Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56900-56920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56430χαρακτήραςχα-ρα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. το σύνολο των συνηθισμένων τρόπων αντίδρασης και συμπεριφοράς που εκδηλώνει κάποιος, βάσει των οποίων διαφοροποιείται από τους άλλους ανθρώπους· κατ' επέκτ. το άτομο ως προς τις ψυχικές του ιδιότητες: ασυμφωνία ~ων. Έχει βίαιο/καλό/κυκλοθυμικό ~α. Ο πραγματικός ~ του φάνηκε, όταν ... Δεν είναι του ~α μου να εξαπατώ. Παράγοντες που διαμορφώνουν τον ~α. Πβ. ιδιοσυγκρασία.|| Είναι αδύναμος/ανήσυχος/άστατος/δύσκολος/εξωστρεφής/κλειστός ~. Η δύναμη του ~α. Τα χρήματα αλλοίωσαν τον ~α του. Είμαστε εντελώς διαφορετικοί ~ες. Πβ. προσωπικότητα. 2. το σύνολο των ιδιαίτερων γνωρισμάτων που προσδιορίζουν τη φύση μιας κατάστασης, ενός χώρου ή αντικειμένου: Ο δωρεάν ~ της παιδείας. Ο επετειακός ~ των εορτασμών. Ο ακαδημαϊκός ~ του Πανεπιστημίου. Ο νησιωτικός ~ της χώρας. Εκδηλώσεις πολιτιστικού ~α (πβ. υφή). Δεδομένα προσωπικού ~α. Υπηρεσία κοινωφελούς ~α. Σχολικό περιβάλλον με διαπολιτισμικό ~α. Βλ. μορφή.|| Αλλοίωση/διατήρηση του ~α της πόλης. 3. γράμμα του αλφαβήτου· ειδικότ. σύμβολο που αναπαριστά οπτικά μια πληροφορία: κινεζικοί ~ες. Γράφω με/χρησιμοποιώ ελληνικούς/λατινικούς ~ες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ειδικός ~. ~ μπαλαντέρ. Οπτική αναγνώριση ~ων. (Αλφ)αριθμητικοί/κεφαλαίοι/μικροί ~ες. Μέγεθος ~ων. Υποστήριξη πολυτονικών ~ων. Δημιουργία έντονων (πβ. μπολντ)/πλάγιων ~ων. Λέξεις γραμμένες με πεζούς ~ες. Βλ. μετα~. 4. πρόσωπο σε θεατρικό, λογοτεχνικό, κινηματογραφικό, τηλεοπτικό έργο: πρωταγωνιστικός ~. Οι ~ες των παραμυθιών. Δράμα ~ων (: που σκιαγραφεί τύπους ανθρώπων). Υποδύομαι κωμικούς/φανταστικούς ~ες (= ρόλους).|| (σχέδιο ανθρώπου ή φανταστικού όντος με συγκεκριμένα ψυχικά γνωρίσματα :) ~ κόμικ. Δημιουργώ/στήνω τον ~α μου (: σε παιχνίδια που παίζονται στον υπολογιστή). Πβ. ήρωας. 5. ηθική ακεραιότητα, υπεροχή, αξιοπρέπεια: Έδειξε ~α (: στάθηκε στο ύψος του). 6. ΒΙΟΛ. χαρακτηριστικό γνώρισμα που καθορίζεται από τα γονίδια: πρωτογενείς/δευτερογενείς ~ες του φύλου. 7. ΓΡΑΜΜ. το καταληκτικό γράμμα του θέματος μίας λέξης. 8. ΦΙΛΟΛ. (με κεφαλ. Χ, στον πληθ.) είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στο οποίο παρουσιάζονται ανθρώπινα ψυχικά γνωρίσματα που νοούνται ως ελαττώματα: οι ~ες του Θεόφραστου. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφικός χαρακτήρας: ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο γράφει κάποιος, η εμφάνιση, μορφή των γραμμάτων του: δυσανάγνωστος/ευανάγνωστος ~ ~. Ανάλυση του ~ού ~α. Ο ~ ~ (στο σημείωμα) δεν είναι δικός μου. Έχει άσχημο/ωραίο ~ό ~α., αδαμάντινος χαρακτήρας βλ. αδαμάντινος, αδυναμία χαρακτήρα/χαρακτήρος βλ. αδυναμία, αλφαβητικοί χαρακτήρες βλ. αλφαβητικός, κενός χαρακτήρας βλ. κενός ● ΦΡ.: ακεραιότητα (του) χαρακτήρα βλ. ακεραιότητα, κρατάει χαρακτήρα βλ. κρατώ [< αρχ. χαρακτήρ, γαλλ. caractère, γερμ. Charakter, αγγλ. character]
56431χαρακτηρίζωχα-ρα-κτη-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {χαρακτήρι-σα, χαρακτηρί-σει, -στηκε, -στεί, χαρακτηρίζ-οντας, -όμενος, χαρακτηρι-σμένος}: αποδίδω, προσδίδω ένα χαρακτηριστικό σε κάποιον ή κάτι: ~σε την απόφαση παράνομη. ~σε αβάσιμες τις υπόνοιες/δικαιολογημένη τη στάση τους/θετικές τις εξελίξεις. Πολλοί ~σαν την ταινία ως την επιτυχία της χρονιάς. Δεν έχω λόγια (για) να ~σω/δεν υπάρχουν λέξεις (για) να ~σουν μια τέτοια πράξη (: είναι αχαρακτήριστη). Κάποιοι ίσως με ~σουν (= με πουν) ρομαντικό/υπερβολικό, αλλά ... Εγκλήματα ~όμενα ως ειδεχθή. Κτίριο ~σμένο ως διατηρητέο. Υφολογικά ~σμένες λέξεις. Βλ. αυτοχαρακτηρίζομαι, ονομάζω, τιτλοφορώ. ΑΝΤ. αποχαρακτηρίζω ● χαρακτηρίζει: συνιστά ιδιαίτερο στοιχείο της φύσης ενός ανθρώπου ή μιας κατάστασης: Τον ~ (= διακρίνει) ανευθυνότητα/ενθουσιασμός. ~εται (: είναι γνωστός) για την οξυδέρκειά του.|| Την εποχή μας ~ουν τεχνολογικά θαύματα. Η νόσος ~εται από τα εξής συμπτώματα ... [< μτγν. χαρακτηρίζω, γαλλ. caractériser, αγγλ. characterize]
56432χαρακτηρισμόςχα-ρα-κτη-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρακτηρίζω: γενικός/εύστοχος/πετυχημένος ~. ~ μιας πράξης ως απαράδεκτης.|| (επίσ.) ~ οικισμού ως παραδοσιακού. Πράξη ~ού (έκτασης ως δασικής).|| (επιστ.) (ΧΗΜ.) Ποιοτικός/ποσοτικός ~ (ουσιών). (ΦΥΣ.) Ηλεκτρικός ~ υλικών. Πβ. καθορ-, προσδιορ-ισμός, κατάταξη, περιγραφή. Βλ. μετα~, -ισμός. ΑΝΤ. αποχαρακτηρισμός ● χαρακτηρισμοί (οι) (συνεκδ.): λέξεις ή εκφράσεις, συνήθ. με αρνητικό περιεχόμενο, που χρησιμοποιεί κάποιος για να αποδώσει τον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά ενός προσώπου: Εκτόξευσε άδικους/αήθεις/αισχρούς/ανάρμοστους/ανεπίτρεπτους/ανήκουστους/ανυπόστατους/απαξιωτικούς/απαράδεκτους/απρεπείς/άστοχους/άσχημους/ατυχείς/μειωτικούς/συκοφαντικούς/ταπεινωτικούς/υβριστικούς/υποτιμητικούς/χυδαίους ~ούς εναντίον τους (: βρισιές, ύβρεις). Του επιτέθηκε με βαρύτατους ~ούς. Πβ. κοσμητικά επίθετα. [< μτγν. χαρακτηρισμός, γαλλ. caractérisation, αγγλ. characterization]
56433χαρακτηριστικός, ή, ό χα-ρα-κτη-ρι-στι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζει κάποιον ή κάτι, που αποτελεί ιδιαίτερο και καθοριστικό γνώρισμα της φύσης του: ~ός: ήχος/τύπος (ανθρώπου). ~ή: αρχιτεκτονική του ... αιώνα/νόσος (της παιδικής ηλικίας). ~ά: κομμάτια (της συλλογής). ~ό του ήθους του είναι το ακόλουθο περιστατικό ... Το ~ό κουδούνισμα του τηλεφώνου (= αναγνωρίσιμο, γνώριμο). Τα ~ά στοιχεία ενός πολιτισμού. ~ό παράδειγμα αποτελεί ... Ένας από τους πιο ~ούς εκπροσώπους του κινήματος. Πβ. αντιπροσωπευτ-, τυπ-ικός, γνωστός, συνηθισμένος.|| (ΦΥΣ.) ~ή: καμπύλη (ηλεκτρικής πηγής)/συχνότητα.|| (ΜΑΘ.) ~ή: εξίσωση. ~ές: τιμές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ές: αλγοριθμικές γλώσσες. ● Ουσ.: χαρακτηριστικά (τα): τα γνωρίσματα του προσώπου (μύτη, μάτια, στόμα, φρύδια, μάγουλα, αυτιά): αδρά/αρμονικά/ελληνικά/έντονα/ευγενικά/χοντρά/ωραία ~., χαρακτηριστικό (το) 1. {συνήθ. στον πληθ.} το ιδιαίτερο, ξεχωριστό, τυπικό και αντιπροσωπευτικό στοιχείο που συνιστά και καθορίζει τη φύση κάποιου, κάνοντάς τον να διαφέρει από κάποιον άλλο: βασικά/γενικά/ειδικά/κοινά/κύρια/μοναδικά ~ά. Ανατομικά/ατομικά/γενετικά/γεωμετρικά/γλωσσικά/δημογραφικά/δομικά/ηχητικά/κατασκευαστικά/κληρονομικά/κοινωνικά/μηχανικά/οικονομικά/ποιοτικά/πολεοδομικά/ποσοτικά/τεχνικά/φυλετικά/φυσικά/χημικά ~ά. ~ά ασφαλείας (χαρτονομισμάτων). Τα ~ά ενός λαού/ενός προϊόντος/ενός συστήματος/του σώματος/της φωνής. Αξιολόγηση/βελτίωση/έλεγχος/εξέταση/επεξήγηση/καθορισμός/καταγραφή/μελέτη/σύγκριση/συνδυασμός/συσχέτιση/τροποποίηση (των) ~ών. Πίνακας/σύνολο ~ών. Το πιο ελκυστικό/εντυπωσιακό/σημαντικό ~ του είναι ... Παρατηρώ/περιγράφω τα ~ά (της προσωπικότητας) ενός ατόμου. Πβ. ιδιότητα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. οτιδήποτε προσδιορίζει μια οντότητα: ~ απεικόνισης/αρχείου/δεδομένων. ~ μόνο για ανάγνωση. Αλλαγή/επεξεργασία/κατάργηση/προσθήκη ~ού. Το όνομα/η τιμή του ~ού. ~ά γραμματοσειράς. Ορισμός ~ών. [< 2: αγγλ. attribute] ● επίρρ.: χαρακτηριστικά ● ΣΥΜΠΛ.: χαρακτηριστική ομάδα βλ. ομάδα [< μτγν. χαρακτηριστικός ‘δηλωτικός’, αγγλ. characteristic, γαλλ. caractéristique]
56434χαρακτηρολογίαχα-ρα-κτη-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. η ανάλυση του χαρακτήρα ενός ατόμου· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: η ~ του μυθιστορήματος/της ταινίας. Βλ. ηθογραφία.|| Βιολογική/εφαρμοσμένη/παιδαγωγική ~. Βλ. -λογία, συμπεριφορισμός. [< γερμ. Charakterologie, γαλλ. caractériologie, 1945, αγγλ. characterology, 1903]
56435χαρακτηρολογικός, ή, ό χα-ρα-κτη-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με τη χαρακτηρολογία: ~ή: ανάλυση. ~ές: αποκλίσεις/διαταραχές. ~ά: γνωρίσματα/ελαττώματα. ● επίρρ.: χαρακτηρολογικά [< αγγλ. characterological, 1903, γαλλ. caractérologique]
56436χαράκτηςχα-ρά-κτης ουσ. (αρσ.) 1. {θηλ. χαράκτρια} καλλιτέχνης ή τεχνίτης που ασχολείται με τη χαρακτική. Βλ. παρα~. 2. μυτερό εργαλείο χάραξης. Βλ. σμίλη. 3. ο υπεύθυνος για τον καθορισμό αναρριχητικής ή ορειβατικής διαδρομής. [< 1: μτγν. χαράκτης 'νομισματοκόπος', γαλλ. graveur]
56437χαρακτικήχα-ρα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τεχνική ή η τέχνη χάραξης σχεδίων σε επιφάνεια: ανάγλυφη/ψηφιακή ~. ~ σε βράχο/γυαλί/λινόλεουμ. ~ με γλυφίδα. Βλ. γκραβούρα, γλυπτική, ζωγραφική, ξυλο-, χαλκο-γραφία, φωτο~. [< γαλλ. gravure]
56438χαρακτικός, ή, ό χα-ρα-κτι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την χαρακτική: ~ή: τέχνη. ~ό: εργαλείο/υλικό. ~ές: δημιουργίες. ● Ουσ.: χαρακτικό (το): έργο χαρακτικής: ~ά και ελαιογραφίες/σχέδια/χάρτες. Θρησκευτικά ~ά. Πβ. γκραβούρα, λιθογραφία.
56439χαρακτός, ή, ό χα-ρα-κτός επίθ.: που έχει χαραχτεί: ~ός: διάκοσμος. ~ές: ελιές. ~ά: δισκόφρενα (αυτοκινήτου). [< αρχ. χαρακτός]
56440χαράκωμα1χα-ρά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): δημιουργία εντομής ή σχισμής σε επιφάνεια, με οξύ αντικείμενο: Το ~ της ελιάς (ενν. του καρπού της). Το ~ του αμπελιού/κλήματος (: του κορμού του για να εμποδιστεί η υπερβολική ανάπτυξη των ρωγών).|| ~ του δέρματος/προσώπου/σώματος (με μαχαίρι/σουγιά). Πβ. χάραξη. ΣΥΝ. χαράκωση (1)
56441χαράκωμα2χα-ρά-κω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΣΤΡΑΤ. {συνήθ. στον πληθ.} (κυρ. στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο) τεχνητό άνοιγμα στην πρώτη γραμμή του μετώπου, τάφρος που προστατεύει τους στρατιώτες από τις βολές των εχθρών: το ~ της εμπόλεμης ζώνης/του πεδίου μάχης.|| (συνεκδ., η γραμμή του πυρός) Στα ~ατα και στα μετόπισθεν. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) πεδίο μάχης όπου υπερασπίζεται κανείς τις θέσεις του: κομματικά ~ατα. Γονείς και εκπαιδευτικοί στρατευμένοι στο ίδιο ~ για θέματα παιδείας. Βρίσκονται στα δικαστικά ~ατα (: στα δικαστήρια). 3. (στην αρχαιότητα) στρατόπεδο οχυρωμένο με πασσάλους ή ορύγματα. ● ΣΥΜΠΛ.: πόλεμος/μάχη χαρακωμάτων: επίμονη διαμάχη μεταξύ δύο πλευρών και προσπάθεια πρόκλησης φθοράς, η οποία συνήθ. γίνεται συγκαλυμμένα με έμμεσες δηλώσεις ή τακτικές: διπλωματικός/κομματικός πόλεμος ~. Η κόντρα τους εξελίσσεται/τείνει να μετατραπεί σε μάχη ~. [< αρχ. χαράκωμα]
56442χαρακώνωχα-ρα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {χαράκω-σα, χαρακώ-σει, -θηκε, -θεί, χαρακών-οντας, χαρακω-μένος} 1. προκαλώ χαρακιές με οξύ όργανο πάνω σε σκληρή συνήθ. επιφάνεια· γενικότ. αφήνω σημάδι: Του ~σαν (= χάραξαν) το αμάξι (με κλειδί).|| Του ~σε το μάγουλο με ξυράφι/σουγιά. Βλ. τραυματίζω.|| Βαθιές ρυτίδες ~ουν (= αυλακώνουν) το μέτωπό του. 2. (σπάν.) σχεδιάζω ευθείες με τη χρήση χάρακα: ~μένο: φύλλο/χαρτί. [< αρχ. χαρακῶ "οχυρώνω"]
56443χαράκωσηχα-ρά-κω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.) 1. χαράκωμα. 2. σχεδιασμός γραμμών με χάρακα σε χαρτί: κάθετες ~ώσεις. Βλ. χαρακιά, χάραξη. [< 1: μτγν. χαράκωσις]
56444χαρακωτός, ή, ό χα-ρα-κω-τός επίθ.: που έχει χαρακώσεις: (σε αυτοκίνητο :) ~οί: δίσκοι (φρένων).|| ~ό: χαρτί.
56445ΧαράλαμποςΧα-ρά-λα-μπος κύριο όν. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: κλάφ' τα (Χαράλαμπε) βλ. κλαίω
56446χάραμαχά-ρα-μα ουσ. (ουδ.) {χαράμ-ατα} 1. (προφ.) ξημέρωμα: το ~ της μέρας. Τους βρήκε το ~ (: ξενύχτησαν μέχρι το πρωί). Έφυγαν πριν το ~. Κοντεύουν ~ατα. Το ~ του ήλιου (= η ανατολή). Πβ. λυκαυγές, όρθρος, χαραυγή. Βλ. γλυκο~, ροδο~.|| (ως επίρρ.) Το ~ πήρε το δρόμο της επιστροφής. Γύρισε σπίτι ~ατα. 2. (μτφ.) ξεκίνημα, απαρχή, τα πρώτα σημεία εμφάνισης: στο ~ της νέας χιλιετίας ... Το ~ της ελπίδας. ● ΣΥΜΠΛ.: άγρια/βαθιά/μαύρα χαράματα: πολύ πριν ξημερώσει: Μου τηλεφώνησε μες στα ~ ~. Ξυπνά/σηκώνεται απ' τα ~ ~. Πβ. μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα.
56447χαραμάδαχα-ρα-μά-δα ουσ. (θηλ.) 1. σχισμή που δημιουργείται σε ξύλινη συνήθ. επιφάνεια από φυσικά αίτια ή ανάμεσα σε δύο (σχεδόν) εφαπτόμενες δομικές κατασκευές: ~ πατώματος/πόρτας/τοίχου. Οπές/ρωγμές/τρύπες και ~ες. Ο ήλιος πέρασε/τρύπωσε από τη (μικρή/στενή) ~. Το νερό άρχισε να βγαίνει από τη ~. Φράζω τις ~ες στα παντζούρια. Κοιτάει μέσα από κλειδαρότρυπες και ~ες.|| Μια ~ (= γραμμή) φως/φωτός. Βλ. -άδα. 2. (μτφ.) μικρή προοπτική, πιθανότητα: Διαφαίνεται μια ~ ελπίδας/συνεννόησης. Προσλήψεις από ~ες (: πλάγιες, μη νόμιμες οδούς· πβ. παραθυράκι). [< μεσν. χαραμάδα]
56448χαραματιάχα-ρα-μα-τιά ουσ. (θηλ.) 1. χαραγματιά. 2. χαραμάδα.
56449χαράμιχα-ρά-μι επίρρ. (λαϊκό): για κάτι που έγινε, καταναλώθηκε, χάθηκε άδικα, άσκοπα ή έμεινε αναξιοποίητο: ~ όλες μου οι προσπάθειες (πβ. τζάμπα). Οι κόποι/τα λεφτά/οι συμβουλές μου πήγαν ~. ΣΥΝ. στράφι ΑΝΤ. χαλάλι [< τουρκ. haram]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.