Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5680-5700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4755αντίς[ἀντίς] α-ντίς πρόθ. (λαϊκό-λογοτ.): αντί. [< μεσν. αντίς]
4756αντισεισμικός, ή, ό [ἀντισεισμικός] α-ντι-σει-σμι-κός επίθ. 1. που προστατεύει από τις καταστροφικές συνέπειες των σεισμών: ~ός: έλεγχος/κανονισμός/σχεδιασμός (κατασκευών). ~ή: θωράκιση (κτιρίων)/(και στατική) μελέτη/μηχανική/προστασία/τεχνολογία. ~ά: (και αντιπλημμυρικά) έργα/μέτρα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που αντέχει στους σεισμούς: ~ός: ανελκυστήρας. ~ή: κατασκευή. ~οί: θώρακες. ~ά: σπίτια. [< γαλλ. antisismique, 1979, αγγλ. antiseismic]
4757αντισεισμικότητα[ἀντισεισμικότητα] α-ντι-σει-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αντισεισμικού: υψηλή ~. Πυροπροστασία και ~.
4758αντισεξουαλικός, ή, ό [ἀντισεξουαλικός] α-ντι-σε-ξου-α-λι-κός επίθ.: που δεν εκπέμπει σεξουαλικότητα. ΑΝΤ. σεξουαλικός [< αγγλ. anti-sexual]
4759αντισημίτης[ἀντισημίτης] α-ντι-ση-μί-της ουσ. (αρσ.): οπαδός του αντισημιτισμού. Πβ. αντισιωνιστής. Βλ. ρατσιστής, -ίτης1. [< γαλλ. antisémite]
4760αντισημιτικός, ή, ό [ἀντισημιτικός] α-ντι-ση-μι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αντισημιτισμό ή τους αντισημίτες: ~ή: πολιτική/προπαγάνδα. Φαινόμενα ~ού και ρατσιστικού χαρακτήρα. Πβ. αντισιωνιστικός. [< γαλλ. antisémite]
4761αντισημιτισμός[ἀντισημιτισμός] α-ντι-ση-μι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): κοινωνικό και πολιτικό δόγμα που στρέφεται εναντίον των Εβραίων και της παγκόσμιας -κυρ. οικονομικής- επιρροής τους: ναζιστικός ~. Πβ. αντισιωνισμός. [< γαλλ. antisémitisme]
4764αντισημιτισμος

[ἀντισιωνισμός] α-ντι-σι-ω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογία αντίθετη στον σιωνισμό. Πβ. αντισημιτισμός. [< γαλλ. antisionisme, αγγλ. anti-zionism]

58799αντισημιτισμός
4762αντισηπτικός, ή, ό [ἀντισηπτικός] α-ντι-ση-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει ή δρα κατά της μόλυνσης, καταστρέφοντας τα μικρόβια: ~ή: δράση/κρέμα/ουσία. ~ό: (στοματικό) διάλυμα/σαπούνι/τζελ. ~ές: ιδιότητες. ~ά: μαντιλάκια. Πβ. αντιμικροβιακός, απολυμαντικός. ΑΝΤ. σηπτικός (2) ● Ουσ.: αντισηπτικό (το): ΦΑΡΜΑΚ. το αντίστοιχο φάρμακο: ήπιο/ισχυρό/τοπικό/φυσικό ~. ~ για τα χέρια. Καθαρισμός στόματος/πλύσεις με ~. ● επίρρ.: αντισηπτικά [< γαλλ. antiseptique, αγγλ. antiseptic]
4763αντισηψία[ἀντισηψία] α-ντι-ση-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σύνολο μεθόδων που στοχεύουν στην πρόληψη ή καταπολέμηση της μόλυνσης μέσω της καταστροφής των μικροβίων που υπάρχουν στην επιφάνεια ή στο εσωτερικό ζωντανών οργανισμών: τοπική/χειρουργική ~. ~ του δέρματος/του στόματος/των τραυμάτων/του χώρου. Πλύσιμο και ~ χεριών. Πβ. απολύμανση, ασηψία. [< γαλλ. antisepsie, αγγλ. antisepsis]
4765αντισιωνιστής[ἀντισιωνιστής] α-ντι-σι-ω-νι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του αντισιωνισμού. Πβ. αντισημίτης. [< γαλλ. antisioniste, αγγλ. anti-zionist]
4766αντισιωνιστικός, ή, ό [ἀντισιωνιστικός] α-ντι-σι-ω-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αντισιωνισμό ή τους αντισιωνιστές: ~ή: πολιτική/προπαγάνδα. ~ό: κίνημα. Πβ. αντισημιτικός
4767αντίσκηνο[ἀντίσκηνο] α-ντί-σκη-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ήνου}: μικρή και ελαφριά σκηνή από αδιάβροχο ύφασμα: ατομικό ~. Καταυλισμοί ~ων. Στήνω ~. Ο δήμος μοίρασε ~α στους σεισμοπαθείς. Πβ. τέντα. [< γαλλ. guitoune, πβ. μεσν. αντισκήνιον]
4768αντισκωριακός, ή, ό [ἀντισκωριακός] α-ντι-σκω-ρι-α-κός επίθ. & αντισκωρικός: ΤΕΧΝΟΛ. που προστατεύει από τη σκουριά: ~ή: προστασία. ~ό: χρώμα. Ηλεκτροστατική βαφή με ~ές ιδιότητες. ~ά και αντιδιαβρωτικά πρόσθετα. ● Ουσ.: αντισκωριακό (το): παρασκεύασμα που δρα κατά της σκουριάς: οικολογικό ~. [< γαλλ. antirouille]
4769αντισμήναρχος[ἀντισμήναρχος] α-ντι-σμή-ναρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον επισμηναγό και κατώτερος από τον σμήναρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον αντισυνταγματάρχη του Στρατού Ξηράς, τον αντιπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, τον αστυνομικό υποδιευθυντή της Ελληνικής Αστυνομίας και τον αντιπύραρχο της Πυροσβεστικής.
4770αντισοσιαλιστικός, ή, ό [ἀντισοσιαλιστικός] α-ντι-σο-σι-α-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που αντιτίθεται στον σοσιαλισμό ή τους σοσιαλιστές. ΑΝΤ. σοσιαλιστικός [< γαλλ. antisocialiste, αγγλ. antisocialist]
4771αντισπάμ[ἀντισπάμ] α-ντι-σπάμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. φίλτρο ανεπιθύμητης αλληλογραφίας: ενεργοποίηση ~.|| (ως επίθ.) Πρόγραμμα/τεχνολογία ~ (: που προστατεύει από σπαμ). Βλ. αντιβάιρους. [< αμερικ. anti-spam, 1995]
4772αντισπασμωδικός, ή, ό [ἀντισπασμωδικός] α-ντι-σπα-σμω-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει ή καταστέλλει τους σπασμούς: ~ή: δράση. Η επιληψία απαιτεί συνεχή ~ή θεραπεία (πβ. αντιεπιληπτικός).|| (ως ουσ.) Λήψη/χορήγηση ~ών (ενν. φαρμάκων). ΣΥΝ. σπασμολυτικός [< γαλλ. antispasmodique, αγγλ. antispasmodic]
4773αντισταθμίζω[ἀντισταθμίζω] α-ντι-σταθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {αντιστάθμι-σε, -στηκε, -σμένος, αντισταθμιζ-όμενος, αντισταθμίζ-οντας}: εξισορροπώ, ισοσταθμίζω: Τα πλεονεκτήματα του προϊόντος ~ουν τα μειονεκτήματα. Οι αυξήσεις φόρων αποδείχθηκαν ανίκανες να ~σουν το έλλειμμα του προϋπολογισμού. ~όμενα: στοιχεία. Πβ. αναπληρώνω, ισοζυγίζω. [< μτγν. ἀντισταθμίζω, γαλλ. contrebalancer, compenser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.