Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56960-56980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56492χαρμολύπηχαρ-μο-λύ-πη ουσ. (θηλ.) (λόγ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): χαρά και λύπη: η ~ της Μεγάλης Εβδομάδας. Βλ. κλαυσίγελως. [< μεσν. χαρμολύπη]
56493χαρμόσυνος, η, ο χαρ-μό-συ-νος επίθ. (λόγ.): που δηλώνει κάτι ευχάριστο, προκαλώντας αισθήματα χαράς: ~η: είδηση. ~ο: γεγονός/κλίμα. Μας ανακοίνωσαν το ~ο νέο (: συνήθ. ότι περιμένουν παιδί ή ότι σκοπεύουν να παντρευτούν).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~α: τροπάρια. Το ~ο άγγελμα/μήνυμα της Ανάστασης. Πβ. ευφρόσυνος. ΣΥΝ. χαροποιός ● επίρρ.: χαρμόσυνα: Οι καμπάνες ηχούσαν/χτυπούσαν ~. [< αρχ. χαρμόσυνος]
56494χάρντγουερχάρ-ντγου-ερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. υλισμικό. Βλ. σόφτγουερ.
56495χάρντμπορντχάρ-ντμπορντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υλικό από πεπιεσμένα τρίμματα ξύλου που συγκολλούνται με ρητίνη: (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) λάδι σε ~. [< αγγλ. hardboard, 1922]
56496χαροκαμένος, η, ο χα-ρο-κα-μέ-νος επίθ. (λογοτ.): που έχει χάσει νεαρό άτομο από τον στενό οικογενειακό του κύκλο, συνήθ. το παιδί του: ~η: μάνα.|| (κατ' επέκτ., που έχει θρηνήσει πολλούς νεκρούς, κυρ. σε πόλεμο:) ~ος: τόπος.
56497χάρονταςχά-ρο-ντας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) Χάρων 1. (συνήθ. με κεφαλ. Χ) χάρος. 2. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Χ) δορυφόρος του Πλούτωνα. [< αρχ. Χάρων, μεσν. χάροντας]
56498χαροπάλεμαχα-ρο-πά-λε-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαροπαλεύω. Πβ. αγκομαχητό, ψυχορράγημα.
56499χαροπαλεύωχα-ρο-πα-λεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λογοτ.) 1. δίνω μάχη να κρατηθώ στη ζωή: ~ει στην εντατική. Τον άφησε να ~ει στην άσφαλτο. Πβ. αγκομαχώ, ψυχορραγώ. 2. (μτφ.) αγωνίζομαι να μην καταστραφώ, να συνεχίσω να υπάρχω, να ξεπεράσω τα προβλήματά μου: ~ει η επιχείρηση.
56500χαροποιεί[χαροποιεῖ] χα-ρο-ποι-εί ρ. (μτβ.) {χαροποί-ησε, -ήσει, -ώντας}: προκαλεί χαρά: Με ~ (= ευχαριστεί) αφάνταστα/ιδιαίτερα το γεγονός (ΑΝΤ. θλίβει, λυπεί, στενοχωρεί). Με ~ησαν αυτά που άκουσα. Βλ. -ποιώ. [< μτγν. χαροποιῶ]
56501χαροποιός, ός, ό χα-ρο-ποι-ός επίθ. (λόγ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): που δημιουργεί αισθήματα χαράς: ~ό: γεγονός/μήνυμα/πένθος (της Μεγάλης Εβδομάδας· βλ. χαρμολύπη). ΣΥΝ. χαρμόσυνος [< μτγν. χαροποιός]
56502χαροπούλιχα-ρο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. κοινή ονομασία είδους μικρής κουκουβάγιας (επιστ. ονομασ. Aegolius funereus), με έντονα κίτρινη ίριδα ματιού και καφετί φτέρωμα με διάσπαρτες λευκές βούλες. Βλ. -πούλι.
56503χάροςχά-ρος ουσ. (αρσ.): (συνήθ. με κεφαλ. Χ, στη λαϊκή παράδοση) ο θάνατος προσωποποιημένος: (προφ.) Τι κάθεσαι/στέκεσαι από πάνω μου σαν τον ~ο; Βλ. δρεπάνι, θεριστής. ΣΥΝ. χάροντας (1) ● ΦΡ.: γλίτωσα/σώθηκα/μ' έσωσε απ' του χάρου τα δόντια (μτφ.-προφ.): ξέφυγα ή βοήθησα κάποιον να ξεφύγει από θανάσιμο κίνδυνο ή γενικότ. από πολύ επικίνδυνη κατάσταση: ~ ~ την τελευταία στιγμή. Ο άρρωστος γλίτωσε κυριολεκτικά ~ ~. Πβ. γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου., είδα τον χάρο με τα μάτια μου (μτφ.-προφ.): παραλίγο να σκοτωθώ, φοβήθηκα ότι θα πεθάνω: Τον χάρο με τα μάτια του είδε οδηγός ΙΧ, όταν ... Πβ. είδα τον Χριστό φαντάρο!, τα είδα όλα!, κι όποιον πάρει ο χάρος! (προφ.): για κάποιον που αδιαφορεί για τις συνέπειες των πράξεών του, που συνήθ. απειλούν τη ζωή των άλλων: Άρχισε να πυροβολεί, ~ ~! Οδηγούν μεθυσμένοι, ~ ~!|| Λέει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι, ~ ~! Πβ. όποιον πάρει η μπάλα., παλεύει με τον θάνατο/τον Χάρο βλ. παλεύω, τον βρήκε ο χάρος/ο θάνατος βλ. βρίσκω, τον ξέχασε ο Χάρος/ο Θεός βλ. ξεχνώ [< αρχ. Χάρων, αγγλ. Charon]
56504χαρούμενος, η, ο χα-ρού-με-νος επίθ. 1. που νιώθει χαρά, που χαίρεται: ~ος: άνθρωπος. ~η: οικογένεια/παρέα. ~ο: παιδί. Είμαι διπλά/ιδιαίτερα/πολύ/πραγματικά/τόσο ~ για την επιτυχία σου/με το αποτέλεσμα/που τα κατάφερες. Πβ. (χαμο)γελαστός, ευδιάθετος, εύθυμος, ευτυχισμένος, ιλαρός, κεφάτος, ολό-, πρόσ-χαρος, περιχαρής, χαρωπός. Βλ. κατα~, ικανοποι-, συγκιν-ημένος.|| ~η: φατσούλα. ~ο: πρόσωπο/ύφος. Βλ. χαζο~. ΑΝΤ. θλιμμένος, λυπημένος, στενοχωρημένος 2. που εκφράζει χαρά, που προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα: ~η: ατμόσφαιρα (πβ. γιορτινός, φαιδρός)/διάθεση (ΑΝΤ. μελαγχολικός)/μουσική. ~ο: περιβάλλον/τραγούδι/ύφος. ~ες: ειδήσεις/στιγμές/φωνές. ~α: νέα/χρώματα (: ζωηρά, φωτεινά). Τα λουλούδια δίνουν στο δωμάτιο έναν ~ο τόνο/μια ~η νότα/πινελιά. (ευχετ.) ~ες γιορτές! ~ο κι ευτυχισμένο το νέο έτος! ΑΝΤ. δυσάρεστος, θλιβερός (1), λυπητερός ● επίρρ.: χαρούμενα [< μεσν. χαρούμενος]
56505χαρουπάλευροχα-ρου-πά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκόνη που παράγεται από την άλεση χαρουπιών και χρησιμοποιείται κυρ. στη βιομηχανία τροφίμων, αλλά και ως κτηνοτροφή: το ~ ως υποκατάστατο του κακάο. Βλ. -άλευρο.
56506χαρούπιχα-ρού-πι ουσ. (ουδ.): ο μακρόστενος, δερματώδης, καστανόχρωμος καρπός της χαρουπιάς, ο οποίος έχει γλυκιά γεύση και περιέχει πολλούς σκληρούς σπόρους: (κυρ. παλαιότ.) τα ~ια ως ζωοτροφή. Το ~ ως υποκατάστατο της σοκολάτας. Αλεύρι ~ιού (= χαρουπάλευρο). Εκχύλισμα/σιρόπι ~ιού (= χαρουπόμελο). ΣΥΝ. ξυλοκέρατο [< τουρκ. harup]
56507χαρουπιάχα-ρου-πιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μακρόβιο αειθαλές δέντρο του μεσογειακού χώρου (επιστ. ονομασ. Ceratonia siliqua), με πυκνό, συνήθ. σφαιρικό φύλλωμα, δερματώδη φύλλα και κιτρινοπράσινα άνθη χωρίς πέταλα, το οποίο καλλιεργείται για τους καρπούς (χαρούπια) και την ξυλεία του. ΣΥΝ. ξυλοκερατιά
56508χαρουπόμελοχα-ρου-πό-με-λο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. εκχύλισμα (σιρόπι) που λαμβάνεται από τα χαρούπια και χρησιμοποιείται κυρ. ως γλυκαντική ουσία, αλλά και ως καταπραϋντικό του βήχα και του πονόλαιμου. Βλ. -μελο.
56509χάρταχάρ-τα ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. με κεφαλ. Χ) κείμενο στο οποίο διατυπώνονται επίσημα δικαιώματα, νομικοί κανόνες ή αρχές: η ~ των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (του ΟΗΕ). Βλ. καταστατικός χάρτης. 2. (παρωχ.) χάρτης: Η ~ του Ρήγα Φεραίου. ● ΣΥΜΠΛ.: Χάρτα της Γης & Διακήρυξη του Ρίο: κείμενο που συντάχθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη και ορίζει τις θεμελιώδεις αρχές για την προστασία του περιβάλλοντος και την αειφόρο ανάπτυξη. [< αγγλ. Earth Charter, Rio Declaration, 1992] [< 1: αγγλ. charter, γαλλ. charte 2: ιταλ. carta]
56510χαρταετόςχαρ-τα-ε-τός ουσ. (αρσ.): ελαφριά, συνήθ. εξαγωνική, κατασκευή καλυμμένη με πολύχρωμο χαρτί ή πλαστικό και κορδέλες, η οποία ανυψώνεται με τη βοήθεια του ανέμου και με κατάλληλο χειρισμό του σπάγγου με τον οποίο είναι δεμένη: η ουρά του ~ού. Πέταγμα του ~ού την Καθαρά Δευτέρα. Αμολάω τον ~ό. Βλ. καλούμπα. ΣΥΝ. αετός (3)
56511χαρτένιος, ια, ιο βλ. χάρτινος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.