) ο κόσμος βλ. χαλώ, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, έπαιξα κι έχασα βλ. παίζω, έπεσε από τον θρόνο βλ. θρόνος, έχασε τ' αβγά και τα καλάθια/τα πασχάλια βλ. αβγό & αυγό, έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο βλ. μάχη, έχασε τη μιλιά/τη λαλιά του βλ. μιλιά, έχασε/κέρδισε το στοίχημα βλ. στοίχημα, έχω χάσει το μέτρημα βλ. μέτρημα, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, πολλή, πολύ, όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη βλ. χαρτί, πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις βλ. πού, τι είχαμε, τι χάσαμε βλ. έχω, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου βλ. μέρα, χάθηκε στη μετάφραση βλ. μετάφραση, χάνει έδαφος βλ. έδαφος, χάνει η μάνα το παιδί (και το παιδί τη μάνα) βλ. μάνα, χάνει λάδια βλ. λάδι, χάνει στροφές βλ. στροφή, χάνεται στους αιώνες βλ. αιώνας, χάνω επεισόδια βλ. επεισόδιο, χάνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου βλ. μάτι, χάνω πάσα ιδέα βλ. ιδέα, χάνω τα ίχνη (κάποιου) βλ. ίχνος, χάνω τα λόγια μου βλ. λόγια, χάνω τη(ν) μπάλα/το τόπι βλ. μπάλα, χάνω το μυαλό/τα μυαλά/το τσερβέλο μου βλ. μυαλό, χάνω το παιχνίδι βλ. παιχνίδι, χάνω το τρένο βλ. τρένο, χάνω το(ν) δρόμο (μου) βλ. δρόμος, χάνω το(ν) λογαριασμό βλ. λογαριασμός, χάνω τον έλεγχο βλ. έλεγχος, χάνω τον μπούσουλα βλ. μπούσουλας, χάνω ύψος βλ. ύψος, χάνω/ξεφεύγει μέσα από τα χέρια μου βλ. χέρι ● βλ. χαμένος [< μεσν. χάνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ