| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56512 | χαρτζιλίκι | χαρ-τζι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. μικρή χρηματική ενίσχυση για την κάλυψη τρεχόντων εξόδων, η οποία δίνεται από γονείς σε παιδί τους που είναι οικονομικά εξαρτημένο από αυτούς: γερό ~. Το εβδομαδιαίο/μηνιαίο ~ των παιδιών. Του έκοψαν το ~. Ζει από το ~ του μπαμπά.|| Δουλεύει για το ~ του. Βγάζει το ~ του από ιδιαίτερα μαθήματα. 2. πενιχρός μισθός. ● Υποκ.: χαρτζιλικάκι (το) [< τουρκ. harçlık] | |
| 56513 | χαρτζιλίκωμα | χαρ-τζι-λί-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρτζιλικώνω. | |
| 56514 | χαρτζιλικώνω | χαρ-τζι-λι-κώ-νω ρ. (μτβ.) {χαρτζιλίκω-σε, -μένος} (προφ.) 1. παρέχω χαρτζιλίκι: Τον ~ει αδρά/χοντρά (κάθε βδομάδα) η μάνα/ο πατέρας του. ~εται ακόμα από τους γονείς του. 2. (μτφ.) δωροδοκώ, λαδώνω: ~σε τους αρμόδιους, για να κουκουλώσουν το θέμα. | |
| 56515 | χάρτης | χάρ-της ουσ. (αρσ.) {-η (λόγ.) -ου | χαρτών} 1. επεξηγηματική και γενικευμένη με κλίμακα σχεδιαστική απεικόνιση συγκεκριμένου χώρου, σε επίπεδο συνήθ. χαρτί: γεωγραφικός/ναυτικός (πβ. πορτολάνος)/ορειβατικός/παγκόσμιος ~. Ηλεκτρονικός/τρισδιάστατος ~. ~ της Ελλάδας/Ευρώπης. ~ (του) Αεροδρομίου/Νοσοκομείου/Πανεπιστημίου. Ταξιδιωτικοί/τουριστικοί ~ες. ~ες του βυθού. ~ με κλίμακα 1: ... Καθορισμός της θέσης στον ~η. ~-σχεδιάγραμμα. Βλ. άτλας, ορθοφωτο~, πυξίδα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Αστρικός ~. ~ του ουρανού.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Ερμηνεία του αστρολογικού ~η. 2. (κατ' επέκτ.) απεικόνιση πληροφορίας, συνήθ. με τη μορφή πίνακα: γενεαλογικός/προγνωστικός ~. ~ καιρού. Στατιστικοί ~ες. || Εννοιολογικός ~. 3. (συνήθ. με κεφαλ. Χ) χάρτα: Ο ~ Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 4. (μτφ.) το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται μια δραστηριότητα ή η κατάστασή της: Διαμορφώνεται ο ~ της αγοράς/εκπαίδευσης. Ο νέος ακαδημαϊκός ~ της χώρας. Πβ. σκηνικό, τοπίο. 5. (επίσ.) χαρτί: ~ γραφής. Ανακύκλωση/βιοτεχνία/εμπορία/προμήθεια ~ου. ● ΣΥΜΠΛ.: οδικός χάρτης 1. που απεικονίζει το οδικό δίκτυο πόλης ή περιοχής. 2. (με κεφαλ. τα αρχικά Ο, Χ· κυρ. ΠΟΛΙΤ.) αναλυτικό σχέδιο για την επίτευξη στόχου: ~ ~ για την ειρήνη/οικονομία/νέα γενιά. [< αγγλ. road map] , χάρτης ιστότοπου/ιστοσελίδας/ιστοχώρου & χάρτης (δια)δικτυακού τόπου: ΔΙΑΔΙΚΤ. διάγραμμα των υποσελίδων ενός δικτυακού τόπου, το οποίο διευκολύνει την πλοήγηση και την αναζήτηση. ΣΥΝ. ιστοχάρτης [< αμερικ. site map, 1972] , άγραφο χαρτί βλ. άγραφος, γενετικός/γονιδιακός χάρτης βλ. γενετικός, θεματικός χάρτης βλ. θεματικός1, καταστατικός χάρτης βλ. καταστατικός, μετεωρολογικός χάρτης βλ. μετεωρολογικός, πολιτικός χάρτης βλ. πολιτικός, χάρτης θέσης βλ. θέση ● ΦΡ.: επί χάρτου [ἐπί χάρτου] (λόγ.) 1. πάνω στον χάρτη και κατ' επέκτ. στο χαρτί, σε αντιδιαστολή με το πεδίο δράσης: (ΣΤΡΑΤ.) ασκήσεις ~ ~.|| Σχέδια ~ ~. Οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες μελετήθηκαν τόσο ~ ~, όσο και επί τόπου. 2. (μτφ.) στα χαρτιά: Ισότητα που υφίσταται μόνο ~ ~, και όχι στην ουσία/πράξη. Βλ. μένω στα λόγια.|| ~ ~ εξέταση των αιτημάτων (= σε θεωρητικό επίπεδο)., σβήνω από το(ν) χάρτη 1. καταστρέφω ολοσχερώς, προκαλώ τον αφανισμό: Ολόκληρα χωριά σβήστηκαν/χάθηκαν (κυριολεκτικά) ~ εξαιτίας του παλιρροϊκού κύματος/πολέμου/σεισμού. 2. (σπάν.) καταστρέφω, εξοντώνω· διακόπτω τις σχέσεις μου: Κατάφερε να σβήσει ~ όλους τους αντιπάλους του.|| Έσβησε το όνομά του (εντελώς) ~. Βλ. ξεκόβω., στην πινέζα του χάρτη βλ. πινέζα [< αρχ. χάρτης ‘πάπυρος, φύλλο ή κύλινδρος παπύρου’, μτγν. ~ ‘επίσημο έγγραφο’, γαλλ. carte, charte, ιταλ. carta, αγγλ. chart] | |
| 56516 | χαρτί | χαρ-τί ουσ. (ουδ.) {χαρτ-ιού | -ιών} 1. προϊόν με τη μορφή συνήθ. λεπτών ορθογώνιων φύλλων, το οποίο κατασκευάζεται από ειδική επεξεργασία πολτού ινών κυτταρίνης και χρησιμοποιείται κυρ. ως επιφάνεια γραφής: ανακυκλωμένο/γκοφρέ/δημοσιογραφικό (: εφημερίδων και περιοδικών)/εκτυπωτικό/λεπτό/λευκό/μιλιμετρέ/πεπιεσμένο/σκληρό/φωτογραφικό/χρωματιστό ~. ~ ιλουστρασιόν/καρμπόν/κραφτ/οντουλέ. ~ ακουαρέλας/αλληλογραφίας/εκτύπωσης/πολυτελείας. Βλ. μπριστόλ, χαρτικά.|| Μια κόλλα/ένα κομμάτι ~. Φωτοτυπία σε ~ Α4. Κοπτικό ~ιών. Βλ. χαρτόνι.|| ~ περιτυλίγματος/ταπετσαρίας. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κατ΄επέκτ.) σελίδα με γραπτό ή τυπωμένο, ενίοτε επίσημο κείμενο: γραφείο πήχτρα στα ~ιά (βλ. χαρτομάνι, χαρτούρα). Μια στιγμή, να ρίξω μια ματιά στα ~ιά μου. Άπλωσε τα ~ιά του στο τραπέζι. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται ή ανακοινώνεται επίσημα κάτι: πλαστά ~ιά. Μετανάστες/πρόσφυγες χωρίς ~ιά (: άδεια παραμονής, βίζα). Έλεγχος ~ιών (από αστυνομικό· βλ. ταυτότητα, δίπλωμα οδήγησης). Πήρε ~ από γιατρό (= βεβαίωση). Του ήρθε το ~, για να παρουσιαστεί στον στρατό. Πήρε επιτέλους το ~ (= απολυτήριο, πτυχίο). Κατέθεσε όλα τα απαραίτητα ~ιά για ανανέωση/έκδοση διαβατηρίου (= δικαιολογητικά, παράβολα, πιστοποιητικά). 4. {συνήθ. στον πληθ.} τραπουλόχαρτο: Έχω (πολύ) καλό ~ (: συνδυασμό φύλλων). Ανακάτεψε/μοίρασε τα ~ιά. Κόψε τα ~ιά (: χώρισε την τράπουλα σε δύο μέρη)! Άνοιξε τα ~ιά του (: τα έδειξε στους υπόλοιπους παίκτες για να κριθεί ο νικητής). 5. ΟΙΚΟΝ. {στον πληθ.} (προφ.) μετοχή: κρατικά ~ιά. ● Υποκ.: χαρτάκι (το): χαρτί μικρού μεγέθους: ~ με αριθμό προτεραιότητας στις τράπεζες. Έγραψε σ' ένα ~ τον αριθμό του τηλεφώνου της.|| Εξασφάλισαν το μαγικό/πολυπόθητο ~ (: εισιτήριο).|| Δεν έχω ~ια (= τσιγαρόχαρτα) για να στρίψω τσιγάρο.|| Θα παίξουμε ~ (= χαρτιά) την Πρωτοχρονιά; ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτό χαρτί: ως χαρακτηρισμός για άτομο που δεν κρύβει τίποτα: Είναι ~ ~· δεν πρόκειται να σε κοροϊδέψει/σου πει ψέματα., αντικολλητικό χαρτί: που έχει αντικολλητικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται συνήθ. στη μαγειρική: Ψήνω τις πατάτες σε ~ ~. Βλ. αλουμινόχαρτο, λαδόκολλα., ηλεκτρονικό χαρτί: ΤΕΧΝΟΛ. οθόνη χειρός από ειδικού τύπου λεπτό και διαφανές υλικό, στην οποία μπορεί να προβληθεί εικόνα υψηλής ευκρίνειας με κείμενο ή/και φωτογραφίες: έγχρωμο ~ ~. ΣΥΝ. ηλεκτρονικό μελάνι [< αγγλ. electronic/e- paper] , θερμικό/θερμογραφικό/θερμοευαίσθητο χαρτί: ΤΕΧΝΟΛ. ειδικά επεξεργασμένο χαρτί, ευαίσθητο στις υψηλές θερμοκρασίες, το οποίο χρησιμοποιείται σε θερμικούς εκτυπωτές: ~ ~ φαξ. ~ ~ για ταμειακές μηχανές. [< αγγλ. thermal/thermographic paper, γαλλ. papier thermosensible] , χαρτί κουζίνας & ρολό κουζίνας: απορροφητικό χαρτί σε μεγάλο ρολό, το οποίο χρησιμοποιείται συνήθ. στην κουζίνα ως μέσο καθαρισμού., χαρτί υγείας/τουαλέτας: λεπτό χαρτί σε μικρό ρολό, για την προσωπική υγιεινή στο μπάνιο: απορροφητικό/αρωματικό/μαλακό ~ ~. Πβ. κωλόχαρτο. [< αγγλ. toilet paper, γαλλ. papier hygiénique, papier-toilette] , χημικό χαρτί: το οποίο παράγεται μέσω χημικής επεξεργασίας ασβεστίου και θειικής ρίζας για την παραγωγή ινών κυτταρίνης. [< αγγλ. chemical paper, γαλλ. papier chimique] , ψηφιακό χαρτί: ΤΕΧΝΟΛ. οθόνη χειρός για τη δημιουργία χειρογράφων με χρήση ψηφιακού στιλό. [< αγγλ. digital paper] , άγραφο χαρτί βλ. άγραφος, βαρύ/γερό/δυνατό/μεγάλο χαρτί βλ. βαρύς, διαπραγματευτικό χαρτί βλ. διαπραγματευτικός, διαφανές χαρτί βλ. διαφανής, σημαδεμένη τράπουλα/σημαδεμένα χαρτιά βλ. σημαδεμένος, χαρτί κρεπ βλ. κρεπ ● ΦΡ.: ανοίγω/δείχνω/φανερώνω τα χαρτιά μου (μτφ.): κάνω γνωστές τις σκέψεις και τις προθέσεις μου ή τα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου: Άνοιξε ~ ~ του αποκαλύπτοντας τα μελλοντικά του σχέδια. Άνοιξαν ~ ~ τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων., βγάζω/παίρνω/πιάνω χαρτί και μολύβι: είμαι έτοιμος να γράψω, να σημειώσω, να υπολογίσω κάτι: Πάρε ~ ~ και κάνε το τεστ., κάνω τα χαρτιά μου: υποβάλλω τα απαιτούμενα πιστοποιητικά ή δικαιολογητικά στην αρμόδια υπηρεσία: ~ ~ για άδεια παραμονής και εργασίας/το δημόσιο/διορισμό/ειδικότητα/πρόσληψη στο ...., κρατώ κλειστά/κρύβω τα χαρτιά μου (μτφ.): δεν αποκαλύπτω τις προθέσεις μου., με ανοιχτά χαρτιά (μτφ.): με ειλικρίνεια και χωρίς υπεκφυγές: διάλογος ~ ~. Διαπραγματεύομαι/μιλάω ~ ~., μοιράζω την τράπουλα/τα χαρτιά 1. (μτφ.) ασκώ έλεγχο, κάνω διανομή ρόλων χάρη στην εξουσία που διαθέτω. Πβ. ανακατεύω την τράπουλα/τα χαρτιά. 2. (σε χαρτοπαίγνιο) δίνω στους παίκτες τα τραπουλόχαρτα που τους αναλογούν., όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη: ως παρηγορητικός αστεϊσμός προς κάποιον που χάνει σε τυχερό παιχνίδι, συνήθ. χαρτοπαίγνιο., παίζει το τελευταίο του χαρτί: χρησιμοποιεί την τελευταία του ευκαιρία, το ατού που έχει, για να υπερισχύσει έναντι του αντιπάλου του, μετά από προηγούμενες αποτυχημένες προσπάθειες: Η ομάδα ~ ~ της χαρτί, διεκδικώντας την πρόκριση. Έπαιξε ~ ~ και έχασε. [< γαλλ. jouer sa dernière carte] , παίζω το χαρτί του ... 1. & παίζω τα χαρτιά μου: χρησιμοποιώ στοιχείο ή μέσο που θα με βοηθήσει να ικανοποιήσω τις επιδιώξεις μου: ~ει ~ του λαϊκισμού/πατριωτισμού.|| Αν ~ξει τα χαρτιά του σωστά, θα τα καταφέρει. 2. λειτουργώ προς όφελος των συμφερόντων κάποιου: Εδώ και χρόνια ~ει ~ των ισχυρών. ΣΥΝ. παίζω το παιχνίδι του, στα χαρτιά 1. για κάτι που παραμένει ανεφάρμοστο, ενώ έχει ανακοινωθεί ότι θα πραγματοποιηθεί: Το έργο έμεινε ~ ~ (= στον αέρα, στα λόγια, στα σχέδια). ΣΥΝ. επί χάρτου (2) 2. σε θεωρητικό επίπεδο, στη θεωρία: μέτρα ιδανικά ~ ~, αλλά ανεφάρμοστα στην πράξη.|| (ΑΘΛ.) Ντέρμπι ~ ~ (: όταν ο ένας από τους δύο αντιπάλους δεν έχει την προσδοκώμενη απόδοση και ηττάται με μεγάλη διαφορά). Φαβορί ~ ~. ΣΥΝ. επί χάρτου (2) 3. ΑΘΛ. για αποτέλεσμα αγώνα που προκύπτει μετά από απόφαση αρμόδιου οργάνου ομοσπονδίας ή αθλητικού δικαστηρίου και όχι στον αγωνιστικό χώρο: Ήττα/νίκη/πρόκριση ~ ~. Πήρε τον αγώνα/τους βαθμούς ~ ~. Πβ. άνευ αγώνα/αγώνος. [< 2: αγγλ. on paper] , ανακατεύω την τράπουλα/τα χαρτιά βλ. ανακατεύω, καμένο χαρτί βλ. καίω, τραβώ χαρτί βλ. τραβώ, τυλίγω (κάποιον) σε μια κόλλα χαρτί βλ. τυλίγω, χαρτί βίβλου βλ. βίβλος, χαρτί και καλαμάρι βλ. καλαμάρι [< μεσν. χαρτί(ν) 4: ιταλ. carte] | |
| 56517 | χαρτιά | χαρ-τιά ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): χαρτοπαίγνιο: Παίζουν ~. Έχασε όλη την περιουσία του στα ~. Βλ. καζίνο, τζόγος, τυχερά παιχνίδια.|| (για πρόβλεψη της τύχης:) Ρίχνω τα ~ (βλ. χαρτορίχτρα). Διαβάζει το μέλλον στα ~. Βλ. ταρό, χαρτομαντεία. [< γαλλ. cartes, αγγλ. cards] | |
| 56518 | χαρτικά | χαρ-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) 1. είδη γραφείου από χαρτί: ~ και αναλώσιμα. Τμήμα ~ών βιβλιοπωλείου. Πβ. χαρτική. Βλ. γραφική ύλη, μπλοκ, ντοσιέ, σχολικά είδη, τετράδιο, φάκελος.|| (σπάν. στον εν., ως επίθ.) ~ό: υλικό. 2. προϊόντα από χαρτί που χρησιμοποιούνται για την υγιεινή. Βλ. χαρτί υγείας. | |
| 56519 | χαρτική | χαρ-τι-κή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύνολο προϊόντων κατασκευασμένων από χαρτί: είδη ~ής.|| (ως επίθ.) ~ή: ύλη. Πβ. χαρτικά. | |
| 56520 | χάρτινος | , η, ο χάρ-τι-νος επίθ. & (σπάν.-προφ.) χαρτένιος 1. που είναι φτιαγμένος ή αποτελείται από χαρτί κάθε τύπου: ~ος: φάκελος. ~η: κούτα (= χαρτόκουτο)/λίμα (νυχιών)/πετσέτα (= χαρτοπετσέτα)/σακούλα (= χαρτοσακούλα)/συσκευασία/ταινία (= χαρτοταινία). ~ο: κιβώτιο (= χαρτοκιβώτιο)/ντοσιέ/περιτύλιγμα. ~ες: κατασκευές.|| ~οι: χαρακτήρες (: οι ήρωες των κόμικς). 2. (μτφ.) ψεύτικος, απατηλός: ~η: ευτυχία. ~οι: στόχοι (: απραγματοποίητοι, ανυπόστατοι). ~ες: υποσχέσεις. ~α: όνειρα (πβ. χίμαιρα). Πβ. κίβδηλος. 3. (μτφ.) που έχει κατασκευαστεί από ευτελή οικοδομικά υλικά και δεν έχει αντοχή: ~α: κτίρια (: που κατέρρευσαν από σεισμό). ● ΣΥΜΠΛ.: χάρτινη τίγρη βλ. τίγρη ● ΦΡ.: σαν/ως χάρτινος πύργος βλ. πύργος [< μτγν. χάρτινος 'παπύρινος'] | |
| 56522 | χαρτο1- & χαρτό- & χαρτ- | α' συνθετικό με αναφορά 1. στο χαρτί: χαρτο-βάμβακας.|| Xαρτο-μάντιλο/~πετσέτα. Χαρτό-κουτο.|| Χαρτο-κόπτης.|| Xαρτ-έμπορος. Χαρτο-ποιία. 2. στα είδη γραφικής ύλης: χαρτο-πωλείο. 3. σε έγγραφα: χαρτο-φύλακας.|| Χαρτο-φυλάκιο.|| Χαρτο-βασίλειο. 4. στην τράπουλα και κυρ. τα παιχνίδια με τα χαρτιά: χαρτο-μαντεία.|| Xαρτο-παιξία.|| Χαρτο-κλέφτης. Χαρτό-μουτρο. | |
| 56523 | χαρτο2- | : πρόθημα που αναφέρεται στον χάρτη: ~γράφηση/~γραφώ. | |
| 56524 | χαρτοβάμβακας | χαρ-το-βάμ-βα-κας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) χαρτοβάμβακο (το): λεπτό και μαλακό απορροφητικό χαρτί σε φύλλα, το οποίο χρησιμοποιείται ως υγειονομικό υλικό. | |
| 56525 | χαρτοβασίλειο | χαρ-το-βα-σί-λει-ο ουσ. (ουδ.) (αρνητ. συνυποδ.) 1. συγκέντρωση πολλών κυρ. άχρηστων εγγράφων για τη διεκπεραίωση μιας υπόθεσης· κατ' επέκτ. κυριαρχία της γραφειοκρατίας: ~ δικαιολογητικών.|| Τέλος στο ~ του Δημοσίου. 2. συσσώρευση πολλών άχρηστων χαρτιών: Πραγματικό ~ επικρατεί στο γραφείο του. Πβ. χαρτούρα. | |
| 56526 | χαρτοβιομηχανία | χαρ-το-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παραγωγή χαρτιού ή/και ειδών από χαρτί (χαρτική ύλη, είδη υγιεινής)· συνηθέστ. το συγκεκριμένο εργοστάσιο. Βλ. -βιομηχανία. [< γαλλ. papeterie] | |
| 56527 | χαρτοβιομήχανος | χαρ-το-βι-ο-μή-χα-νος ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης χαρτοβιομηχανίας. | |
| 56528 | χαρτογιακάς | χαρ-το-για-κάς ουσ. (αρσ.) (προφ.-ειρων.): άνδρας με τεχνοκρατικές αντιλήψεις που κατέχει θέση με υψηλό μισθό και κοινωνικό γόητρο. Βλ. γραφειοκράτης. | |
| 56529 | χαρτογράφηση | χαρ-το-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρτογραφώ: γεωλογική/θαλάσσια/τοπογραφική ~. ~ βιοτόπων/(δασικών) εκτάσεων/υπεδάφους.|| (ΒΙΟΛ.) ~ του γενετικού κώδικα/DNA. (ΙΑΤΡ.) Ψηφιακή ~ σπίλων. Βλ. -γράφηση. [< αγγλ. mapping] | |
| 56530 | χαρτογραφία | χαρ-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΧΑΡΤΟΓΡ. η επιστήμη και τέχνη της σύνταξης και δημιουργίας χαρτών: αστρική/ιστορική/μαθηματική/ναυτική/ψηφιακή ~. Βλ. γεωπληροφορική, -γραφία, τοπολογία, φωτογραμμετρία, χωροταξία. [< γερμ. Kartographie, γαλλ. cartographie, αγγλ. cartography] | |
| 56531 | χαρτογραφικός | , ή, ό χαρ-το-γρα-φι-κός επίθ.: ΧΑΡΤΟΓΡ. που σχετίζεται με τη χαρτογραφία: ~ή: απεικόνιση/οπτικοποίηση. ~οί: δορυφόροι. Βλ. γεωδαιτικός, κτηματολογικός, τοπογραφικός. [< γαλλ. cartographique, αγγλ. cartographic(al)] | |
| 56532 | χαρτογράφος | χαρ-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΧΑΡΤΟΓΡ. επιστήμονας που έχει ως αντικείμενό του τη χαρτογραφία. Βλ. τοπογράφος.|| (παλαιότ.) ~ και εξερευνητής. Βλ. γεωγράφος, θαλασσοπόρος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή χαρτογράφησης: δορυφορικός ~. Βλ. -γράφος. ● ΣΥΜΠΛ.: θεματικός χαρτογράφος: σειρά δορυφόρων που χρησιμοποιούνται για τον σχεδιασμό χαρτών υπέρυθρης εκπομπής και ανάκλασης (από τη Γη): ενισχυμένος ~ ~. Επεξεργασία δορυφορικών εικόνων από ~ό ~ο. [< μεσν. χαρτογράφος 'αρχειοφύλακας', γαλλ. cartographe, αγγλ. cartographer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ