Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56920-56940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56451χαράμισμαχα-ρά-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαραμίζω: (άσκοπο) ~ χρημάτων/χρόνου. Πβ. σπατάλη.
56452χαραμοφάηςχα-ρα-μο-φά-ης ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. άνθρωπος που δεν δουλεύει και ζει με τα λεφτά άλλων: ~ της πατρικής περιουσίας. Έχει μπλέξει με/συντηρεί έναν ~η. Πβ. κηφήνας, κοπρίτης, τοκιστής και σουλατσαδόρος. 2. υπάλληλος που πληρώνεται χωρίς είναι παραγωγικός.
56453χάραξηχά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άξεως | -άξεις} 1. δημιουργία έντονων, βαθιών γραμμών πάνω σε σκληρή επιφάνεια με μυτερό όργανο: αυτόματη/χειροποίητη ~. ~ αλουμινίου/επιγραφής (: χάραγμα, χαραγματιά). ~ με βελόνα. ~ σε δέρμα/κρύσταλλο. Σφραγίδες και ~άξεις. Προστασία (του χρώματος του αυτοκινήτου) από τις ~άξεις. Πβ. εγ~, σκάλισμα. Βλ. ανα~, επανα~,παρα~. 2. ΤΟΠΟΓΡ. -ΑΡΧΙΤ. οριοθέτηση στο εδάφος των βασικών γραμμών ενός έργου που πρόκειται να κατασκευαστεί: γεωμετρική/κατακόρυφη/οριζόντια/πολεοδομική ~. ~ αιγιαλού/δικτύου αποχέτευσης/δρόμου/μονοπατιών/οικοπέδων/σιδηροδρομικής γραμμής. ~ και διάνοιξη οδών. Οικοδομικές/τοπογραφικές ~άξεις. ~άξεις σηράγγων. Βλ. τοπογράφηση. 3. σχεδιασμός, κατασκευή: ~ άξονα/ευθείας/καθέτου/καμπύλης.|| Κόλλα χαρτί με ~άξεις. Βλ. χαράκι, χαράκωση. 4. (μτφ.) καθορισμός τακτικής, πορείας: ~ κατευθυντήριων γραμμών/προγράμματος/στρατηγικής/σχεδίου δράσης.|| ~ διαδρομής. [< 1,3: μτγν. χάραξις 2,4: γαλλ. tracement]
56454χαράσσωβλ. χαράζω
56455χαράτσιχα-ρά-τσι ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) φορολογική επιβάρυνση: έκτακτο/νέο ~. ~ στα ακίνητα. Τέλη-~ια. Πβ. μποναμάς. Βλ. καπέλο, πεσκέσι, πρόστιμο. 2. ΙΣΤ. (στην Τουρκοκρατία) κεφαλικός φόρος υποτέλειας. [< μεσν. χαράτσιν < τουρκ. haraç]
56456χαράτσωμαχα-ρά-τσω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρατσώνει. Πβ. υπερφορολόγηση. Βλ. τσεκούρωμα.
56457χαρατσώνειχα-ρα-τσώ-νει ρ. (μτβ.) {χαράτσω-σε, χαρατσώ-σει, -θηκε, -θεί, χαρατσών-οντας, χαρατσω-μένος} (προφ.): (για την Κυβέρνηση, το Κράτος) επιβάλλει φορολογική επιβάρυνση. Πβ. υπερφορολογώ. Βλ. τσεκουρώνω.
56458χαραυγήχα-ραυ-γή ουσ. (θηλ.) (λογοτ.) ΣΥΝ. χάραμα 1. & χαραγή: αυγή, ξημέρωμα. Πβ. λυκαυγές. ΣΥΝ. χάραγμα (2) 2. (μτφ.) απαρχή: Στη ~ της νέας χιλιετίας/του 21ου αιώνα.
56459χάρβαλοχάρ-βα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σαράβαλο. [< μεσν. χάρβαλον]
56460χαρείβλ. χαίρομαι
56461χαρέμιχα-ρέ-μι ουσ. (ουδ.) 1. (κυρ. στην οθωμανική αυτοκρατορία) το σύνολο των γυναικών μουσουλμάνου, κυρ. πασά ή σουλτάνου· συνεκδ. ο χώρος του παλατιού που προοριζόταν για τις συγκεκριμένες γυναίκες: αυτοκρατορικό/τούρκικο ~. Σκλάβα σε ~ (= οδαλίσκη, χανούμισσα).|| Βλ. γυναικωνίτης. 2. (μτφ.-χιουμορ.) πολλές ερωτικές σύντροφοι: Έχει ολόκληρο ~.|| (για άνδρα που συνοδεύεται από πολλές γυναίκες:) Ο ... και το ~ του. 3. ΖΩΟΛ. (σε ορισμένα θηλαστικά, π.χ. ελάφια, βουβάλια) αγέλη που αποτελείται από θηλυκά και ένα μόνο αρσενικό, με το οποίο αναπαράγονται και το οποίο εμποδίζει αρσενικά του ίδιου είδους να εισέλθουν σε αυτή. [< τουρκ. harem 3: αγγλ. harem]
56462χάρηχά-ρη ουσ. (θηλ.) 1. κομψότητα, λεπτότητα, διακριτική ομορφιά που χαρακτηρίζει ένα πρόσωπο, κυρ. γυναίκα, ή ένα πράγμα: Μιλά/περπατά με/όλο ~. Βλ. θηλυκότητα, φινέτσα.|| Ρούχα με στιλ και ~ (= κομψά). Το δωμάτιο θα έχει άλλη ~ με τα καινούργια έπιπλα. 2. ευεργετική κίνηση που ζητείται ή γίνεται στα πλαίσια διαπροσωπικής σχέσης: Μπορείς να μου κάνεις μια (μεγάλη/μικρή) ~; Θα ήθελα μια ~. Πβ. διευκόλυνση, θέλημα.|| Κάνε λίγη ησυχία, σου το ζητώ σαν ~ (: σε παρακαλώ).|| (δηλωτικό ενόχλησης, εκνευρισμού:) Θα μου κάνεις τη ~ να ησυχάσεις/σωπάσεις, επιτέλους;|| Θα ήθελες πολύ να με δεις λυπημένο, αλλά δεν θα σου κάνω τη ~ (: δεν θα σου δώσω τη χαρά).|| (αρνητ. συνυποδ., ικανοποίηση προσωπικών αιτημάτων, μεροληπτική/ευνοϊκή εξυπηρέτηση:) Προεκλογικές ~ες (: ρουσφέτια). ΣΥΝ. χατίρι 3. ηθική υποχρέωση, ευγνωμοσύνη που αισθάνεται κάποιος απέναντι σε πρόσωπο από το οποίο ευεργετήθηκε: Θα στο χρωστώ (σαν) ~ σε όλη μου τη ζωή. Σου οφείλω μεγάλη ~ που με βοήθησες. 4. ΝΟΜ. άρση, μετατροπή ή μετριασμός ποινής, η οποία γίνεται από το ανώτατο πολιτειακό όργανο (δηλ., στη χώρα μας, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας), μετά από αμετάκλητη καταδίκη: αίτηση για απονομή ~ης. Του δόθηκε ~ (π.χ. για θανατοποινίτη ή πολιτικό κρατούμενο). Βλ. αμνηστία.χάρες (οι): (για πρόσ., κυρ. γυναίκα) χαρίσματα, προτερήματα, προσόντα· (σπανιότ. για άψυχο) ομορφιές: σωματικές ~. Αρετές και ~. Έχει κρυφές ~.|| Οι φυσικές ~ ενός τόπου. Κάθε ηλικία έχει τις δικές της ~/τις ~ της. ● Υποκ.: χαρούλα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος βλ. χάρις ● ΦΡ.: άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος (έχει) τη χάρη (παροιμ.): άλλος φημίζεται για κάτι, συνήθ. αρνητικό, και άλλος το έχει στην πραγματικότητα. Βλ. όνομα και πρά(γ)μα., για χάρη μου/σου/του (προφ.): για πράξη που είναι κανείς διατεθειμένος να κάνει για κάποιον, χωρίς να υπολογίζει το κόστος: Θα θυσίαζα τα πάντα ~ ~ (= για το χατίρι) σου. Κάν' το ~ ~ μου (: ως παράκληση)!, έχε χάρη ...: συγκαταβατικά για κάποιον που μας προκάλεσε ενόχληση, βλάβη: Έχε/να 'χεις ~ που είσαι φίλος, αλλιώς θα σου 'λεγα (: να αισθάνεσαι ευγνωμοσύνη· να λες καλά που ...). ~ ~ που τα μηχανήματα είναι από τα πιο σύγχρονα, διαφορετικά θα είχαν χαλάσει (: πάλι καλά που ..., ευτυχώς που ...)., η Χάρη Της/Του: για την Παναγία ή Άγιο/Αγία: Θ' ανάψω ένα κεράκι στη ~ Του. Θα πάω γονατιστή στη ~ Της (: σε ναό αφιερωμένο στη Θεοτόκο, κυρ. για την εκκλησία της Ευαγγελίστριας στην Τήνο). Βλ. Μεγαλόχαρη.|| (ειρων., για πρόσ.) Κοίτα πού έφτασε η ~ (= φήμη) της! Μέχρι τα δελτία ειδήσεων!, μεγάλη η χάρη του/της: για Άγιο ή την Παναγία: Σήμερα είναι του Αγ. Γεωργίου, ~ ~ του!|| (ειρων.) ~ ~ σου που ασχολούμαι μαζί σου!, ποιος τη χάρη σου/του! (οικ.): προς δήλωση της αξιοζήλευτης θέσης στην οποία βρίσκεται κάποιος: (Άντε βρε,) ~ ~ σου, τώρα που πήρες αμάξι!|| (ειρων.) ~ ~ του με τέτοια γυναίκα που πήγε και παντρεύτηκε!, χάρη (σου/του ...) κάνω (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος κάνει κάτι οικειοθελώς και συνήθ. ως ένδειξη ανοχής, επιείκειας, καλής θέλησης ή διάθεσης για συμφιλίωση: ~ της έκανε και ήρθε στον γάμο. Σου κάνω χάρη που σου μιλάω (: κανονικά δεν θα έπρεπε να σου μιλάω). Πβ. χαριστικά., χάρη σε & (λόγ.) χάρις σε: για να δηλωθεί ότι κάτι ή κάποιος υπήρξε η αιτία μιας θετικής κατάστασης: Σώθηκαν ~ στην έγκαιρη επέμβασή του. ~ σε σένα/στη βοήθειά σου, μπορέσαμε να ξεπεράσουμε τα προβλήματα. Πβ. εξαιτίας. [< γαλλ. grâce à] , (για) κάνε μου τη χάρη! βλ. κάνω, (να) με συγχωρείς/με συγχωρεί η χάρη σου, (αλλά) ... βλ. συγχωρώ, για γούστο βλ. γούστο, για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν (/χάρη) βλ. παράδειγμα, η χάρη θέλει αντίχαρη (και πάντα χάρη μένει/να 'ναι) βλ. αντίχαρη, λόγου χάρη/χάριν βλ. λόγος, μαζί με τον/κοντά στον βασιλικό/για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα βλ. βασιλικός, ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη βλ. αλεπού [< αρχ. χάρις]
56463χάρηκαβλ. χαίρομαι
56465χαριεντίζομαιχα-ριε-ντί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {χαριεντί-στηκε, -στεί, χαριεντιζ-όμενος} (λόγ.): έχω ανάλαφρη και χαρούμενη συζήτηση με κάποιον, συνήθ. με ερωτική διάθεση, ανταλλάσσοντας αστεία ή/και υπαινικτικά σχόλια: (Κάθεται και) ~εται μαζί του όλη την ώρα. Πβ. ερωτοτροπώ, φλερτάρω. Βλ. χαϊδεύομαι. [< αρχ. χαριεντίζομαι]
56466χαριεντισμόςχα-ριε-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & χαριέντισμα (το) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαριεντίζομαι: Ήταν μες στα χαμόγελα και τους ~ούς. Πβ. ερωτοτροπία, φλερτ. Βλ. -ισμός. [< αρχ. χαριεντισμός 'πείραγμα', μτγν. χαριέντισμα 'ευφυολόγημα']
56467χαρίζωχα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {χάρι-σα, χαρί-σει, -στηκα, -στεί, χαρίζ-οντας, -όμενος, χαρι-σμένος} 1. δίνω σε κάποιον κάτι με τη θέλησή μου, χωρίς προσδοκία ανταλλάγματος ή επιστροφής του: Του ~σε ένα βιβλίο/ρούχα και παπούτσια/χρήματα.|| ~ δώρα στις γιορτές (πβ. δωρίζω). ~σε την περιουσία του στους φτωχούς. Του ~σαν (: κέρδισε) ένα ταξίδι.|| (σε αγγελία:) ~εται γατάκι/κουταβάκι.|| Δεν του ~στηκε τίποτα στη ζωή (: δεν του δόθηκε τίποτα απλόχερα, πάλεψε για να αποκτήσει όσα απέκτησε).|| (από άνδρα σε γυναίκα, ως φλερτ:) Θα μου ~σεις τ' ονοματάκι σου; 2. (μτφ.) προσφέρω, εξασφαλίζω: (Εύχομαι) ο καινούργιος χρόνος να σου ~σει υγεία και ευτυχία!|| Σαμπουάν που ~ει όγκο στα μαλλιά. Ταινία που του ~σε το όσκαρ. ~σε τη νίκη στην ομάδα του. Του ~σαν την ελευθερία (= τον ελευθέρωσαν).|| ~ (= μοιράζω) ευχές/χαμόγελα.|| Διακόσμηση που ~ει (: προσδίδει) στιλ στο δωμάτιο.|| Του ~σε πολλά παιδιά (ενν. του άνδρα της· ΣΥΝ. του γέννησε, του έκανε). 3. (προφ.) απαλλάσσω κάποιον από οικονομική υποχρέωση ή τιμωρία: Φόροι που ~στηκαν (με ειδικές ρυθμίσεις).|| Του ~στηκε η ποινή (= του δόθηκε χάρη).|| Σου τη ~ (= σε συγχωρώ) αυτή τη φορά, αλλά πρόσεξε μην το επαναλάβεις! 4. αφιερώνω: ~ αυτό το μετάλλιο στην οικογένειά μου (: σε λόγο βραβευμένου/νικητή).|| ~σέ μου λίγο απ' τον χρόνο σου/την προσοχή σου! ● Παθ.: χαρίζομαι: φέρομαι με επιείκεια, ευμένεια σε κάποιον που έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη (δηλ. δεν του επιβάλλω σκόπιμα την ποινή που θα έπρεπε), ώστε να διασφαλιστούν τα προσωπικά του συμφέροντα· ευνοώ κάποιον, μεροληπτώ υπέρ του: Δεν ~εται σε κανέναν. [< αρχ. χαρίζομαι, γαλλ. favoriser] ● ΦΡ.: σου χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάς στα δόντια & (κάποιου) του χάριζαν (ένα) γάιδαρο και (αυτός) τον κοίταζε στα δόντια (παροιμ.): για κάποιον που, αντί να χαίρεται για κάτι που του προσφέρεται αναπάντεχα και χωρίς αντάλλαγμα, διστάζει να το δεχτεί., δεν χαρίζει κάστανα βλ. κάστανο, έδωσε/χάρισε ζωή σε ... βλ. ζωή [< μτγν. χαρίζω]
56468χάρινχά-ριν πρόθ. (+ γεν.) (λόγ.): για λόγους, με σκοπό: Αψιμαχίες (προς) ~ εντυπώσεων. ● ΦΡ.: χάριν παιδιάς: για αστείο, για πλάκα: Δεν το εννοούσε, το είπε ~ ~., χάριν συντομίας & ευκολίας (λόγ.): για λόγους συντομίας και απλοποίησης: Η εφορία, ή ΔΟΥ, όπως λέγεται ~ ~., για γούστο βλ. γούστο, για λόγους/(λόγ.) χάριν ευφωνίας βλ. ευφωνία, για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν (/χάρη) βλ. παράδειγμα, λόγου χάρη/χάριν βλ. λόγος, το γοργό(ν) και χάριν έχει βλ. γοργός [< μτγν. χάριν, νεολατ. gratia]
56469χάριςχά-ρις ουσ. (θηλ.) {χάριτ-ος | -ες, χαρίτ-ων} (λόγ.): χάρη: η ~ της μουσικής.|| Οφείλω ~ες στους συνεργάτες μου (: τους χρωστώ ευγνωμοσύνη).|| Απονομή ~ος (σε κατάδικο). (ΝΟΜ.) Συμβούλιο ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος & η θεία χάρη/χάρις: ΘΕΟΛ. η φανέρωση στον άνθρωπο της άφατης αγάπης του Τριαδικού Θεού, η προσφορά στον ευσεβή πιστό της εύνοιάς Του: σημάδι/σύμβολο της χάριτος του Θεού. Σώθηκε με τη χάρη του Θεού. Η παρουσία της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.|| Το δώρο/μεγαλείο/φως της θείας χάρης., οι τρεις Χάριτες: ΜΥΘ. Αγλαΐα, Ευφροσύνη, Θάλεια· (κυρ. κατ' επέκτ.) για τρεις ωραίες κοπέλες που εμφανίζονται μαζί., περίοδος χάριτος & (σπάν.) χαριστική περίοδος 1. χρονικό διάστημα επιείκειας, ανεκτικότητας απέναντι σε κάποιον: Εξαντλήθηκε η ~ ~ της νέας κυβέρνησης.|| Ζήτησε ~ο χάριτος και πίστωση χρόνου. 2. ΝΟΜ. χρονικό διάστημα που ξεκινά από τη λήψη ενός δανείου, κατά το οποίο δεν απαιτείται η καταβολή της δόσης του: άτοκη/έντοκη ~ ~ (μέχρι ένα χρόνο). Ευκολίες πληρωμής με ~ο χάριτος. [< αγγλ. grace period] ● ΦΡ.: κατά χάριν/χάρη: ΕΚΚΛΗΣ. με την επενέργεια της θείας χάριτος. [< μτγν. χάρις]
56470χαρισάμενος, η, ο χα-ρι-σά-με-νος επίθ. (λόγ.): ευτυχισμένος, ευχάριστος· κυρ. στη ● ΦΡ.: ζωή χαρισάμενη/ζωή και κότα βλ. ζωή [< μτγν. χαρίζομαι]
56471χάρισμαχά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {χαρίσμ-ατος | -ατα} 1. έμφυτη ικανότητα, κλίση, σπάνιο προσόν: προικισμένος με πλούσια/πολλά/σπουδαία ~ατα (= χαρισματικός). Άτομο με εσωτερικά ή ψυχικά/ηθικά (: αρετές)/καλλιτεχνικά/κρυφά/μουσικά/πνευματικά/σωματικά (= χάρες)/φυσικά ~ατα. Έχει επικοινωνιακό/συγγραφικό ~. Διαθέτει το ~ του λόγου (πβ. ευγλωττία). Στερείται ηγετικού/πολιτικού ~ατος. Πβ. ταλέντο. Βλ. δώρο, ένστικτο, προτέρημα. 2. (προφ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρίζω: ~ των οφειλών. Βλ. αντι~.|| ~ σου το δίνει (= δωρεάν, τζάμπα, πολύ φτηνά).|| (ειρων.) Πάρ' το, ~ά σου (: δεν το θέλω)! 3. ΕΚΚΛΗΣ. δωρεά (από το Άγιο Πνεύμα) της θείας χάριτος· εξαιρετική ικανότητα δοσμένη από τον Θεό: το προορατικό/προφητικό ~. Θεία ~ατα. Έλαβε το ~ της γλωσσολαλιάς/θαυματουργίας/θεραπείας. [< μτγν. χάρισμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.