Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56920-56940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56444χαρακωτός, ή, ό χα-ρα-κω-τός επίθ.: που έχει χαρακώσεις: (σε αυτοκίνητο :) ~οί: δίσκοι (φρένων).|| ~ό: χαρτί.
56445ΧαράλαμποςΧα-ρά-λα-μπος κύριο όν. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: κλάφ' τα (Χαράλαμπε) βλ. κλαίω
56446χάραμαχά-ρα-μα ουσ. (ουδ.) {χαράμ-ατα} 1. (προφ.) ξημέρωμα: το ~ της μέρας. Τους βρήκε το ~ (: ξενύχτησαν μέχρι το πρωί). Έφυγαν πριν το ~. Κοντεύουν ~ατα. Το ~ του ήλιου (= η ανατολή). Πβ. λυκαυγές, όρθρος, χαραυγή. Βλ. γλυκο~, ροδο~.|| (ως επίρρ.) Το ~ πήρε το δρόμο της επιστροφής. Γύρισε σπίτι ~ατα. 2. (μτφ.) ξεκίνημα, απαρχή, τα πρώτα σημεία εμφάνισης: στο ~ της νέας χιλιετίας ... Το ~ της ελπίδας. ● ΣΥΜΠΛ.: άγρια/βαθιά/μαύρα χαράματα: πολύ πριν ξημερώσει: Μου τηλεφώνησε μες στα ~ ~. Ξυπνά/σηκώνεται απ' τα ~ ~. Πβ. μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα.
56447χαραμάδαχα-ρα-μά-δα ουσ. (θηλ.) 1. σχισμή που δημιουργείται σε ξύλινη συνήθ. επιφάνεια από φυσικά αίτια ή ανάμεσα σε δύο (σχεδόν) εφαπτόμενες δομικές κατασκευές: ~ πατώματος/πόρτας/τοίχου. Οπές/ρωγμές/τρύπες και ~ες. Ο ήλιος πέρασε/τρύπωσε από τη (μικρή/στενή) ~. Το νερό άρχισε να βγαίνει από τη ~. Φράζω τις ~ες στα παντζούρια. Κοιτάει μέσα από κλειδαρότρυπες και ~ες.|| Μια ~ (= γραμμή) φως/φωτός. Βλ. -άδα. 2. (μτφ.) μικρή προοπτική, πιθανότητα: Διαφαίνεται μια ~ ελπίδας/συνεννόησης. Προσλήψεις από ~ες (: πλάγιες, μη νόμιμες οδούς· πβ. παραθυράκι). [< μεσν. χαραμάδα]
56448χαραματιάχα-ρα-μα-τιά ουσ. (θηλ.) 1. χαραγματιά. 2. χαραμάδα.
56449χαράμιχα-ρά-μι επίρρ. (λαϊκό): για κάτι που έγινε, καταναλώθηκε, χάθηκε άδικα, άσκοπα ή έμεινε αναξιοποίητο: ~ όλες μου οι προσπάθειες (πβ. τζάμπα). Οι κόποι/τα λεφτά/οι συμβουλές μου πήγαν ~. ΣΥΝ. στράφι ΑΝΤ. χαλάλι [< τουρκ. haram]
56451χαράμισμαχα-ρά-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαραμίζω: (άσκοπο) ~ χρημάτων/χρόνου. Πβ. σπατάλη.
56452χαραμοφάηςχα-ρα-μο-φά-ης ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. άνθρωπος που δεν δουλεύει και ζει με τα λεφτά άλλων: ~ της πατρικής περιουσίας. Έχει μπλέξει με/συντηρεί έναν ~η. Πβ. κηφήνας, κοπρίτης, τοκιστής και σουλατσαδόρος. 2. υπάλληλος που πληρώνεται χωρίς είναι παραγωγικός.
56453χάραξηχά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άξεως | -άξεις} 1. δημιουργία έντονων, βαθιών γραμμών πάνω σε σκληρή επιφάνεια με μυτερό όργανο: αυτόματη/χειροποίητη ~. ~ αλουμινίου/επιγραφής (: χάραγμα, χαραγματιά). ~ με βελόνα. ~ σε δέρμα/κρύσταλλο. Σφραγίδες και ~άξεις. Προστασία (του χρώματος του αυτοκινήτου) από τις ~άξεις. Πβ. εγ~, σκάλισμα. Βλ. ανα~, επανα~,παρα~. 2. ΤΟΠΟΓΡ. -ΑΡΧΙΤ. οριοθέτηση στο εδάφος των βασικών γραμμών ενός έργου που πρόκειται να κατασκευαστεί: γεωμετρική/κατακόρυφη/οριζόντια/πολεοδομική ~. ~ αιγιαλού/δικτύου αποχέτευσης/δρόμου/μονοπατιών/οικοπέδων/σιδηροδρομικής γραμμής. ~ και διάνοιξη οδών. Οικοδομικές/τοπογραφικές ~άξεις. ~άξεις σηράγγων. Βλ. τοπογράφηση. 3. σχεδιασμός, κατασκευή: ~ άξονα/ευθείας/καθέτου/καμπύλης.|| Κόλλα χαρτί με ~άξεις. Βλ. χαράκι, χαράκωση. 4. (μτφ.) καθορισμός τακτικής, πορείας: ~ κατευθυντήριων γραμμών/προγράμματος/στρατηγικής/σχεδίου δράσης.|| ~ διαδρομής. [< 1,3: μτγν. χάραξις 2,4: γαλλ. tracement]
56454χαράσσωβλ. χαράζω
56455χαράτσιχα-ρά-τσι ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) φορολογική επιβάρυνση: έκτακτο/νέο ~. ~ στα ακίνητα. Τέλη-~ια. Πβ. μποναμάς. Βλ. καπέλο, πεσκέσι, πρόστιμο. 2. ΙΣΤ. (στην Τουρκοκρατία) κεφαλικός φόρος υποτέλειας. [< μεσν. χαράτσιν < τουρκ. haraç]
56456χαράτσωμαχα-ρά-τσω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρατσώνει. Πβ. υπερφορολόγηση. Βλ. τσεκούρωμα.
56457χαρατσώνειχα-ρα-τσώ-νει ρ. (μτβ.) {χαράτσω-σε, χαρατσώ-σει, -θηκε, -θεί, χαρατσών-οντας, χαρατσω-μένος} (προφ.): (για την Κυβέρνηση, το Κράτος) επιβάλλει φορολογική επιβάρυνση. Πβ. υπερφορολογώ. Βλ. τσεκουρώνω.
56458χαραυγήχα-ραυ-γή ουσ. (θηλ.) (λογοτ.) ΣΥΝ. χάραμα 1. & χαραγή: αυγή, ξημέρωμα. Πβ. λυκαυγές. ΣΥΝ. χάραγμα (2) 2. (μτφ.) απαρχή: Στη ~ της νέας χιλιετίας/του 21ου αιώνα.
56459χάρβαλοχάρ-βα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σαράβαλο. [< μεσν. χάρβαλον]
56460χαρείβλ. χαίρομαι
56461χαρέμιχα-ρέ-μι ουσ. (ουδ.) 1. (κυρ. στην οθωμανική αυτοκρατορία) το σύνολο των γυναικών μουσουλμάνου, κυρ. πασά ή σουλτάνου· συνεκδ. ο χώρος του παλατιού που προοριζόταν για τις συγκεκριμένες γυναίκες: αυτοκρατορικό/τούρκικο ~. Σκλάβα σε ~ (= οδαλίσκη, χανούμισσα).|| Βλ. γυναικωνίτης. 2. (μτφ.-χιουμορ.) πολλές ερωτικές σύντροφοι: Έχει ολόκληρο ~.|| (για άνδρα που συνοδεύεται από πολλές γυναίκες:) Ο ... και το ~ του. 3. ΖΩΟΛ. (σε ορισμένα θηλαστικά, π.χ. ελάφια, βουβάλια) αγέλη που αποτελείται από θηλυκά και ένα μόνο αρσενικό, με το οποίο αναπαράγονται και το οποίο εμποδίζει αρσενικά του ίδιου είδους να εισέλθουν σε αυτή. [< τουρκ. harem 3: αγγλ. harem]
56462χάρηχά-ρη ουσ. (θηλ.) 1. κομψότητα, λεπτότητα, διακριτική ομορφιά που χαρακτηρίζει ένα πρόσωπο, κυρ. γυναίκα, ή ένα πράγμα: Μιλά/περπατά με/όλο ~. Βλ. θηλυκότητα, φινέτσα.|| Ρούχα με στιλ και ~ (= κομψά). Το δωμάτιο θα έχει άλλη ~ με τα καινούργια έπιπλα. 2. ευεργετική κίνηση που ζητείται ή γίνεται στα πλαίσια διαπροσωπικής σχέσης: Μπορείς να μου κάνεις μια (μεγάλη/μικρή) ~; Θα ήθελα μια ~. Πβ. διευκόλυνση, θέλημα.|| Κάνε λίγη ησυχία, σου το ζητώ σαν ~ (: σε παρακαλώ).|| (δηλωτικό ενόχλησης, εκνευρισμού:) Θα μου κάνεις τη ~ να ησυχάσεις/σωπάσεις, επιτέλους;|| Θα ήθελες πολύ να με δεις λυπημένο, αλλά δεν θα σου κάνω τη ~ (: δεν θα σου δώσω τη χαρά).|| (αρνητ. συνυποδ., ικανοποίηση προσωπικών αιτημάτων, μεροληπτική/ευνοϊκή εξυπηρέτηση:) Προεκλογικές ~ες (: ρουσφέτια). ΣΥΝ. χατίρι 3. ηθική υποχρέωση, ευγνωμοσύνη που αισθάνεται κάποιος απέναντι σε πρόσωπο από το οποίο ευεργετήθηκε: Θα στο χρωστώ (σαν) ~ σε όλη μου τη ζωή. Σου οφείλω μεγάλη ~ που με βοήθησες. 4. ΝΟΜ. άρση, μετατροπή ή μετριασμός ποινής, η οποία γίνεται από το ανώτατο πολιτειακό όργανο (δηλ., στη χώρα μας, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας), μετά από αμετάκλητη καταδίκη: αίτηση για απονομή ~ης. Του δόθηκε ~ (π.χ. για θανατοποινίτη ή πολιτικό κρατούμενο). Βλ. αμνηστία.χάρες (οι): (για πρόσ., κυρ. γυναίκα) χαρίσματα, προτερήματα, προσόντα· (σπανιότ. για άψυχο) ομορφιές: σωματικές ~. Αρετές και ~. Έχει κρυφές ~.|| Οι φυσικές ~ ενός τόπου. Κάθε ηλικία έχει τις δικές της ~/τις ~ της. ● Υποκ.: χαρούλα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος βλ. χάρις ● ΦΡ.: άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος (έχει) τη χάρη (παροιμ.): άλλος φημίζεται για κάτι, συνήθ. αρνητικό, και άλλος το έχει στην πραγματικότητα. Βλ. όνομα και πρά(γ)μα., για χάρη μου/σου/του (προφ.): για πράξη που είναι κανείς διατεθειμένος να κάνει για κάποιον, χωρίς να υπολογίζει το κόστος: Θα θυσίαζα τα πάντα ~ ~ (= για το χατίρι) σου. Κάν' το ~ ~ μου (: ως παράκληση)!, έχε χάρη ...: συγκαταβατικά για κάποιον που μας προκάλεσε ενόχληση, βλάβη: Έχε/να 'χεις ~ που είσαι φίλος, αλλιώς θα σου 'λεγα (: να αισθάνεσαι ευγνωμοσύνη· να λες καλά που ...). ~ ~ που τα μηχανήματα είναι από τα πιο σύγχρονα, διαφορετικά θα είχαν χαλάσει (: πάλι καλά που ..., ευτυχώς που ...)., η Χάρη Της/Του: για την Παναγία ή Άγιο/Αγία: Θ' ανάψω ένα κεράκι στη ~ Του. Θα πάω γονατιστή στη ~ Της (: σε ναό αφιερωμένο στη Θεοτόκο, κυρ. για την εκκλησία της Ευαγγελίστριας στην Τήνο). Βλ. Μεγαλόχαρη.|| (ειρων., για πρόσ.) Κοίτα πού έφτασε η ~ (= φήμη) της! Μέχρι τα δελτία ειδήσεων!, μεγάλη η χάρη του/της: για Άγιο ή την Παναγία: Σήμερα είναι του Αγ. Γεωργίου, ~ ~ του!|| (ειρων.) ~ ~ σου που ασχολούμαι μαζί σου!, ποιος τη χάρη σου/του! (οικ.): προς δήλωση της αξιοζήλευτης θέσης στην οποία βρίσκεται κάποιος: (Άντε βρε,) ~ ~ σου, τώρα που πήρες αμάξι!|| (ειρων.) ~ ~ του με τέτοια γυναίκα που πήγε και παντρεύτηκε!, χάρη (σου/του ...) κάνω (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος κάνει κάτι οικειοθελώς και συνήθ. ως ένδειξη ανοχής, επιείκειας, καλής θέλησης ή διάθεσης για συμφιλίωση: ~ της έκανε και ήρθε στον γάμο. Σου κάνω χάρη που σου μιλάω (: κανονικά δεν θα έπρεπε να σου μιλάω). Πβ. χαριστικά., χάρη σε & (λόγ.) χάρις σε: για να δηλωθεί ότι κάτι ή κάποιος υπήρξε η αιτία μιας θετικής κατάστασης: Σώθηκαν ~ στην έγκαιρη επέμβασή του. ~ σε σένα/στη βοήθειά σου, μπορέσαμε να ξεπεράσουμε τα προβλήματα. Πβ. εξαιτίας. [< γαλλ. grâce à] , (για) κάνε μου τη χάρη! βλ. κάνω, (να) με συγχωρείς/με συγχωρεί η χάρη σου, (αλλά) ... βλ. συγχωρώ, για γούστο βλ. γούστο, για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν (/χάρη) βλ. παράδειγμα, η χάρη θέλει αντίχαρη (και πάντα χάρη μένει/να 'ναι) βλ. αντίχαρη, λόγου χάρη/χάριν βλ. λόγος, μαζί με τον/κοντά στον βασιλικό/για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα βλ. βασιλικός, ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη βλ. αλεπού [< αρχ. χάρις]
56463χάρηκαβλ. χαίρομαι
56465χαριεντίζομαιχα-ριε-ντί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {χαριεντί-στηκε, -στεί, χαριεντιζ-όμενος} (λόγ.): έχω ανάλαφρη και χαρούμενη συζήτηση με κάποιον, συνήθ. με ερωτική διάθεση, ανταλλάσσοντας αστεία ή/και υπαινικτικά σχόλια: (Κάθεται και) ~εται μαζί του όλη την ώρα. Πβ. ερωτοτροπώ, φλερτάρω. Βλ. χαϊδεύομαι. [< αρχ. χαριεντίζομαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.