Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56860-56880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56385χαμπουργκεράδικοχα-μπουρ-γκε-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): εστιατόριο που φτιάχνει και σερβίρει κυρ. χάμπουργκερ. Πβ. φαστφουντάδικο. Βλ. -άδικο.
56386χαμσίνιχαμ-σί-νι ουσ. (ουδ.) & χαμσίν (λαϊκό): ισχυρός, θερμός και ξηρός άνεμος, ο οποίος πνέει από την Αίγυπτο προς τον Βορρά, κυρ. τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο, μεταφέροντας λεπτή άμμο από την έρημο. Βλ. αμμοθύελλα, σιμούν. [< γαλλ. khamsin < αραβ. khamsīn]
56387χάμστερχάμ-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΖΩΟΛ. παμφάγο τρωκτικό (επιστ. ονομασ. Cricetus frumentarius) με μικρή ουρά και λεπτό τρίχωμα, το οποίο μοιάζει με ποντίκι· είναι γνωστό ως κατοικίδιο, αλλά χρησιμοποιείται και ως πειραματόζωο: συριακό ~. ~-νάνος (= κινέζικο ~). Βλ. ινδικό χοιρίδιο. ● Υποκ.: χαμστεράκι (το) [< αγγλ.-γαλλ. hamster < γερμ. Hamster]
56388χάμωχά-μω επίρρ. (λαϊκό) & (λαϊκότ.) χάμου: κάτω, στο έδαφος: Πέσε ~ (= καταγής)!|| (υβριστ.) Πήγαινε/φύγε από 'δω ~! Πβ. χαμαί. [< μεσν. χάμω]
56389χανγκόβερχαν-γκό-βερ ουσ. (ουδ.) (προφ.): τα δυσάρεστα επακόλουθα (κυρ. πονοκέφαλος και ναυτία) της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, τα οποία εκδηλώνονται συνήθ. μετά τον ύπνο ή την επόμενη μέρα: Ξύπνησε με ~. Βλ. μέθη. [< αγγλ. hangover, 1904]
56390χάνδακαςχάν-δα-κας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & (λογιότ.) χάνδαξ: χαντάκι. [< μεσν. χανδάκιον, χάνδαξ ‘οχυρωμένος τόπος’]
56391χάνδραβλ. χάντρα
56392χανζαπλάστχαν-ζα-πλάστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ειδική αυτοκόλλητη ελαστική ταινία που εφαρμόζεται στο δέρμα για να καλύψει μια πληγή. Πβ. λευκοπλάστ, τσιρότο. Βλ. γάζα, επίδεσμος, επίθεμα. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Hansaplast 1922 < παλαιότ. γερμ. Hansa ‘όμιλος’ + λατ. emplastrum < αρχ. ἔμπλαστρον]
56393χάνιχά-νι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): πανδοχείο. [< τουρκ. han]
56394Χανιώτης, ΧανιώτισσαΧα-νιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Χανιά.
56395χανιώτικος, η, ο χα-νιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τα Χανιά ή/και τους Χανιώτες: ~ο(ς): συρτό(ς).
56396χάνοςχά-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι που ανήκει στα περκόμορφα (επιστ. ονομασ. Serranus cabrilla), κόκκινου-κίτρινου ή ανοιχτού καφέ-κόκκινου χρώματος, με εννέα κάθετες κοκκινωπές ή καφετιές ραβδώσεις, και μεγάλο στόμα. 2. (προφ.) για κάποιον που κοιτάζει με ανόητο ύφος ή με το στόμα ανοιχτό· χαζός: Τι κοιτάς σαν ~; Πβ. γελάδι. Βλ. κεχηνώς. ΣΥΝ. χάσκας [< 1: μτγν. χάννος]
56397χανουμάκιχα-νου-μά-κι ουσ. (ουδ.) & χανούμι: (παλαιότ.) νεαρή χανούμισσα· χορεύτρια του χορού της κοιλιάς. || (μτφ.) Δεν θα γίνω το ~ σου (= ο δούλος, ο υπηρέτης, το γιουσουφάκι σου).
56398χανούμισσαχα-νού-μισ-σα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ., στην οθωμανική Τουρκία): (παντρεμένη) μουσουλμάνα και κυρ. σκλάβα σε χαρέμι: ~ες με φερετζέδες. Πβ. οδαλίσκη. [< τουρκ. hanιm]
56399χανσενικός, ή, ό χαν-σε-νι-κός επίθ./ουσ. (κυρ. παλαιότ.): ΙΑΤΡ. που πάσχει από τη νόσο του Χάνσεν, λεπρός. [< νορβηγικό ανθρωπωνύμιο G. H. A. Hansen]
56400χαντάκιχα-ντά-κι ουσ. (ουδ.): τεχνητό άνοιγμα στο έδαφος, μακρόστενο, μικρού βάθους και συνήθ. ακάλυπτο, για την απομάκρυνση ή/και διοχέτευση των νερών ή για τη διέλευση αγωγών: βαθύ ~ (= τάφρος). ~ στην άκρη του δρόμου (βλ. ρείθρο). ~ια αποχέτευσης. Ανοίγουν/σκάβουν ~ια. Πβ. όρυγμα, χάνδακας. Βλ. αυλάκι, λάκκος.|| (προφ.) Πρόσεξε μη σε βρουν σε κανένα ~ (= ενν. νεκρό, μη σε σκοτώσουν)! [< μεσν. χαντάκιον]
56401χαντάκωμαχα-ντά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαντακώνω. Πβ. θάψιμο, κατα-βαράθρωση, -ποντισμός.
56402χαντακώνωχα-ντα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {χαντάκω-σε, χαντακώ-σει, -θηκε, -θεί, χαντακών-οντας, χαντακω-μένος} (προφ.): ζημιώνω, καταστρέφω: Κακή σκηνοθεσία που ~ει την ταινία. Η καριέρα του ~θηκε μετά το σκάνδαλο. Πβ. θάβω, κατα-βαραθρώνω, -ποντίζω.|| (για πολύ χαμηλή βαθμολογία:) Τον ~σαν/~θηκε στις εξετάσεις.
56403χαντζάριχα-ντζά-ρι ουσ. (ουδ.) & χατζάρι: (κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της Ελληνικής Επανάστασης) σπαθί με καμπυλωτή λεπίδα. Πβ. γιαταγάνι, πάλα. ● Μεγεθ.: χαντζάρα & χατζάρα (η) [< τουρκ. hançer]
56404χάντικαπχά-ντι-καπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. τύπος στοιχήματος στο οποίο δίνεται πλεονέκτημα κάποιων γκολ ή πόντων στην πιο αδύνατη ομάδα: ασιατικό ~. 2. ΑΘΛ. (σε αγώνες ταχύτητας, κυρ. στις ιπποδρομίες) ισοζυγισμός. 3. (μτφ.) ελάττωμα, μειονέκτημα: Ξεκίνησαν με ~ την έλλειψη εμπειρίας. Πβ. μείον, ντεζαβαντάζ. ΑΝΤ. ατού (1) [< αγγλ. handicap]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.