Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [56900-56920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56423χαραγματιάχα-ραγ-μα-τιά ουσ. (θηλ.): μικρό γραμμωτό άνοιγμα σε επιφάνεια, που έχει γίνει με οξύ αντικείμενο: ~ιές στο αυτοκίνητο/στο θρανίο/στον τοίχο. ~ιές (= χαρακιές) στον πάγο από τις λάμες των παγοπέδιλων. Το υλικό φέρει ~ιές και εγκοπές. Στάζει ρετσίνι απ' τη ~ (= εντομή) στο πεύκο. Βλ. αυλακιά. ΣΥΝ. χαραγή (1)
56424χαράδραχα-ρά-δρα ουσ. (θηλ.): βαθύ ρήγμα σε πλαγιές βουνών: δύσβατη/καταπράσινη ~. Τη ~ διασχίζει ένα ορμητικό ποτάμι/χείμαρρος. Πβ. φαράγγι. Βλ. γκρεμός, ρεματιά.|| (κατ' επέκτ.) Υποθαλάσσιες ~ες. ΣΥΝ. βάραθρο (1) [< αρχ. χαράδρα]
56425χαράζωχα-ρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χάρα-ξα, χαρά-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, χαράζ-οντας, χαρα-γμένος} & χαράσσω 1. σχεδιάζω, γράφω ή κάνω χαρακιές με οξύ όργανο πάνω σε σκληρή επιφάνεια: ~ σύμβολα (πάνω) σε βράχο/μάρμαρο/ξύλο/πέτρα/πηλό/στην άμμο/στον τοίχο. Επιγραφή που ~χτηκε σε επιτύμβια στήλη. Γυαλί ~γμένο στο χέρι. ~γμένα σχέδια σε νομίσματα (= εγχάρακτα). Πβ. εγχαράσσω, σκαλίζω. Βλ. παραχαράσσω.|| Σφουγγάρι που δεν ~ει (: ενν. τις επιφάνειες). Τα πιάτα βγήκαν ~γμένα από το πλυντήριο. Πβ. γδέρνω, γρατσουνίζω.|| ~ τον κορμό του δέντρου (: για να πέσει το ρετσίνι).|| (Βαθιά) ~γμένη ουλή. Πβ. χαρακώνω.|| (μτφ.) Ένα χαμόγελο ~χτηκε στα χείλη του. Μια ρυτίδα ~χτηκε στο μέτωπό του. Βλ. αυλακώνω. 2. σημειώνω στο έδαφος τις κύριες γραμμές ή τους βασικούς άξονες ενός προς κατασκευή έργου: ~ουν τη διαδρομή/το μονοπάτι/την οδό. ~χτηκε η κοίτη του ποταμού/μεθοριακή γραμμή/νέα οδική αρτηρία/παραλία. ~ονται τα πολεοδομικά όρια. 3. σχεδιάζω σε χαρτί: ~ ευθείες με τον χάρακα/κύκλους με τον διαβήτη. ~ διαγώνιο/κάθετο. Πβ. χαρακώνω. 4. (μτφ.) καθορίζω: ~ την (εξωτερική) πολιτική/μια νέα εποχή/το πλαίσιο (δράσης). ~χτηκε από κοινού η στρατηγική που θα ακολουθηθεί. ~χτηκαν οι κατευθυντήριοι άξονες/πολιτικές κατευθύνσεις. Βλ. ετοιμάζω, προσδιορίζω.|| Ακολουθεί τα χνάρια που ~ξε ο πατέρας του (: την ίδια πορεία με αυτόν, έχοντάς τον ως πρότυπο). 5. (μτφ.) εντυπώνω: Γεγονός που ~ξε βαθιά τα σημάδια του στη ζωή μας. Η εικόνα της έχει ~χτεί ανεξίτηλα στο μυαλό μου. Στιγμές που θα μείνουν για πάντα ~γμένες (= αξέχαστες) μέσα μας/στην καρδιά/στη μνήμη/στην ψυχή μας. Η ημέρα της νίκης ~χτηκε με χρυσά γράμματα στις σελίδες της Ιστορίας. ΣΥΝ. αποτυπώνω (3) ● χαράζει (συνήθ. λογοτ.): ξημερώνει: Σηκώνεται προτού ~ξει η αυγή/μέρα. Πβ. γλυκο~, ροδίζει, φέγγει, φωτίζει.|| (μτφ.) Λίγο πριν ~ξει (= ανατείλει) ο νέος αιώνας ... [< μεσν. χαράζω 3: γαλλ. tracer]
56426χάρακαςχά-ρα-κας ουσ. (αρσ.) 1. βαθμονομημένος συνήθ. κανόνας για τη μέτρηση αποστάσεων ή τη χάραξη ευθειών: πλαστικός/τρισδιάστατος ~. ~ (μήκους) ... εκ. Με τη βοήθεια/χρήση ~α και διαβήτη. ~ες κοπής/σχεδίασης. Βλ. μεζούρα, μέτρο, μοιρογνωμόνιο, τρίγωνο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. καθεμία από τις δύο γραμμές οι οποίες χρησιμοποιούνται κυρ. για την προβολή και μετατροπή των περιθωρίων σελίδας σε επεξεργαστή κειμένου (αριστερό-δεξί και άνω-κάτω). ● Υποκ.: χαρακάκι (το) [< αρχ. χάραξ ‘πάσσαλος’, αγγλ. ruler]
22768Χάρακας

κα-νό-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {κανονίσμ-ατα} (προφ.): διευθέτηση, ρύθμιση, τακτοποίηση: ~ των διακοπών/του ραντεβού/της συνάντησης. ~ των πληρωμών.|| ~ λογαριασμών (= ξεκαθάρισμα).|| Είμαστε στα ~ατα (= διακανονισμούς, διαπραγματεύσεις). [< πβ. μτγν. κανόνισμα ‘χάρακας, κλίση λέξεων βάσει κανόνων’]

56427χαράκιχα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. μικρός χάρακας. 2. ευθεία γραμμή τυπωμένη σε χαρτί: Τετράδιο με ~ια. 3. χαραγματιά, εντομή: ~ στον κορμό του κλήματος με σκοπό την καρποφορία. 4. (κυρ. στην κρητική διάλεκτο) βράχος. [< πβ. μτγν. χαράκιον ‘υποστήριγμα’]
56428χαρακιάχα-ρα-κιά ουσ. (θηλ.) 1. σχισμή σε επιφάνεια που έχει γίνει με οξύ αντικείμενο: ~ με τον σουγιά στο ξύλο. ~ιές (στο σώμα) από μαχαίρι (βλ. μαχαιριά)/ξυράφι (βλ. εκδορά). Οι ~ιές που αφήνουν τα παγοπέδιλα στο χιόνι. Θήκη για να προφυλάσσονται τα σιντί από τη σκόνη και τις ~ιές. Πβ. γρατζουνιά, χαραγματιά.|| (μτφ.) Βαθιά ~ θλίψης. Πβ. πληγή, τραύμα. 2. (σπάν.) ευθεία σχεδιασμένη με χάρακα: μολυβιές και ~ιές. Τραβάω ~ιές.
56429χαρακίριχα-ρα-κί-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. τελετουργική αυτοκτονία με τραυματισμό της κοιλιακής χώρας με σπαθί, που καθιερώθηκε από τους σαμουράι στην Ιαπωνία, με σκοπό την αποκατάσταση ή διαφύλαξη της προσωπικής τιμής. ΣΥΝ. σεπούκου 2. (μτφ.) πράξη που συνεπάγεται ολέθρια αποτελέσματα γι΄αυτόν που την τελεί· αυτοκαταστροφική ενέργεια: οικονομικό/πολιτικό ~. 3. παιχνίδι της πόκας. [< αγγλ.-γαλλ. hara-kiri]
56430χαρακτήραςχα-ρα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. το σύνολο των συνηθισμένων τρόπων αντίδρασης και συμπεριφοράς που εκδηλώνει κάποιος, βάσει των οποίων διαφοροποιείται από τους άλλους ανθρώπους· κατ' επέκτ. το άτομο ως προς τις ψυχικές του ιδιότητες: ασυμφωνία ~ων. Έχει βίαιο/καλό/κυκλοθυμικό ~α. Ο πραγματικός ~ του φάνηκε, όταν ... Δεν είναι του ~α μου να εξαπατώ. Παράγοντες που διαμορφώνουν τον ~α. Πβ. ιδιοσυγκρασία.|| Είναι αδύναμος/ανήσυχος/άστατος/δύσκολος/εξωστρεφής/κλειστός ~. Η δύναμη του ~α. Τα χρήματα αλλοίωσαν τον ~α του. Είμαστε εντελώς διαφορετικοί ~ες. Πβ. προσωπικότητα. 2. το σύνολο των ιδιαίτερων γνωρισμάτων που προσδιορίζουν τη φύση μιας κατάστασης, ενός χώρου ή αντικειμένου: Ο δωρεάν ~ της παιδείας. Ο επετειακός ~ των εορτασμών. Ο ακαδημαϊκός ~ του Πανεπιστημίου. Ο νησιωτικός ~ της χώρας. Εκδηλώσεις πολιτιστικού ~α (πβ. υφή). Δεδομένα προσωπικού ~α. Υπηρεσία κοινωφελούς ~α. Σχολικό περιβάλλον με διαπολιτισμικό ~α. Βλ. μορφή.|| Αλλοίωση/διατήρηση του ~α της πόλης. 3. γράμμα του αλφαβήτου· ειδικότ. σύμβολο που αναπαριστά οπτικά μια πληροφορία: κινεζικοί ~ες. Γράφω με/χρησιμοποιώ ελληνικούς/λατινικούς ~ες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ειδικός ~. ~ μπαλαντέρ. Οπτική αναγνώριση ~ων. (Αλφ)αριθμητικοί/κεφαλαίοι/μικροί ~ες. Μέγεθος ~ων. Υποστήριξη πολυτονικών ~ων. Δημιουργία έντονων (πβ. μπολντ)/πλάγιων ~ων. Λέξεις γραμμένες με πεζούς ~ες. Βλ. μετα~. 4. πρόσωπο σε θεατρικό, λογοτεχνικό, κινηματογραφικό, τηλεοπτικό έργο: πρωταγωνιστικός ~. Οι ~ες των παραμυθιών. Δράμα ~ων (: που σκιαγραφεί τύπους ανθρώπων). Υποδύομαι κωμικούς/φανταστικούς ~ες (= ρόλους).|| (σχέδιο ανθρώπου ή φανταστικού όντος με συγκεκριμένα ψυχικά γνωρίσματα :) ~ κόμικ. Δημιουργώ/στήνω τον ~α μου (: σε παιχνίδια που παίζονται στον υπολογιστή). Πβ. ήρωας. 5. ηθική ακεραιότητα, υπεροχή, αξιοπρέπεια: Έδειξε ~α (: στάθηκε στο ύψος του). 6. ΒΙΟΛ. χαρακτηριστικό γνώρισμα που καθορίζεται από τα γονίδια: πρωτογενείς/δευτερογενείς ~ες του φύλου. 7. ΓΡΑΜΜ. το καταληκτικό γράμμα του θέματος μίας λέξης. 8. ΦΙΛΟΛ. (με κεφαλ. Χ, στον πληθ.) είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στο οποίο παρουσιάζονται ανθρώπινα ψυχικά γνωρίσματα που νοούνται ως ελαττώματα: οι ~ες του Θεόφραστου. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφικός χαρακτήρας: ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο γράφει κάποιος, η εμφάνιση, μορφή των γραμμάτων του: δυσανάγνωστος/ευανάγνωστος ~ ~. Ανάλυση του ~ού ~α. Ο ~ ~ (στο σημείωμα) δεν είναι δικός μου. Έχει άσχημο/ωραίο ~ό ~α., αδαμάντινος χαρακτήρας βλ. αδαμάντινος, αδυναμία χαρακτήρα/χαρακτήρος βλ. αδυναμία, αλφαβητικοί χαρακτήρες βλ. αλφαβητικός, κενός χαρακτήρας βλ. κενός ● ΦΡ.: ακεραιότητα (του) χαρακτήρα βλ. ακεραιότητα, κρατάει χαρακτήρα βλ. κρατώ [< αρχ. χαρακτήρ, γαλλ. caractère, γερμ. Charakter, αγγλ. character]
56431χαρακτηρίζωχα-ρα-κτη-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {χαρακτήρι-σα, χαρακτηρί-σει, -στηκε, -στεί, χαρακτηρίζ-οντας, -όμενος, χαρακτηρι-σμένος}: αποδίδω, προσδίδω ένα χαρακτηριστικό σε κάποιον ή κάτι: ~σε την απόφαση παράνομη. ~σε αβάσιμες τις υπόνοιες/δικαιολογημένη τη στάση τους/θετικές τις εξελίξεις. Πολλοί ~σαν την ταινία ως την επιτυχία της χρονιάς. Δεν έχω λόγια (για) να ~σω/δεν υπάρχουν λέξεις (για) να ~σουν μια τέτοια πράξη (: είναι αχαρακτήριστη). Κάποιοι ίσως με ~σουν (= με πουν) ρομαντικό/υπερβολικό, αλλά ... Εγκλήματα ~όμενα ως ειδεχθή. Κτίριο ~σμένο ως διατηρητέο. Υφολογικά ~σμένες λέξεις. Βλ. αυτοχαρακτηρίζομαι, ονομάζω, τιτλοφορώ. ΑΝΤ. αποχαρακτηρίζω ● χαρακτηρίζει: συνιστά ιδιαίτερο στοιχείο της φύσης ενός ανθρώπου ή μιας κατάστασης: Τον ~ (= διακρίνει) ανευθυνότητα/ενθουσιασμός. ~εται (: είναι γνωστός) για την οξυδέρκειά του.|| Την εποχή μας ~ουν τεχνολογικά θαύματα. Η νόσος ~εται από τα εξής συμπτώματα ... [< μτγν. χαρακτηρίζω, γαλλ. caractériser, αγγλ. characterize]
56432χαρακτηρισμόςχα-ρα-κτη-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρακτηρίζω: γενικός/εύστοχος/πετυχημένος ~. ~ μιας πράξης ως απαράδεκτης.|| (επίσ.) ~ οικισμού ως παραδοσιακού. Πράξη ~ού (έκτασης ως δασικής).|| (επιστ.) (ΧΗΜ.) Ποιοτικός/ποσοτικός ~ (ουσιών). (ΦΥΣ.) Ηλεκτρικός ~ υλικών. Πβ. καθορ-, προσδιορ-ισμός, κατάταξη, περιγραφή. Βλ. μετα~, -ισμός. ΑΝΤ. αποχαρακτηρισμός ● χαρακτηρισμοί (οι) (συνεκδ.): λέξεις ή εκφράσεις, συνήθ. με αρνητικό περιεχόμενο, που χρησιμοποιεί κάποιος για να αποδώσει τον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά ενός προσώπου: Εκτόξευσε άδικους/αήθεις/αισχρούς/ανάρμοστους/ανεπίτρεπτους/ανήκουστους/ανυπόστατους/απαξιωτικούς/απαράδεκτους/απρεπείς/άστοχους/άσχημους/ατυχείς/μειωτικούς/συκοφαντικούς/ταπεινωτικούς/υβριστικούς/υποτιμητικούς/χυδαίους ~ούς εναντίον τους (: βρισιές, ύβρεις). Του επιτέθηκε με βαρύτατους ~ούς. Πβ. κοσμητικά επίθετα. [< μτγν. χαρακτηρισμός, γαλλ. caractérisation, αγγλ. characterization]
56433χαρακτηριστικός, ή, ό χα-ρα-κτη-ρι-στι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζει κάποιον ή κάτι, που αποτελεί ιδιαίτερο και καθοριστικό γνώρισμα της φύσης του: ~ός: ήχος/τύπος (ανθρώπου). ~ή: αρχιτεκτονική του ... αιώνα/νόσος (της παιδικής ηλικίας). ~ά: κομμάτια (της συλλογής). ~ό του ήθους του είναι το ακόλουθο περιστατικό ... Το ~ό κουδούνισμα του τηλεφώνου (= αναγνωρίσιμο, γνώριμο). Τα ~ά στοιχεία ενός πολιτισμού. ~ό παράδειγμα αποτελεί ... Ένας από τους πιο ~ούς εκπροσώπους του κινήματος. Πβ. αντιπροσωπευτ-, τυπ-ικός, γνωστός, συνηθισμένος.|| (ΦΥΣ.) ~ή: καμπύλη (ηλεκτρικής πηγής)/συχνότητα.|| (ΜΑΘ.) ~ή: εξίσωση. ~ές: τιμές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ές: αλγοριθμικές γλώσσες. ● Ουσ.: χαρακτηριστικά (τα): τα γνωρίσματα του προσώπου (μύτη, μάτια, στόμα, φρύδια, μάγουλα, αυτιά): αδρά/αρμονικά/ελληνικά/έντονα/ευγενικά/χοντρά/ωραία ~., χαρακτηριστικό (το) 1. {συνήθ. στον πληθ.} το ιδιαίτερο, ξεχωριστό, τυπικό και αντιπροσωπευτικό στοιχείο που συνιστά και καθορίζει τη φύση κάποιου, κάνοντάς τον να διαφέρει από κάποιον άλλο: βασικά/γενικά/ειδικά/κοινά/κύρια/μοναδικά ~ά. Ανατομικά/ατομικά/γενετικά/γεωμετρικά/γλωσσικά/δημογραφικά/δομικά/ηχητικά/κατασκευαστικά/κληρονομικά/κοινωνικά/μηχανικά/οικονομικά/ποιοτικά/πολεοδομικά/ποσοτικά/τεχνικά/φυλετικά/φυσικά/χημικά ~ά. ~ά ασφαλείας (χαρτονομισμάτων). Τα ~ά ενός λαού/ενός προϊόντος/ενός συστήματος/του σώματος/της φωνής. Αξιολόγηση/βελτίωση/έλεγχος/εξέταση/επεξήγηση/καθορισμός/καταγραφή/μελέτη/σύγκριση/συνδυασμός/συσχέτιση/τροποποίηση (των) ~ών. Πίνακας/σύνολο ~ών. Το πιο ελκυστικό/εντυπωσιακό/σημαντικό ~ του είναι ... Παρατηρώ/περιγράφω τα ~ά (της προσωπικότητας) ενός ατόμου. Πβ. ιδιότητα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. οτιδήποτε προσδιορίζει μια οντότητα: ~ απεικόνισης/αρχείου/δεδομένων. ~ μόνο για ανάγνωση. Αλλαγή/επεξεργασία/κατάργηση/προσθήκη ~ού. Το όνομα/η τιμή του ~ού. ~ά γραμματοσειράς. Ορισμός ~ών. [< 2: αγγλ. attribute] ● επίρρ.: χαρακτηριστικά ● ΣΥΜΠΛ.: χαρακτηριστική ομάδα βλ. ομάδα [< μτγν. χαρακτηριστικός ‘δηλωτικός’, αγγλ. characteristic, γαλλ. caractéristique]
56434χαρακτηρολογίαχα-ρα-κτη-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. η ανάλυση του χαρακτήρα ενός ατόμου· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: η ~ του μυθιστορήματος/της ταινίας. Βλ. ηθογραφία.|| Βιολογική/εφαρμοσμένη/παιδαγωγική ~. Βλ. -λογία, συμπεριφορισμός. [< γερμ. Charakterologie, γαλλ. caractériologie, 1945, αγγλ. characterology, 1903]
56435χαρακτηρολογικός, ή, ό χα-ρα-κτη-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με τη χαρακτηρολογία: ~ή: ανάλυση. ~ές: αποκλίσεις/διαταραχές. ~ά: γνωρίσματα/ελαττώματα. ● επίρρ.: χαρακτηρολογικά [< αγγλ. characterological, 1903, γαλλ. caractérologique]
56436χαράκτηςχα-ρά-κτης ουσ. (αρσ.) 1. {θηλ. χαράκτρια} καλλιτέχνης ή τεχνίτης που ασχολείται με τη χαρακτική. Βλ. παρα~. 2. μυτερό εργαλείο χάραξης. Βλ. σμίλη. 3. ο υπεύθυνος για τον καθορισμό αναρριχητικής ή ορειβατικής διαδρομής. [< 1: μτγν. χαράκτης 'νομισματοκόπος', γαλλ. graveur]
56437χαρακτικήχα-ρα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τεχνική ή η τέχνη χάραξης σχεδίων σε επιφάνεια: ανάγλυφη/ψηφιακή ~. ~ σε βράχο/γυαλί/λινόλεουμ. ~ με γλυφίδα. Βλ. γκραβούρα, γλυπτική, ζωγραφική, ξυλο-, χαλκο-γραφία, φωτο~. [< γαλλ. gravure]
56438χαρακτικός, ή, ό χα-ρα-κτι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την χαρακτική: ~ή: τέχνη. ~ό: εργαλείο/υλικό. ~ές: δημιουργίες. ● Ουσ.: χαρακτικό (το): έργο χαρακτικής: ~ά και ελαιογραφίες/σχέδια/χάρτες. Θρησκευτικά ~ά. Πβ. γκραβούρα, λιθογραφία.
56439χαρακτός, ή, ό χα-ρα-κτός επίθ.: που έχει χαραχτεί: ~ός: διάκοσμος. ~ές: ελιές. ~ά: δισκόφρενα (αυτοκινήτου). [< αρχ. χαρακτός]
56440χαράκωμα1χα-ρά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): δημιουργία εντομής ή σχισμής σε επιφάνεια, με οξύ αντικείμενο: Το ~ της ελιάς (ενν. του καρπού της). Το ~ του αμπελιού/κλήματος (: του κορμού του για να εμποδιστεί η υπερβολική ανάπτυξη των ρωγών).|| ~ του δέρματος/προσώπου/σώματος (με μαχαίρι/σουγιά). Πβ. χάραξη. ΣΥΝ. χαράκωση (1)
56441χαράκωμα2χα-ρά-κω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΣΤΡΑΤ. {συνήθ. στον πληθ.} (κυρ. στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο) τεχνητό άνοιγμα στην πρώτη γραμμή του μετώπου, τάφρος που προστατεύει τους στρατιώτες από τις βολές των εχθρών: το ~ της εμπόλεμης ζώνης/του πεδίου μάχης.|| (συνεκδ., η γραμμή του πυρός) Στα ~ατα και στα μετόπισθεν. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) πεδίο μάχης όπου υπερασπίζεται κανείς τις θέσεις του: κομματικά ~ατα. Γονείς και εκπαιδευτικοί στρατευμένοι στο ίδιο ~ για θέματα παιδείας. Βρίσκονται στα δικαστικά ~ατα (: στα δικαστήρια). 3. (στην αρχαιότητα) στρατόπεδο οχυρωμένο με πασσάλους ή ορύγματα. ● ΣΥΜΠΛ.: πόλεμος/μάχη χαρακωμάτων: επίμονη διαμάχη μεταξύ δύο πλευρών και προσπάθεια πρόκλησης φθοράς, η οποία συνήθ. γίνεται συγκαλυμμένα με έμμεσες δηλώσεις ή τακτικές: διπλωματικός/κομματικός πόλεμος ~. Η κόντρα τους εξελίσσεται/τείνει να μετατραπεί σε μάχη ~. [< αρχ. χαράκωμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.