| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56527 | χαρτοβιομήχανος | χαρ-το-βι-ο-μή-χα-νος ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης χαρτοβιομηχανίας. | |
| 56528 | χαρτογιακάς | χαρ-το-για-κάς ουσ. (αρσ.) (προφ.-ειρων.): άνδρας με τεχνοκρατικές αντιλήψεις που κατέχει θέση με υψηλό μισθό και κοινωνικό γόητρο. Βλ. γραφειοκράτης. | |
| 11226 | χαρτογιακάς | γρα-βα-τά-κιας ουσ. (αρσ.) (αργκό-ειρων.): πρόσωπο που συνήθ. έχει υψηλή θέση και οι απόψεις και ενέργειές του εκφράζουν το κατεστημένο. Βλ. -άκιας, γιάπης, χαρτογιακάς. | |
| 56529 | χαρτογράφηση | χαρ-το-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρτογραφώ: γεωλογική/θαλάσσια/τοπογραφική ~. ~ βιοτόπων/(δασικών) εκτάσεων/υπεδάφους.|| (ΒΙΟΛ.) ~ του γενετικού κώδικα/DNA. (ΙΑΤΡ.) Ψηφιακή ~ σπίλων. Βλ. -γράφηση. [< αγγλ. mapping] | |
| 56530 | χαρτογραφία | χαρ-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΧΑΡΤΟΓΡ. η επιστήμη και τέχνη της σύνταξης και δημιουργίας χαρτών: αστρική/ιστορική/μαθηματική/ναυτική/ψηφιακή ~. Βλ. γεωπληροφορική, -γραφία, τοπολογία, φωτογραμμετρία, χωροταξία. [< γερμ. Kartographie, γαλλ. cartographie, αγγλ. cartography] | |
| 56531 | χαρτογραφικός | , ή, ό χαρ-το-γρα-φι-κός επίθ.: ΧΑΡΤΟΓΡ. που σχετίζεται με τη χαρτογραφία: ~ή: απεικόνιση/οπτικοποίηση. ~οί: δορυφόροι. Βλ. γεωδαιτικός, κτηματολογικός, τοπογραφικός. [< γαλλ. cartographique, αγγλ. cartographic(al)] | |
| 56532 | χαρτογράφος | χαρ-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΧΑΡΤΟΓΡ. επιστήμονας που έχει ως αντικείμενό του τη χαρτογραφία. Βλ. τοπογράφος.|| (παλαιότ.) ~ και εξερευνητής. Βλ. γεωγράφος, θαλασσοπόρος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή χαρτογράφησης: δορυφορικός ~. Βλ. -γράφος. ● ΣΥΜΠΛ.: θεματικός χαρτογράφος: σειρά δορυφόρων που χρησιμοποιούνται για τον σχεδιασμό χαρτών υπέρυθρης εκπομπής και ανάκλασης (από τη Γη): ενισχυμένος ~ ~. Επεξεργασία δορυφορικών εικόνων από ~ό ~ο. [< μεσν. χαρτογράφος 'αρχειοφύλακας', γαλλ. cartographe, αγγλ. cartographer] | |
| 56533 | χαρτογραφώ | [χαρτογραφῶ] χαρ-το-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {χαρτογραφ-εί, -ώντας | χαρτογράφ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. (επιστ.) απεικονίζω σε χάρτη: ~ήθηκε η ακτογραμμή/ο βυθός. ~ημένες: περιοχές (ΑΝΤ. αχαρτογράφητος). 2. (επιστ.) απεικονίζω πληροφορίες με τη μορφή πίνακα, γραφήματος ή διαγράμματος: Επιστήμονες κατάφεραν να ~ήσουν το ανθρώπινο γονιδίωμα. 3. (μτφ.-λόγ.) παρουσιάζω, καταγράφω αναλυτικά: Ντοκιμαντέρ που επιχειρεί να ~ήσει τα σημαντικότερα επιστημονικά επιτεύγματα. Βλ. -γραφώ. [< 2: αγγλ. map] | |
| 56534 | χαρτόδετος | , η, ο χαρ-τό-δε-τος επίθ. (λόγ.): (για βιβλίο) που έχει χάρτινο εξώφυλλο, που είναι βιβλιοδετημένο με χαρτί: ~ος: τόμος. ~η: έκδοση. Βλ. δερματό-, πανό-δετος. [< γαλλ. cartonné] | |
| 56535 | χαρτοδιπλωτική | χαρ-το-δι-πλω-τι-κή ουσ. (θηλ.): οριγκάμι. | |
| 56536 | χαρτοθήκη | χαρ-το-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. θήκη για την τοποθέτηση εγγράφων ή απορροφητικού χαρτιού σε ρολό: ~ με πέντε κλειστά συρτάρια.|| (για χαρτί υγείας ή κουζίνας) Επίτοιχη/μεταλλική/πλαστική ~. Βλ. -θήκη. 2. αρχείο γεωγραφικών χαρτών σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή: ψηφιακή ~. Βλ. -θήκη. [< μεσν. χαρτοθήκη 'αρχείο' 1: γαλλ. cartonnier] | |
| 56537 | χαρτοκιβώτιο | χαρ-το-κι-βώ-τι-ο ουσ. (ουδ.): χάρτινο κιβώτιο. Πβ. χαρτόκουτο. [< γαλλ.-αγγλ. carton] | |
| 56538 | χαρτοκλέφτης | χαρ-το-κλέ-φτης ουσ. (αρσ.): αυτός που κλέβει στα χαρτιά. | |
| 56539 | χαρτοκολλητική | χαρ-το-κολ-λη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. κολάζ με χαρτί, συνήθ. γκοφρέ. Βλ. χαρτοκοπτική, χειροτεχνία. | |
| 56540 | χαρτοκόπτης | χαρ-το-κό-πτης ουσ. (αρσ.): μυτερό αντικείμενο με κοφτερή συνήθ. λεπίδα, που χρησιμοποιείται για το κόψιμο χαρτιών, το άνοιγμα φακέλων ή τον χωρισμό ενωμένων σελίδων βιβλίου. Βλ. κοπίδι, κόφτης. [< γαλλ. coupe-papier] | |
| 56541 | χαρτοκοπτική | χαρ-το-κο-πτι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. χειροτεχνία με πολύχρωμο χαρτί κομμένο σε διάφορα σχέδια. Βλ. χαρτοκολλητική. | |
| 56542 | χαρτόκουτο | χαρ-τό-κου-το ουσ. (ουδ.) & (επίσ.) χαρτοκυτίο & χαρτοκούτα (η): κούτα από χαρτόνι. Πβ. χαρτοκιβώτιο. Βλ. -κουτο. | |
| 56543 | χαρτόμαζα | χαρ-τό-μα-ζα ουσ. (θηλ.) & χαρτομάζα: ΤΕΧΝΟΛ. χαρτοπολτός. | |
| 56544 | χαρτομάνι | χαρ-το-μά-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πλήθος άχρηστων χαρτιών. Βλ. -μάνι. ΣΥΝ. χαρτούρα (1) | |
| 56545 | χαρτομαντεία | χαρ-το-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.): μαντική με χρήση τραπουλόχαρτων ή καρτών ταρό. Βλ. -μαντεία. [< γαλλ. cartomancie, αγγλ. cartomancy] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ