Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5680-5700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4764αντισημιτισμος

[ἀντισιωνισμός] α-ντι-σι-ω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογία αντίθετη στον σιωνισμό. Πβ. αντισημιτισμός. [< γαλλ. antisionisme, αγγλ. anti-zionism]

58799αντισημιτισμός
4762αντισηπτικός, ή, ό [ἀντισηπτικός] α-ντι-ση-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει ή δρα κατά της μόλυνσης, καταστρέφοντας τα μικρόβια: ~ή: δράση/κρέμα/ουσία. ~ό: (στοματικό) διάλυμα/σαπούνι/τζελ. ~ές: ιδιότητες. ~ά: μαντιλάκια. Πβ. αντιμικροβιακός, απολυμαντικός. ΑΝΤ. σηπτικός (2) ● Ουσ.: αντισηπτικό (το): ΦΑΡΜΑΚ. το αντίστοιχο φάρμακο: ήπιο/ισχυρό/τοπικό/φυσικό ~. ~ για τα χέρια. Καθαρισμός στόματος/πλύσεις με ~. ● επίρρ.: αντισηπτικά [< γαλλ. antiseptique, αγγλ. antiseptic]
4763αντισηψία[ἀντισηψία] α-ντι-ση-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σύνολο μεθόδων που στοχεύουν στην πρόληψη ή καταπολέμηση της μόλυνσης μέσω της καταστροφής των μικροβίων που υπάρχουν στην επιφάνεια ή στο εσωτερικό ζωντανών οργανισμών: τοπική/χειρουργική ~. ~ του δέρματος/του στόματος/των τραυμάτων/του χώρου. Πλύσιμο και ~ χεριών. Πβ. απολύμανση, ασηψία. [< γαλλ. antisepsie, αγγλ. antisepsis]
4765αντισιωνιστής[ἀντισιωνιστής] α-ντι-σι-ω-νι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του αντισιωνισμού. Πβ. αντισημίτης. [< γαλλ. antisioniste, αγγλ. anti-zionist]
4766αντισιωνιστικός, ή, ό [ἀντισιωνιστικός] α-ντι-σι-ω-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αντισιωνισμό ή τους αντισιωνιστές: ~ή: πολιτική/προπαγάνδα. ~ό: κίνημα. Πβ. αντισημιτικός
4767αντίσκηνο[ἀντίσκηνο] α-ντί-σκη-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ήνου}: μικρή και ελαφριά σκηνή από αδιάβροχο ύφασμα: ατομικό ~. Καταυλισμοί ~ων. Στήνω ~. Ο δήμος μοίρασε ~α στους σεισμοπαθείς. Πβ. τέντα. [< γαλλ. guitoune, πβ. μεσν. αντισκήνιον]
4768αντισκωριακός, ή, ό [ἀντισκωριακός] α-ντι-σκω-ρι-α-κός επίθ. & αντισκωρικός: ΤΕΧΝΟΛ. που προστατεύει από τη σκουριά: ~ή: προστασία. ~ό: χρώμα. Ηλεκτροστατική βαφή με ~ές ιδιότητες. ~ά και αντιδιαβρωτικά πρόσθετα. ● Ουσ.: αντισκωριακό (το): παρασκεύασμα που δρα κατά της σκουριάς: οικολογικό ~. [< γαλλ. antirouille]
4769αντισμήναρχος[ἀντισμήναρχος] α-ντι-σμή-ναρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον επισμηναγό και κατώτερος από τον σμήναρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον αντισυνταγματάρχη του Στρατού Ξηράς, τον αντιπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, τον αστυνομικό υποδιευθυντή της Ελληνικής Αστυνομίας και τον αντιπύραρχο της Πυροσβεστικής.
4770αντισοσιαλιστικός, ή, ό [ἀντισοσιαλιστικός] α-ντι-σο-σι-α-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που αντιτίθεται στον σοσιαλισμό ή τους σοσιαλιστές. ΑΝΤ. σοσιαλιστικός [< γαλλ. antisocialiste, αγγλ. antisocialist]
4771αντισπάμ[ἀντισπάμ] α-ντι-σπάμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. φίλτρο ανεπιθύμητης αλληλογραφίας: ενεργοποίηση ~.|| (ως επίθ.) Πρόγραμμα/τεχνολογία ~ (: που προστατεύει από σπαμ). Βλ. αντιβάιρους. [< αμερικ. anti-spam, 1995]
4772αντισπασμωδικός, ή, ό [ἀντισπασμωδικός] α-ντι-σπα-σμω-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει ή καταστέλλει τους σπασμούς: ~ή: δράση. Η επιληψία απαιτεί συνεχή ~ή θεραπεία (πβ. αντιεπιληπτικός).|| (ως ουσ.) Λήψη/χορήγηση ~ών (ενν. φαρμάκων). ΣΥΝ. σπασμολυτικός [< γαλλ. antispasmodique, αγγλ. antispasmodic]
4773αντισταθμίζω[ἀντισταθμίζω] α-ντι-σταθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {αντιστάθμι-σε, -στηκε, -σμένος, αντισταθμιζ-όμενος, αντισταθμίζ-οντας}: εξισορροπώ, ισοσταθμίζω: Τα πλεονεκτήματα του προϊόντος ~ουν τα μειονεκτήματα. Οι αυξήσεις φόρων αποδείχθηκαν ανίκανες να ~σουν το έλλειμμα του προϋπολογισμού. ~όμενα: στοιχεία. Πβ. αναπληρώνω, ισοζυγίζω. [< μτγν. ἀντισταθμίζω, γαλλ. contrebalancer, compenser]
4774αντιστάθμιση[ἀντιστάθμιση] α-ντι-στάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) διαδικασία εξισορρόπησης μιας κατάστασης που υφίσταται μεταβολή για την αποφυγή οικονομικών συνήθ. απωλειών ή ζημίας: χρηματική ~. ~ εξόδων-εσόδων (= ισοφάριση)/κινδύνου/παρενεργειών. Παροχές για την ~ απώλειας μισθού (πβ. αποζημίωση). Δημοσιονομικές ~ίσεις. ΣΥΝ. αντιρρόπηση (3), εξίσωση (1), ισοστάθμιση (1) 2. ΤΕΧΝΟΛ. αυτόματη διόρθωση συστήματος λόγω αλλαγής των παραμέτρων λειτουργίας του: ~ ήχου/θερμοκρασίας/πίεσης/συστημάτων αυτόματου ελέγχου. 3. ΦΥΣ. δράση που εξουδετερώνει τις μεταβολές που επιφέρει κάποια άλλη δράση: ~ βάρους/της ταλάντωσης. Ελατήριο ~ης έλξης. 4. ΨΥΧΟΛ. αντιρρόπηση. Βλ. υπεραναπλήρωση. [< μεσν. αντιστάθμισις, γαλλ. compensation]
4775αντιστάθμισμα[ἀντιστάθμισμα] α-ντι-στάθ-μι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) καθετί που συντελεί στην εξισορρόπηση, την αναπλήρωση απώλειας ή ανταμοιβή υπηρεσίας, προσπάθειας: χρηματικό ~. Σε ~ της ζημιάς ... Θα δοθούν οικονομικά ~ίσματα. Πβ. αντάλλαγμα, αποζημίωση.|| Η εκπαίδευση ως ~ των κοινωνικών ανισοτήτων. 2. (σπάν.-κυριολ.) αντίβαρο. [< γαλλ. contrepartie, compensation]
4776αντισταθμιστικός, ή, ό [ἀντισταθμιστικός] α-ντι-σταθ-μι-στι-κός επίθ.: που αντισταθμίζει, αναπληρώνει τις απώλειες, εξουδετερώνει τις επιπτώσεις: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: πολιτική. ~ά: μέτρα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αποζημίωση/εισφορά/πληρωμή. ~ό: ταμείο/τέλος. ~οί: δασμοί (πβ. αντιντάμπιγκ).|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: ορμόνες (πβ. αντιρροπιστικός). Πβ. εξισορροπητικός, εξισωτικός. ● επίρρ.: αντισταθμιστικά: ● ΣΥΜΠΛ.: αντισταθμιστικά/ανταποδοτικά οφέλη & αντισταθμιστικά ωφελήματα: παροχές, κυρ. οικονομικές ή κοινωνικές, που δίνονται ως ανταπόδοση ή αποζημίωση για υπηρεσία ή απώλεια: εμπορικά ~ ~. Η ανάπτυξη αιολικών πάρκων συνοδεύεται από ~ ~ για την τοπική κοινωνία (π.χ. βελτίωση οδικού δικτύου). , αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση: εκπαιδευτικά προγράμματα για την αναπλήρωση εμπειριών ή γενικότ. την αντιμετώπιση δυσκολιών και ελλείψεων που έχουν οι μαθητές ή ειδικές κατηγορίες μαθητών (αλλοδαποί, παλιννοστούντες, παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες). Βλ. ενισχυτική διδασκαλία, ολοήμερο σχολείο, Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη. [< αγγλ. compensatory education, 1965] [< γαλλ. compensatoire]
4777αντισταμινικός, ή, ό βλ. αντιισταμινικός
4778αντιστάρ[ἀντιστάρ] α-ντι-στάρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: διάσημο πρόσωπο που συνήθ. αποφεύγει τη δημοσιότητα και την κοσμική ζωή ή δεν έχει τα αρνητικά συνήθ. χαρακτηριστικά των σταρ.
4779αντίσταση[ἀντίσταση] α-ντί-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. εναντίωση σε απειλητική κατάσταση, δράση, δύναμη· σταθερή αντίδραση: δυναμική/ένοπλη (πβ. άμυνα)/ηρωική/λαϊκή/πολιτική ~ (πβ. εξέγερση, στάση). Η ~ των υπερασπιστών της χώρας. ~ στα νέα μέτρα/στους πειρασμούς. Κάμπτω την ~ κάποιου. Συναντώ ~ στις επιδιώξεις μου. Πρόβαλε σθεναρή ~ μέχρι τέλους. Δεν έφερε καμία ~ (βλ. αντίρρηση). Παραδόθηκε χωρίς ~. Βλ. υποχώρηση.|| (με κεφαλ. το αρχικό Α, οργάνωση που αγωνίζεται ενάντια σε κατοχικές δυνάμεις ή δικτατορικά καθεστώτα:) Μέλος της ~ης (= αντιστασιακός). Έλαβε μέρος στην ~.|| Ακολουθεί τον δρόμο της ελάχιστης ~ης. Βλ. πυρ~. 2. ΗΛΕΚΤΡ. (σύμβ. R) η δυσκολία που προβάλλει ένας αγωγός στη διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος, με αποτέλεσμα τη μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε θερμική και ειδικότ. ο ίδιος ο αγωγός, ο αντιστάτης: δυναμική/επαγωγική/ηλεκτρική/μεταβλητή (βλ. ρεοστάτης)/μιγαδική/στατική/σύνθετη (= εμπέδηση)/φυσική/χαμηλή/ωμική ~. ~ γείωσης (: για μείωση της έντασης τυχόν ρευμάτων διαρροής σε περίπτωση βραχυκυκλώματος)/εισόδου/εξόδου/ηλεκτροδίου/καθόδου/λαμπτήρα/μόνωσης/πυκνωτή/σύρματος.|| Πτώση τάσης στις ~άσεις. Η ~ κάηκε/υπερθερμάνθηκε. Βλ. αγωγιμότητα, μαγνητο~, φωτο~. 3. ΦΥΣ. δύναμη που εναντιώνεται στην κίνηση: (αυξημένη/μειωμένη/υψηλή) αεροδυναμική/μυϊκή/υδροδυναμική ~. ~ τριβής. Η ~ του αέρα/ρευστού. ~ στην κάμψη/στρέψη. 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η δυνατότητα ενός οργανισμού να αντιμετωπίζει μόλυνση ή ασθένεια: Το νέφος προκαλεί μειωμένη ~ στα κρυολογήματα. 5. (καταχρ.) αντοχή, ανθεκτικότητα: ~ ενός ιού στα αντιβιοτικά/ενός υλικού στη φωτιά. Το παραβολικό κάτοπτρο έχει μεγάλη ~ στον άνεμο.|| ~ στην αλλαγή/στον χρόνο.|| Έπεσαν οι ~άσεις του και δέχτηκε τον συμβιβασμό (: εξασθένησαν οι αμυντικοί μηχανισμοί). ● ΣΥΜΠΛ.: (Εθνική) Αντίσταση: ΙΣΤ. το σύνολο των οργανώσεων στην Ελλάδα που έδρασαν ενάντια στις δυνάμεις Κατοχής κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο., παθητική/ενεργητική αντίσταση: άρνηση εκτέλεσης εντολής χωρίς βία/με χρήση βίας: Παθητική ~ των εργαζομένων (πβ. ανυπακοή, πάλη).|| Παθητική ~ του καταναλωτή. ● ΦΡ.: αντίσταση κατά της Αρχής: ΝΟΜ. βίαιη απείθεια εναντίον κρατικού οργάνου, ώστε να μην πράξει το καθήκον του: Συνελήφθη για ~ ~ και σωματική βλάβη. [< γαλλ. résistance contre l΄ autorité] , κάνω αντίσταση: δρω οργανωμένα κατά μιας εξουσίας, είμαι μέλος αντιστασιακής οργάνωσης., κρατώ αντίσταση 1. αντιστέκομαι. 2. κρατάω κόντρα., βρίσκει αντίσταση βλ. βρίσκω [< μτγν. ἀντίστασις, γαλλ. résistance]
4780αντιστασιακός, ή, ό [ἀντιστασιακός] α-ντι-στα-σι-α-κός επίθ.: που αντιτίθεται, αντιστέκεται στην εξουσία ξένου δυνάστη, την τυραννία, τη βία: ~ός: αγώνας. ~ή: λογοτεχνία/συμπεριφορά. ~ό: κίνημα. ~ές: δυνάμεις. Μέλος ~ής οργάνωσης. Στην Κατοχή καταδικάστηκε σε θάνατο για την ~ή του δράση. Πβ. επαναστατικός. ● Ουσ.: αντιστασιακός (ο/η): ΙΣΤ. πρόσωπο που είχε λάβει μέρος στην Αντίσταση (1941-1944). ● επίρρ.: αντιστασιακά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.