Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56940-56960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56472χαρισματικός, ή, ό χα-ρι-σμα-τι-κός επίθ. & χαρισματούχος (συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): που διαθέτει κάποιο χάρισμα ή έχει πολλά χαρίσματα: ~ός: άνθρωπος/επιστήμονας/ζωγράφος/ηθοποιός/καλλιτέχνης (= εμπνευσμένος)/μουσικός/ομιλητής/συγγραφέας. ~ή: μορφή/προσωπικότητα (= εμβληματική). ~ά: παιδιά (= έξυπνα, ευφυή· βλ. διάνοια). Πβ. ταλαντούχος.|| ~ή: γραφή/φωνή. ~ό: μυαλό. ● επίρρ.: χαρισματικά ● ΣΥΜΠΛ.: χαρισματικός/χαρισματική ηγέτης: (κυρ. για πολιτικό) με εξαιρετικές ηγετικές ικανότητες. [< αγγλ. charismatic, γαλλ. charismatique, 1928]
56473χαρισματικότηταχα-ρι-σμα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χαρισματικού. Βλ. -ότητα, ταλέντο.
56474χαριστήριος, α, ο χα-ρι-στή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): ευχαριστήριος· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: χαριστήριος τόμος (λόγ.): αφιερωματικός: ~ ~ προς τιμήν του Μητροπολίτη ... [< μτγν. χαριστήριος]
56475χαριστικός, ή, ό χα-ρι-στι-κός επίθ.: που προσφέρεται σε κάποιον σε ένδειξη αγάπης, καλής θέλησης ή μεροληπτικά, ιδιοτελώς: ~ό-ανταλλακτικό παζάρι. (ΝΟΜ.) Μεταβίβαση από ~ή αιτία (: γονική παροχή, δωρεά, κληρονομιά).|| ~ή: βαθμολογία/μεταχείριση. ~ές: εξυπηρετήσεις (βλ. εκδούλευση, θελήματα)/επιδοτήσεις/προσλήψεις/ρυθμίσεις. Πβ. χατιρικός. ● επίρρ.: χαριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Δεν ζητώ τίποτα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: χαριστική βολή & χαριστικό χτύπημα 1. (μτφ.) τελειωτικό, καταστροφικό πλήγμα: Η αποκάλυψη του σκανδάλου ήταν/υπήρξε η ~ ~ για την εταιρεία. Του έδωσε/κατάφερε τη ~ ~ (= τον αποτέλειωσε). 2. πυροβολισμός εξ επαφής στον κρόταφο κάποιου που εκτελέστηκε με τουφεκισμό. [< γαλλ. coup de grâce] , περίοδος χάριτος βλ. χάρις [< αρχ. χαριστικός 'γενναιόδωρος, ευεργετικός']
56476χαριτόβρυτος, ος/η, ο χα-ρι-τό-βρυ-τος επίθ. (αρχαιοπρ.): γεμάτος χάρη: (κυρ. για νεαρή γυναίκα) ΣΥΝ. χαριτωμένος. Βλ. καλλίπυγος.|| (ΕΚΚΛΗΣ., με αναφορά στη θεία χάρη:) ~ο: λείψανο. [< μεσν. χαριτόβρυτος]
56477χαριτολόγημαχα-ρι-το-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): λόγος που διατυπώνεται με ανάλαφρο, πνευματώδη τρόπο· αστεϊσμός: Η δήλωση εκλήφθηκε ως ~. Το θέμα δεν επιτρέπει (εξυπνάδες και) ~ήματα. Πβ. ευφυολόγημα.
56478χαριτολογίαχα-ρι-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαριτολογώ. Πβ. χαριτολόγημα. Βλ. -λογία.
56479χαριτολόγοςχα-ρι-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που του αρέσει να χαριτολογεί: Πβ. ευφυολόγος.|| (κατ' επέκτ., ως επίθ.) ~ος: διάθεση.
56480χαριτολογώ[χαριτολογῶ] χα-ρι-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {χαριτολογ-είς ..., -ώντας | χαριτολόγ-ησε, -ήσει}: λέω κάτι ως αστείο, συνήθ. χωρίς να το εννοώ πραγματικά: Ήθελε απλά να ~ήσει. Απάντησε/δήλωσε/πρόσθεσε/σχολίασε ~ώντας. Πβ. αστειεύομαι, χωρατεύω. Βλ. -λογώ.
56481χαριτωμενιάχα-ρι-τω-με-νιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (νεαν. αργκό) 1. σκέρτσο, νάζι: Είναι όλο γλύκες και ~ιές (πβ. γαλιφιές· βλ. τζιριτζάντζουλες). Πβ. τσαχπινιά. 2. (ειρων.) ανόητο, άστοχο σχόλιο.
56482χαριτωμένος, η, ο χα-ρι-τω-μέ-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από χάρη, λεπτότητα και διακριτική ομορφιά: ~ο: κορίτσι. ~ και συμπαθής τύπος. Πβ. εμφανίσ-, νόστ-ιμος, συμπαθητικός. ΑΝΤ. άχαρος.|| ~η: ταινία. ~ο: ανέκδοτο (βλ. σκαμπρόζικος). ~ες: κινήσεις (: αερ-, ντελικ-, φινετσ-άτες). Πβ. γουστόζικος.|| (ως ουσ.) Λέει διάφορα ~α (ενν. αστεία, σχόλια).|| ~ο: γατάκι. Πβ. γλύκα, κουκλί. Βλ. τρισ~.|| Πολύ ~ο το σπιτάκι σας. Πβ. κουκλίστικος. Βλ. γραφικός. ● επίρρ.: χαριτωμένα [< μτγν. χαριτῶ]
56483χαρλεάςχαρ-λε-άς ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): οδηγός μοτοσικλέτας τύπου χάρλεϊ. Βλ. εντουράς, τσοπεράς.
56484χάρλεϊχάρ-λε-ϊ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: είδος μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Harley-Davidson, 1903]
56485χάρμαχάρ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λόγ.): οτιδήποτε τέρπει τις αισθήσεις, προκαλεί ευχάριστα αισθήματα: ~ ακοής η συναυλία.|| (ως επίθ.) Η κοπέλα/το νησί είναι ~ (= πανέμορφη/ο).|| (ως επίρρ.) -Πώς περνάτε; ~ (= υπέροχα)! ● ΦΡ.: χάρμα οφθαλμών (λόγ.) & (αρχαιοπρ.) χάρμα ιδέσθαι (εμφατ.): για κάποιον ή κάτι εντυπωσιακά όμορφο: (κυρ. για γυναίκα:) Είναι ~ ~! [< αρχ. χάρμα]
56486χαρμάναχαρ-μά-να ουσ. (θηλ.) (αργκό): στερητικό σύνδρομο. Βλ. μαστούρα.
56487χαρμάνηςχαρ-μά-νης ουσ. (αρσ.) (αργκό): μανιώδης καπνιστής που έχει πολλή ώρα να καπνίσει τσιγάρο· χασικλής που έχει πολύ καιρό να κάνει χρήση χασίς. ΣΥΝ. χαρμάνι (3) [< τουρκ. harman]
56488χαρμάνιχαρ-μά-νι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό) μείγμα διάφορων ποικιλιών (κυρ. καφέ ή καπνού) ή υλικών: απολαυστικό/αρωματικό/δυνατό/εκλεκτό/εξαιρετικό/πλούσιο ~.|| ~ μπαχαρικών.|| (ΟΙΚΟΔ.) ~ τσιμέντου και άμμου (= τσιμεντοκονίαμα). 2. (μτφ.) σύνολο ετερόκλιτων στοιχείων: μουσικό ~. ~ πολιτισμών και εθνοτήτων (πβ. συνονθύλευμα). 3. (αργκό) χαρμάνης. [< τουρκ. harman]
56489χαρμανιάζωχαρ-μα-νιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χαρμάνια-σα, χαρμανιά-σει, -σμένος} 1. (αργκό) παρουσιάζω συμπτώματα στέρησης, επειδή έχω πολλή ώρα να καπνίσω ή γενικότ. πολύ καιρό να κάνω κάτι: Πάω για ένα τσιγάρο, γιατί έχω ~σει εδώ πέρα.|| ~σμένος (: διψασμένος, λυσσασμένος) για να παίξει μπάλα. ΑΝΤ. ξεχαρμανιάζω 2. (λαϊκό) αναμειγνύω διάφορες ποικιλίες ενός προϊόντος, φτιάχνω χαρμάνι.
56490χαρμάνιασμαχαρ-μά-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρμανιάζω: ~ κρασιών (= ανάμειξη). Βλ. ξε~.
56491χαρμανιέραχαρ-μα-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αναδευτήρας υλικών: μύλος-~. Βλ. σφυρόμυλος, -ιέρα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.