Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56880-56900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56411χάοςχά-ος ουσ. (ουδ.) {χάους} 1. (μτφ.) αναρχία, αταξία ή περιπλοκότητα, η οποία προκαλεί σύγχυση ή/και ασάφεια: διοικητικό/κοινωνικό/οικονομικό/πολεοδομικό/πολιτικό (βλ. ακυβερνησία)/συγκοινωνιακό ~ (= αλαλούμ, κομφούζιο, μπάχαλο· βλ. βαβούρα). Το ~ της γραφειοκρατίας (= βαβέλ, κυκεώνας)/των μεγαλουπόλεων. ~ βασιλεύει/κυριαρχεί στη χώρα μετά από ... Δημιουργήθηκε/επήλθε ~ (= πανδαιμόνιο) όταν ...|| Πάνω στο γραφείο του το (απόλυτο) ~ (= ακαταστασία, χαμός· βλ. άρτζι μπούρτζι και λουλάς). Βάλε τάξη σ' αυτό το ~ που επικρατεί εδώ μέσα (πβ. ανακατωσούρα). 2. (σπάν.-μτφ.) κενός χώρος μεγάλου βάθους ή έκτασης: το ~ του γκρεμού. Πβ. άβυσσος, βάραθρο, ρήγμα, χάσμα.|| Το σπίτι τους είναι (ένα) ~ (= αχανές, τεράστιο, χαοτικό). 3. ΦΙΛΟΣ. ο άδειος χώρος, το κενό από το οποίο προέκυψε το Σύμπαν: το κοσμικό ~. Βλ. άπειρο, απεραντοσύνη, εν αρχή ην ..., έρεβος. 4. ΦΥΣ.-ΜΑΘ. κατάσταση αδυναμίας πρόβλεψης, φαινομενικής τυχαιότητας της συμπεριφοράς ενός ντετερμινιστικού συστήματος: αιτιοκρατικό/κβαντικό ~. Θεωρία (βλ. ελκυστής, φαινόμενο της πεταλούδας)/μαθηματικά/φυσική του χάους. Βλ. εντροπία, φράκταλ. ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφοριακή συμφόρηση βλ. κυκλοφοριακός [< 1,2,4: γαλλ.-αγγλ. chaos 3: αρχ. χάος 4: chaos theory, 1938]
56412χαοτικός, ή, ό χα-ο-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.) άναρχος, περίπλοκος, συγκεχυμένος: ~ός: κόσμος/κρατικός μηχανισμός (βλ. γραφειοκρατία). ~ή: ατμόσφαιρα/εικόνα/εποχή/κατάσταση (βλ. άβυσσος, βέρτιγκο)/κοινωνία (βλ. ζούγκλα). ~ό: καθεστώς/μοντέλο (λειτουργίας)/περιβάλλον/σύστημα. ~οί: δρόμοι (πβ. δαιδαλ-, λαβυρινθ-ώδης).|| ~ό: άτομο (πβ. αλλοπρόσαλλος). ΣΥΝ. χαώδης 2. (μτφ.) αχανής, τεράστιος: ~ός: χώρος. ~ό: κενό. Πβ. αβυσσαλέος. 3. ΦΥΣ.-ΜΑΘ. που σχετίζεται με το χάος: ~ή: δυναμική/θεωρία. ~ές: κινήσεις/τροχιές. Βλ. περιοδικός. ● επίρρ.: χαοτικά [< αγγλ. chaotic, γαλλ. chaotique]
56413ΧΑΠ(η): Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια. [< αγγλ. Chronic Obstructive Pulmonary Disease, 1967 (COPD)]
56414χαπάκιαςχα-πά-κιας ουσ. (αρσ.) (αργκό): εθισμένος σε παραισθησιογόνα ναρκωτικά. Βλ. πρεζάκι, -άκιας.
56415χαπάκωμαχα-πά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαπακώνω: ~ με αντικαταθλιπτικά. Βλ. ντόπινγκ.
56416χαπακώνωχα-πα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {χαπάκω-σε, χαπακώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (προφ.): δίνω σε κάποιον μεγάλη ποσότητα χαπιών, κυρ. ηρεμιστικών, παραισθησιογόνων ή αναβολικών: ~εται με υπνωτικά/ψυχοφάρμακα. Ήταν πιωμένος και ~μένος (βλ. μαστουρωμένος).|| Αθλητές που ~ονται. Πβ. ντοπάρω.
56417χάπενινγκχά-πε-νινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: εκδήλωση, συνήθ. υπαίθρια, με χαρακτήρα απρόβλεπτο και εντυπωσιακό και στοιχεία θεάματος· κατ' επέκτ. κάθε γεγονός με απρόοπτη και θεαματική, συνήθ. επεισοδιακή, κατάληξη: καλλιτεχνικά (βλ. περφόρμανς)/μουσικά ~ς. ~ς και εκπλήξεις/με κλόουν και ξυλοπόδαρους. Έστησαν/ετοίμασαν/οργάνωσαν ένα μικρό ~. Πβ. δρώμενα, ιβέντ. Βλ. θέατρο (του) δρόμου, παράσταση, πάρτι, συναυλία.|| Το ~ της βραδιάς. [< αμερικ. happening, 1959, γαλλ. ~, 1963]
56418χάπιχά-πι ουσ. (ουδ.) {χαπ-ιού | -ιών} ΦΑΡΜΑΚ. 1. στερεό φαρμακευτικό παρασκεύασμα μικρού μεγέθους και συνήθ. κυκλικού ή κυλινδρικού σχήματος, το οποίο λαμβάνεται από το στόμα: αγχολυτικά/αντιαλλεργικά/αντικαταθλιπτικά/ηρεμιστικά/συνταγογραφούμενα ~ια. ~ια βιταμινών (= πολυβιταμίνες)/για την πίεση/κατά του άσθματος/κορτιζόνης. Εθισμένος στα υπνωτικά ~ια. Παίρνει ένα ~ ανά ... ώρες. (για αλόγιστη κατανάλωση:) Καταπίνει τα ~ια με τις χούφτες. Πβ. δισκίο, κάψουλα. Βλ. πολυ~, υπογλώσσιο, υπόθετο.|| Λιποδιαλυτικά/λιποτροπικά ~ια. ~ια αδυνατίσματος/διαίτης. ~ια στεροειδών (βλ. αναβολικά).|| (μτφ.) Αναζητώντας το (θαυματουργό) ~ της ευτυχίας. Βλ. ελιξίριο, μυστικό, φίλτρο2. 2. (ειδικότ.-προφ.) αντισυλληπτικό χάπι. ● χάπια (τα) (προφ.): παραισθησιογόνα χάπια. ● Υποκ.: χαπάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μπλε χάπι (προφ.): βιάγκρα. [< αγγλ. (little) blue pill] , χάπι της επόμενης μέρας: που το παίρνει γυναίκα μετά από σεξουαλική επαφή κατά την οποία δεν λήφθηκαν ή απέτυχαν οι μέθοδοι προφύλαξης· επείγουσα αντισύλληψη. [< αγγλ. morning-after pill, 1966] , αντισυλληπτικό χάπι βλ. αντισυλληπτικός ● ΦΡ.: πίνω το πικρό ποτήρι βλ. ποτήρι, χρυσώνω το χάπι βλ. χρυσώνω [< τουρκ. hap]
56419χάπι εντχά-πι εντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ευτυχισμένο τέλος, αίσια κατάληξη: ταινία με/χωρίς ~. Η ιστορία είχε ~.|| Το ~ των παραμυθιών (πβ. έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα). [< αγγλ. happy end(ing), γαλλ. happy end, 1945]
56420χαράχα-ρά ουσ. (θηλ.) 1. έντονα θετικό συναίσθημα που συνιστά έκφραση ευτυχίας και προκαλείται από την εκπλήρωση στόχου ή επιθυμίας: εσωτερική/ψυχική ~. ~ και αισιοδοξία/ικανοποίηση/περηφάνια/συγκίνηση. Η ~ της δημιουργίας/του έρωτα/της ζωής/της νίκης/του παιχνιδιού. Χαμόγελα ~άς. Με ιδιαίτερη/περισσή ~. Τρελός από ~. Γέλια και ~ές. Η ~ μου δεν περιγράφεται/είναι απερίγραπτη. Είναι όλο ~. Δάκρυσε/έκλαψε/λάμπει από ~. Προς μεγάλη μου ~. Τα λόγια σου μου δίνουν μεγάλη ~ (= με κάνουν πολύ χαρούμενο). Χρόνια πολλά με υγεία και ~! (σε λόγο:) Έχω τη ~ και την τιμή να ... Είναι ~ μου που βρίσκομαι σήμερα μαζί σας. Πβ. ευχαρίστηση. Βλ. ενθουσιασμός. ΑΝΤ. θλίψη (1), λύπη (1), στενοχώρια 2. (συνεκδ.) οτιδήποτε προκαλεί το αντίστοιχο συναίσθημα· χαρούμενο συμβάν: απλές/καθημερινές/οικογενειακές ~ές. Ο ερχομός του ήταν (μια) ανέλπιστη/απροσδόκητη ~. Έχουμε διπλή ~ στο σπίτι: γάμο και γεννητούρια. Απολαμβάνω/γεύομαι τις μικρές ~ές (= μικροχαρές) της ζωής. Περάσαμε ~ές και λύπες. ● Υποκ.: χαρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: παιδική χαρά: υπαίθριος χώρος ψυχαγωγίας για παιδιά, στον οποίο υπάρχουν διάφορα παιχνίδια (κούνιες, τραμπάλα, τσουλήθρα): η ~ ~ της γειτονιάς. Βλ. λούνα παρκ, παιδότοπος, πάρκο.|| (μτφ.) Η άμυνα της ομάδας θυμίζει ~ ~., τσάρτερ της χαράς βλ. τσάρτερ, χαράς ευαγγέλια βλ. ευαγγέλιο ● ΦΡ.: γεια χαρά (προφ.) & (λαϊκό) γεια χαραντάν: ως φιλικός χαιρετισμός: ~ ~, παιδιά! ~ ~ σ' όλους! Γεια (σου) και χαρά σου!, η χαρά του ... (προφ.-συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση σε κάποιον, έχει σε μεγάλο βαθμό στοιχεία που τον ικανοποιούν: Αυτοκίνητα, ~ ~ των ανδρών. Το δωμάτιό της είναι ~ ~ παιδιού (: γεμάτο παιχνίδια). Πόλη που είναι ~ ~ αρχιτέκτονα., κάνω χαρά/χαρές/χαρούλες: εξωτερικεύω τη χαρά μου: Έκανε μεγάλη χαρά που μας είδε. Μας έκανε (πολλές) χαρές/χαρούλες (: μας υποδέχτηκε θερμά).|| Το τι χαρές έκανε με τα δώρα της, δεν λέγεται!|| Ε, ρε χαρές (= γλέντια) που έχουμε να κάνουμε!, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά & (σπάν.) σαν την καλή χαρά (προφ.): πολύ χαρούμενος, κεφάτος: Είναι πάντα/ξύπνησε ~ ~., μετά χαράς (λόγ.): ευχαρίστως, πρόθυμα: Δέχομαι ~ ~., μια χαρά (προφ.): πολύ καλά, ωραία: -Πώς είσαι; -~ ~! Όλα πάνε ~ ~. ~ ~ τα κατάφερες/σε βλέπω. Τα βρήκαν ~ ~ μεταξύ τους. ~ ~ (= με τον καλύτερο δυνατό τρόπο) τη χειρίστηκε την υπόθεση.|| (ειρων.) ~ ~ θα ζήσεις και χωρίς εμένα.|| Γιατί τι έχει; ~ ~ παιδί είναι (: πολύ καλό).|| Θα μπορούσε ~ ~ (= κάλλιστα) να αδιαφορήσει, αλλά δεν το 'κανε., μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά (παροιμ.): η χαρά γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, όταν τη μοιραζόμαστε με κάποιον. Βλ. μοιρασμένη λύπη, μισή λύπη., πετώ/πηδώ απ' τη χαρά μου/από χαρά (μτφ.-επιτατ.): είμαι πάρα πολύ χαρούμενος, πανευτυχής: Πέταξε ~ ~, όταν έμαθε ότι ...|| -Χαίρεσαι; -Ε, δεν πετώ κι ~ μου (= δεν τρελαίνομαι κιόλας). Κανονικά, θα 'πρεπε να ~άς από χαρά., στις χαρές/στη χαρά σου! (ευχετ., συνήθ. ως πρόποση): και στα δικά σου!: Άντε, και ~ ~! ~ ~ σας οι λεύτεροι!, χαρά θεού (προφ.): όμορφος καιρός, λιακάδα· κατ' επέκτ. για κάτι πολύ όμορφο, ευχάριστο: ~ ~ σήμερα! Είναι/έχει ~ ~ έξω, πάμε βόλτα;|| ~ ~ η φύση!, χαρά μου: οικεία προσφώνηση: Ό,τι θέλεις, ~ ~!, χαρά σ' αυτόν/σ' εκείνον/στον ... που ... (προφ.-συνήθ. ειρων.): έχει κάθε λόγο να είναι ευτυχισμένος αυτός που ...: Χαρά στον άντρα που θα την πάρει!, χαρά στο κουράγιο/στην υπομονή σου (προφ.): απορώ πώς αντέχεις: ~ ~ που περίμενες τόσες ώρες/τον ανέχεσαι!, (την) κάνει (μια χαρά) τη δουλειά/(τη δουλίτσα) του βλ. δουλειά, γιορτές/χαρές και πανηγύρια βλ. γιορτή, εργασία και χαρά! βλ. εργασία, η τιμή τιμή δεν έχει (και χαρά στον που την έχει) βλ. τιμή, με γεια σου, με χαρά σου βλ. γεια, μια χαρά και δυο τρομάρες βλ. τρομάρα, σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη βλ. Κυριακή, χαρά και αγαλλίαση βλ. αγαλλίαση [< αρχ. χαρά]
56421χαραγήχα-ρα-γή ουσ. (θηλ.) 1. σχισμή, χαραγματιά: δισκία με ~. (Ογκομετρική) φιάλη με ~ές (= ενδείξεις) ml (= εμέλ). Βλ. οπή.|| (ΒΟΤ., σε κορμούς φυτών) Σημεία/χρόνος ~ής. Πβ. εντομή. 2. (λαϊκό) χαραυγή. [< 1: μεσν. χαραγή]
56422χάραγμαχά-ραγ-μα ουσ. (ουδ.) {χαράγμ-ατος | -ατα} 1. σχέδιο που έχει δημιουργηθεί σε σκληρή επιφάνεια με τη χρήση αιχμηρού εργαλείου: παλαιολιθικά ~ατα. Λαξεύματα και ~ατα σε βράχο. 2. χαραυγή: Το ~ της αυγής/ημέρας. [< αρχ. χάραγμα]
56423χαραγματιάχα-ραγ-μα-τιά ουσ. (θηλ.): μικρό γραμμωτό άνοιγμα σε επιφάνεια, που έχει γίνει με οξύ αντικείμενο: ~ιές στο αυτοκίνητο/στο θρανίο/στον τοίχο. ~ιές (= χαρακιές) στον πάγο από τις λάμες των παγοπέδιλων. Το υλικό φέρει ~ιές και εγκοπές. Στάζει ρετσίνι απ' τη ~ (= εντομή) στο πεύκο. Βλ. αυλακιά. ΣΥΝ. χαραγή (1)
56424χαράδραχα-ρά-δρα ουσ. (θηλ.): βαθύ ρήγμα σε πλαγιές βουνών: δύσβατη/καταπράσινη ~. Τη ~ διασχίζει ένα ορμητικό ποτάμι/χείμαρρος. Πβ. φαράγγι. Βλ. γκρεμός, ρεματιά.|| (κατ' επέκτ.) Υποθαλάσσιες ~ες. ΣΥΝ. βάραθρο (1) [< αρχ. χαράδρα]
56425χαράζωχα-ρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χάρα-ξα, χαρά-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, χαράζ-οντας, χαρα-γμένος} & χαράσσω 1. σχεδιάζω, γράφω ή κάνω χαρακιές με οξύ όργανο πάνω σε σκληρή επιφάνεια: ~ σύμβολα (πάνω) σε βράχο/μάρμαρο/ξύλο/πέτρα/πηλό/στην άμμο/στον τοίχο. Επιγραφή που ~χτηκε σε επιτύμβια στήλη. Γυαλί ~γμένο στο χέρι. ~γμένα σχέδια σε νομίσματα (= εγχάρακτα). Πβ. εγχαράσσω, σκαλίζω. Βλ. παραχαράσσω.|| Σφουγγάρι που δεν ~ει (: ενν. τις επιφάνειες). Τα πιάτα βγήκαν ~γμένα από το πλυντήριο. Πβ. γδέρνω, γρατσουνίζω.|| ~ τον κορμό του δέντρου (: για να πέσει το ρετσίνι).|| (Βαθιά) ~γμένη ουλή. Πβ. χαρακώνω.|| (μτφ.) Ένα χαμόγελο ~χτηκε στα χείλη του. Μια ρυτίδα ~χτηκε στο μέτωπό του. Βλ. αυλακώνω. 2. σημειώνω στο έδαφος τις κύριες γραμμές ή τους βασικούς άξονες ενός προς κατασκευή έργου: ~ουν τη διαδρομή/το μονοπάτι/την οδό. ~χτηκε η κοίτη του ποταμού/μεθοριακή γραμμή/νέα οδική αρτηρία/παραλία. ~ονται τα πολεοδομικά όρια. 3. σχεδιάζω σε χαρτί: ~ ευθείες με τον χάρακα/κύκλους με τον διαβήτη. ~ διαγώνιο/κάθετο. Πβ. χαρακώνω. 4. (μτφ.) καθορίζω: ~ την (εξωτερική) πολιτική/μια νέα εποχή/το πλαίσιο (δράσης). ~χτηκε από κοινού η στρατηγική που θα ακολουθηθεί. ~χτηκαν οι κατευθυντήριοι άξονες/πολιτικές κατευθύνσεις. Βλ. ετοιμάζω, προσδιορίζω.|| Ακολουθεί τα χνάρια που ~ξε ο πατέρας του (: την ίδια πορεία με αυτόν, έχοντάς τον ως πρότυπο). 5. (μτφ.) εντυπώνω: Γεγονός που ~ξε βαθιά τα σημάδια του στη ζωή μας. Η εικόνα της έχει ~χτεί ανεξίτηλα στο μυαλό μου. Στιγμές που θα μείνουν για πάντα ~γμένες (= αξέχαστες) μέσα μας/στην καρδιά/στη μνήμη/στην ψυχή μας. Η ημέρα της νίκης ~χτηκε με χρυσά γράμματα στις σελίδες της Ιστορίας. ΣΥΝ. αποτυπώνω (3) ● χαράζει (συνήθ. λογοτ.): ξημερώνει: Σηκώνεται προτού ~ξει η αυγή/μέρα. Πβ. γλυκο~, ροδίζει, φέγγει, φωτίζει.|| (μτφ.) Λίγο πριν ~ξει (= ανατείλει) ο νέος αιώνας ... [< μεσν. χαράζω 3: γαλλ. tracer]
56426χάρακαςχά-ρα-κας ουσ. (αρσ.) 1. βαθμονομημένος συνήθ. κανόνας για τη μέτρηση αποστάσεων ή τη χάραξη ευθειών: πλαστικός/τρισδιάστατος ~. ~ (μήκους) ... εκ. Με τη βοήθεια/χρήση ~α και διαβήτη. ~ες κοπής/σχεδίασης. Βλ. μεζούρα, μέτρο, μοιρογνωμόνιο, τρίγωνο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. καθεμία από τις δύο γραμμές οι οποίες χρησιμοποιούνται κυρ. για την προβολή και μετατροπή των περιθωρίων σελίδας σε επεξεργαστή κειμένου (αριστερό-δεξί και άνω-κάτω). ● Υποκ.: χαρακάκι (το) [< αρχ. χάραξ ‘πάσσαλος’, αγγλ. ruler]
22768Χάρακας

κα-νό-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {κανονίσμ-ατα} (προφ.): διευθέτηση, ρύθμιση, τακτοποίηση: ~ των διακοπών/του ραντεβού/της συνάντησης. ~ των πληρωμών.|| ~ λογαριασμών (= ξεκαθάρισμα).|| Είμαστε στα ~ατα (= διακανονισμούς, διαπραγματεύσεις). [< πβ. μτγν. κανόνισμα ‘χάρακας, κλίση λέξεων βάσει κανόνων’]

56427χαράκιχα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. μικρός χάρακας. 2. ευθεία γραμμή τυπωμένη σε χαρτί: Τετράδιο με ~ια. 3. χαραγματιά, εντομή: ~ στον κορμό του κλήματος με σκοπό την καρποφορία. 4. (κυρ. στην κρητική διάλεκτο) βράχος. [< πβ. μτγν. χαράκιον ‘υποστήριγμα’]
56428χαρακιάχα-ρα-κιά ουσ. (θηλ.) 1. σχισμή σε επιφάνεια που έχει γίνει με οξύ αντικείμενο: ~ με τον σουγιά στο ξύλο. ~ιές (στο σώμα) από μαχαίρι (βλ. μαχαιριά)/ξυράφι (βλ. εκδορά). Οι ~ιές που αφήνουν τα παγοπέδιλα στο χιόνι. Θήκη για να προφυλάσσονται τα σιντί από τη σκόνη και τις ~ιές. Πβ. γρατζουνιά, χαραγματιά.|| (μτφ.) Βαθιά ~ θλίψης. Πβ. πληγή, τραύμα. 2. (σπάν.) ευθεία σχεδιασμένη με χάρακα: μολυβιές και ~ιές. Τραβάω ~ιές.
56429χαρακίριχα-ρα-κί-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. τελετουργική αυτοκτονία με τραυματισμό της κοιλιακής χώρας με σπαθί, που καθιερώθηκε από τους σαμουράι στην Ιαπωνία, με σκοπό την αποκατάσταση ή διαφύλαξη της προσωπικής τιμής. ΣΥΝ. σεπούκου 2. (μτφ.) πράξη που συνεπάγεται ολέθρια αποτελέσματα γι΄αυτόν που την τελεί· αυτοκαταστροφική ενέργεια: οικονομικό/πολιτικό ~. 3. παιχνίδι της πόκας. [< αγγλ.-γαλλ. hara-kiri]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.