| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56466 | χαριεντισμός | χα-ριε-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & χαριέντισμα (το) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαριεντίζομαι: Ήταν μες στα χαμόγελα και τους ~ούς. Πβ. ερωτοτροπία, φλερτ. Βλ. -ισμός. [< αρχ. χαριεντισμός 'πείραγμα', μτγν. χαριέντισμα 'ευφυολόγημα'] | |
| 56467 | χαρίζω | χα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {χάρι-σα, χαρί-σει, -στηκα, -στεί, χαρίζ-οντας, -όμενος, χαρι-σμένος} 1. δίνω σε κάποιον κάτι με τη θέλησή μου, χωρίς προσδοκία ανταλλάγματος ή επιστροφής του: Του ~σε ένα βιβλίο/ρούχα και παπούτσια/χρήματα.|| ~ δώρα στις γιορτές (πβ. δωρίζω). ~σε την περιουσία του στους φτωχούς. Του ~σαν (: κέρδισε) ένα ταξίδι.|| (σε αγγελία:) ~εται γατάκι/κουταβάκι.|| Δεν του ~στηκε τίποτα στη ζωή (: δεν του δόθηκε τίποτα απλόχερα, πάλεψε για να αποκτήσει όσα απέκτησε).|| (από άνδρα σε γυναίκα, ως φλερτ:) Θα μου ~σεις τ' ονοματάκι σου; 2. (μτφ.) προσφέρω, εξασφαλίζω: (Εύχομαι) ο καινούργιος χρόνος να σου ~σει υγεία και ευτυχία!|| Σαμπουάν που ~ει όγκο στα μαλλιά. Ταινία που του ~σε το όσκαρ. ~σε τη νίκη στην ομάδα του. Του ~σαν την ελευθερία (= τον ελευθέρωσαν).|| ~ (= μοιράζω) ευχές/χαμόγελα.|| Διακόσμηση που ~ει (: προσδίδει) στιλ στο δωμάτιο.|| Του ~σε πολλά παιδιά (ενν. του άνδρα της· ΣΥΝ. του γέννησε, του έκανε). 3. (προφ.) απαλλάσσω κάποιον από οικονομική υποχρέωση ή τιμωρία: Φόροι που ~στηκαν (με ειδικές ρυθμίσεις).|| Του ~στηκε η ποινή (= του δόθηκε χάρη).|| Σου τη ~ (= σε συγχωρώ) αυτή τη φορά, αλλά πρόσεξε μην το επαναλάβεις! 4. αφιερώνω: ~ αυτό το μετάλλιο στην οικογένειά μου (: σε λόγο βραβευμένου/νικητή).|| ~σέ μου λίγο απ' τον χρόνο σου/την προσοχή σου! ● Παθ.: χαρίζομαι: φέρομαι με επιείκεια, ευμένεια σε κάποιον που έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη (δηλ. δεν του επιβάλλω σκόπιμα την ποινή που θα έπρεπε), ώστε να διασφαλιστούν τα προσωπικά του συμφέροντα· ευνοώ κάποιον, μεροληπτώ υπέρ του: Δεν ~εται σε κανέναν. [< αρχ. χαρίζομαι, γαλλ. favoriser] ● ΦΡ.: σου χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάς στα δόντια & (κάποιου) του χάριζαν (ένα) γάιδαρο και (αυτός) τον κοίταζε στα δόντια (παροιμ.): για κάποιον που, αντί να χαίρεται για κάτι που του προσφέρεται αναπάντεχα και χωρίς αντάλλαγμα, διστάζει να το δεχτεί., δεν χαρίζει κάστανα βλ. κάστανο, έδωσε/χάρισε ζωή σε ... βλ. ζωή [< μτγν. χαρίζω] | |
| 56468 | χάριν | χά-ριν πρόθ. (+ γεν.) (λόγ.): για λόγους, με σκοπό: Αψιμαχίες (προς) ~ εντυπώσεων. ● ΦΡ.: χάριν παιδιάς: για αστείο, για πλάκα: Δεν το εννοούσε, το είπε ~ ~., χάριν συντομίας & ευκολίας (λόγ.): για λόγους συντομίας και απλοποίησης: Η εφορία, ή ΔΟΥ, όπως λέγεται ~ ~., για γούστο βλ. γούστο, για λόγους/(λόγ.) χάριν ευφωνίας βλ. ευφωνία, για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν (/χάρη) βλ. παράδειγμα, λόγου χάρη/χάριν βλ. λόγος, το γοργό(ν) και χάριν έχει βλ. γοργός [< μτγν. χάριν, νεολατ. gratia] | |
| 56469 | χάρις | χά-ρις ουσ. (θηλ.) {χάριτ-ος | -ες, χαρίτ-ων} (λόγ.): χάρη: η ~ της μουσικής.|| Οφείλω ~ες στους συνεργάτες μου (: τους χρωστώ ευγνωμοσύνη).|| Απονομή ~ος (σε κατάδικο). (ΝΟΜ.) Συμβούλιο ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος & η θεία χάρη/χάρις: ΘΕΟΛ. η φανέρωση στον άνθρωπο της άφατης αγάπης του Τριαδικού Θεού, η προσφορά στον ευσεβή πιστό της εύνοιάς Του: σημάδι/σύμβολο της χάριτος του Θεού. Σώθηκε με τη χάρη του Θεού. Η παρουσία της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.|| Το δώρο/μεγαλείο/φως της θείας χάρης., οι τρεις Χάριτες: ΜΥΘ. Αγλαΐα, Ευφροσύνη, Θάλεια· (κυρ. κατ' επέκτ.) για τρεις ωραίες κοπέλες που εμφανίζονται μαζί., περίοδος χάριτος & (σπάν.) χαριστική περίοδος 1. χρονικό διάστημα επιείκειας, ανεκτικότητας απέναντι σε κάποιον: Εξαντλήθηκε η ~ ~ της νέας κυβέρνησης.|| Ζήτησε ~ο χάριτος και πίστωση χρόνου. 2. ΝΟΜ. χρονικό διάστημα που ξεκινά από τη λήψη ενός δανείου, κατά το οποίο δεν απαιτείται η καταβολή της δόσης του: άτοκη/έντοκη ~ ~ (μέχρι ένα χρόνο). Ευκολίες πληρωμής με ~ο χάριτος. [< αγγλ. grace period] ● ΦΡ.: κατά χάριν/χάρη: ΕΚΚΛΗΣ. με την επενέργεια της θείας χάριτος. [< μτγν. χάρις] | |
| 56470 | χαρισάμενος | , η, ο χα-ρι-σά-με-νος επίθ. (λόγ.): ευτυχισμένος, ευχάριστος· κυρ. στη ● ΦΡ.: ζωή χαρισάμενη/ζωή και κότα βλ. ζωή [< μτγν. χαρίζομαι] | |
| 56471 | χάρισμα | χά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {χαρίσμ-ατος | -ατα} 1. έμφυτη ικανότητα, κλίση, σπάνιο προσόν: προικισμένος με πλούσια/πολλά/σπουδαία ~ατα (= χαρισματικός). Άτομο με εσωτερικά ή ψυχικά/ηθικά (: αρετές)/καλλιτεχνικά/κρυφά/μουσικά/πνευματικά/σωματικά (= χάρες)/φυσικά ~ατα. Έχει επικοινωνιακό/συγγραφικό ~. Διαθέτει το ~ του λόγου (πβ. ευγλωττία). Στερείται ηγετικού/πολιτικού ~ατος. Πβ. ταλέντο. Βλ. δώρο, ένστικτο, προτέρημα. 2. (προφ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρίζω: ~ των οφειλών. Βλ. αντι~.|| ~ σου το δίνει (= δωρεάν, τζάμπα, πολύ φτηνά).|| (ειρων.) Πάρ' το, ~ά σου (: δεν το θέλω)! 3. ΕΚΚΛΗΣ. δωρεά (από το Άγιο Πνεύμα) της θείας χάριτος· εξαιρετική ικανότητα δοσμένη από τον Θεό: το προορατικό/προφητικό ~. Θεία ~ατα. Έλαβε το ~ της γλωσσολαλιάς/θαυματουργίας/θεραπείας. [< μτγν. χάρισμα] | |
| 56472 | χαρισματικός | , ή, ό χα-ρι-σμα-τι-κός επίθ. & χαρισματούχος (συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): που διαθέτει κάποιο χάρισμα ή έχει πολλά χαρίσματα: ~ός: άνθρωπος/επιστήμονας/ζωγράφος/ηθοποιός/καλλιτέχνης (= εμπνευσμένος)/μουσικός/ομιλητής/συγγραφέας. ~ή: μορφή/προσωπικότητα (= εμβληματική). ~ά: παιδιά (= έξυπνα, ευφυή· βλ. διάνοια). Πβ. ταλαντούχος.|| ~ή: γραφή/φωνή. ~ό: μυαλό. ● επίρρ.: χαρισματικά ● ΣΥΜΠΛ.: χαρισματικός/χαρισματική ηγέτης: (κυρ. για πολιτικό) με εξαιρετικές ηγετικές ικανότητες. [< αγγλ. charismatic, γαλλ. charismatique, 1928] | |
| 56473 | χαρισματικότητα | χα-ρι-σμα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χαρισματικού. Βλ. -ότητα, ταλέντο. | |
| 56474 | χαριστήριος | , α, ο χα-ρι-στή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): ευχαριστήριος· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: χαριστήριος τόμος (λόγ.): αφιερωματικός: ~ ~ προς τιμήν του Μητροπολίτη ... [< μτγν. χαριστήριος] | |
| 56475 | χαριστικός | , ή, ό χα-ρι-στι-κός επίθ.: που προσφέρεται σε κάποιον σε ένδειξη αγάπης, καλής θέλησης ή μεροληπτικά, ιδιοτελώς: ~ό-ανταλλακτικό παζάρι. (ΝΟΜ.) Μεταβίβαση από ~ή αιτία (: γονική παροχή, δωρεά, κληρονομιά).|| ~ή: βαθμολογία/μεταχείριση. ~ές: εξυπηρετήσεις (βλ. εκδούλευση, θελήματα)/επιδοτήσεις/προσλήψεις/ρυθμίσεις. Πβ. χατιρικός. ● επίρρ.: χαριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Δεν ζητώ τίποτα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: χαριστική βολή & χαριστικό χτύπημα 1. (μτφ.) τελειωτικό, καταστροφικό πλήγμα: Η αποκάλυψη του σκανδάλου ήταν/υπήρξε η ~ ~ για την εταιρεία. Του έδωσε/κατάφερε τη ~ ~ (= τον αποτέλειωσε). 2. πυροβολισμός εξ επαφής στον κρόταφο κάποιου που εκτελέστηκε με τουφεκισμό. [< γαλλ. coup de grâce] , περίοδος χάριτος βλ. χάρις [< αρχ. χαριστικός 'γενναιόδωρος, ευεργετικός'] | |
| 56476 | χαριτόβρυτος | , ος/η, ο χα-ρι-τό-βρυ-τος επίθ. (αρχαιοπρ.): γεμάτος χάρη: (κυρ. για νεαρή γυναίκα) ΣΥΝ. χαριτωμένος. Βλ. καλλίπυγος.|| (ΕΚΚΛΗΣ., με αναφορά στη θεία χάρη:) ~ο: λείψανο. [< μεσν. χαριτόβρυτος] | |
| 56477 | χαριτολόγημα | χα-ρι-το-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): λόγος που διατυπώνεται με ανάλαφρο, πνευματώδη τρόπο· αστεϊσμός: Η δήλωση εκλήφθηκε ως ~. Το θέμα δεν επιτρέπει (εξυπνάδες και) ~ήματα. Πβ. ευφυολόγημα. | |
| 56478 | χαριτολογία | χα-ρι-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαριτολογώ. Πβ. χαριτολόγημα. Βλ. -λογία. | |
| 56479 | χαριτολόγος | χα-ρι-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που του αρέσει να χαριτολογεί: Πβ. ευφυολόγος.|| (κατ' επέκτ., ως επίθ.) ~ος: διάθεση. | |
| 56480 | χαριτολογώ | [χαριτολογῶ] χα-ρι-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {χαριτολογ-είς ..., -ώντας | χαριτολόγ-ησε, -ήσει}: λέω κάτι ως αστείο, συνήθ. χωρίς να το εννοώ πραγματικά: Ήθελε απλά να ~ήσει. Απάντησε/δήλωσε/πρόσθεσε/σχολίασε ~ώντας. Πβ. αστειεύομαι, χωρατεύω. Βλ. -λογώ. | |
| 56481 | χαριτωμενιά | χα-ρι-τω-με-νιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (νεαν. αργκό) 1. σκέρτσο, νάζι: Είναι όλο γλύκες και ~ιές (πβ. γαλιφιές· βλ. τζιριτζάντζουλες). Πβ. τσαχπινιά. 2. (ειρων.) ανόητο, άστοχο σχόλιο. | |
| 56482 | χαριτωμένος | , η, ο χα-ρι-τω-μέ-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από χάρη, λεπτότητα και διακριτική ομορφιά: ~ο: κορίτσι. ~ και συμπαθής τύπος. Πβ. εμφανίσ-, νόστ-ιμος, συμπαθητικός. ΑΝΤ. άχαρος.|| ~η: ταινία. ~ο: ανέκδοτο (βλ. σκαμπρόζικος). ~ες: κινήσεις (: αερ-, ντελικ-, φινετσ-άτες). Πβ. γουστόζικος.|| (ως ουσ.) Λέει διάφορα ~α (ενν. αστεία, σχόλια).|| ~ο: γατάκι. Πβ. γλύκα, κουκλί. Βλ. τρισ~.|| Πολύ ~ο το σπιτάκι σας. Πβ. κουκλίστικος. Βλ. γραφικός. ● επίρρ.: χαριτωμένα [< μτγν. χαριτῶ] | |
| 56483 | χαρλεάς | χαρ-λε-άς ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): οδηγός μοτοσικλέτας τύπου χάρλεϊ. Βλ. εντουράς, τσοπεράς. | |
| 56484 | χάρλεϊ | χάρ-λε-ϊ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: είδος μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Harley-Davidson, 1903] | |
| 56485 | χάρμα | χάρ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λόγ.): οτιδήποτε τέρπει τις αισθήσεις, προκαλεί ευχάριστα αισθήματα: ~ ακοής η συναυλία.|| (ως επίθ.) Η κοπέλα/το νησί είναι ~ (= πανέμορφη/ο).|| (ως επίρρ.) -Πώς περνάτε; ~ (= υπέροχα)! ● ΦΡ.: χάρμα οφθαλμών (λόγ.) & (αρχαιοπρ.) χάρμα ιδέσθαι (εμφατ.): για κάποιον ή κάτι εντυπωσιακά όμορφο: (κυρ. για γυναίκα:) Είναι ~ ~! [< αρχ. χάρμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ