| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56546 | χαρτομάντης | χαρ-το-μά-ντης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χαρτομάντισσα}: πρόσωπο που ασκεί επαγγελματικά τη χαρτομαντεία. Πβ. χαρτορίχτρα. Βλ. μελλοντολόγος. [< γαλλ. cartomancien] | |
| 56547 | χαρτομάντιλο | χαρ-το-μά-ντι-λο ουσ. (ουδ.) & χαρτομάντηλο: μαντίλι από λεπτό και απαλό απορροφητικό χαρτί, το οποίο χρησιμοποιεί κάποιος για την προσωπική του υγιεινή: αρωματικά/υγρά ~α. ~α μιας χρήσης. Φυσάω τη μύτη μου στο ~. Βλ. μωρομάντιλο, χαρτοπετσέτα. ● Υποκ.: χαρτομαντιλάκι (το) | |
| 56548 | χαρτόμουτρο | χαρ-τό-μου-τρο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): χαρτοπαίκτης. Πβ. τζογαδόρος. Βλ. -μουτρο. | |
| 56549 | χαρτονένιος | , ια, ιο χαρ-το-νέ-νιος επίθ.: που αποτελείται ή είναι κατασκευασμένος από χαρτόνι: ~ια: θήκη/κούτα/σακούλα. ~ιο: περιτύλιγμα. ~ιες: συσκευασίες. Βλ. -ένιος. | |
| 56550 | χαρτόνι | χαρ-τό-νι ουσ. (ουδ.) {χαρτον-ιού}: χοντρό και σχετικά σκληρό χαρτί: κυματιστό/κυματοειδές/χρωματιστό ~. ~ κανσόν/κραφτ/οντουλέ. ~ μακέτας/συσκευασίας/χειροτεχνίας. Kουτιά/ρολό από ~. Κατασκευές από/με ~. ● Υποκ.: χαρτονάκι (το) [< βεν. carton] | |
| 56551 | χαρτονόμισμα | χαρ-το-νό-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): χάρτινο νόμισμα ορθογώνιου σχήματος, με εικονογράφηση και αναγραφή της αξίας του, το οποίο χρησιμοποιείται επίσημα ως μέσο συναλλαγών: κολαριστό/ξένο/πλαστό ~. ~ των ... δολαρίων/ευρώ. Η ονομαστική αξία/το υδατογράφημα του ~ατος. Βλ. επιταγή, ευρω~, χοντρά. ΣΥΝ. τραπεζογραμμάτιο [< γερμ. Papiergeld, γαλλ. papier-monnaie] | |
| 56552 | χαρτοπαίγνιο | χαρ-το-παί-γνι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): τυχερό παιχνίδι με τραπουλόχαρτα· κατ' επέκτ. χαρτοπαιξία: είδη ~ίου. Πβ. χαρτιά. [< γαλλ. jeu de cartes] | |
| 56553 | χαρτοπαίζω | χαρ-το-παί-ζω ρ. (αμτβ.): επιδίδομαι στη χαρτοπαιξία: Συνελήφθη να ~ει σε παράνομη λέσχη. Βλ. τζογάρω. | |
| 56554 | χαρτοπαίκτης | χαρ-το-παί-κτης ουσ. (αρσ.) & χαρτοπαίχτης, χαρτοπαίκτρα & χαρτοπαίχτρα (η): πρόσωπο που έχει πάθος με την χαρτοπαιξία: μανιώδης/συστηματικός ~. Πβ. χαρτόμουτρο. Βλ. τζογαδόρος. | |
| 56555 | χαρτοπαικτικός | , ή, ό χαρ-το-παι-κτι-κός επίθ. & χαρτοπαιχτικός: που σχετίζεται με τη χαρτοπαιξία: ~ή: αίθουσα/ορολογία/παρτίδα. ● ΣΥΜΠΛ.: χαρτοπαιχτική λέσχη: στην οποία είναι νόμιμη η χαρτοπαιξία. | |
| 56556 | χαρτοπαιξία | χαρ-το-παι-ξί-α ουσ. (θηλ.): το παίξιμο χαρτιών, συνήθ. ως συνήθεια ή εξάρτηση: διαδικτυακή/παράνομη ~. Βλ. πράσινη τσόχα, τζόγος, τυχερά παιχνίδια.|| ~ σε φιλικό σπίτι/την Πρωτοχρονιά. | |
| 56557 | χαρτοπετσέτα | χαρ-το-πε-τσέ-τα ουσ. (θηλ.): λεπτό απορροφητικό χαρτί τετράγωνου σχήματος και διπλωμένο στα τέσσερα, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για το σκούπισμα των χεριών και του στόματος κατά τη διάρκεια του γεύματος: λευκές/μεγάλες/μικρές/χρωματιστές ~ες. Βλ. χαρτί κουζίνας, χαρτομάντιλο. ΣΥΝ. πετσέτα (3) ● Υποκ.: χαρτοπετσετούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνική (της) χαρτοπετσέτας: ντεκουπάζ με χαρτοπετσέτα. | |
| 56558 | χαρτοποιητικός | , ή, ό χαρ-το-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την χαρτοποιία: ~ή: μηχανή. Βλ. -ποιητικός. [< αγγλ. papermaking] | |
| 56559 | χαρτοποιία | χαρ-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παραγωγή και επεξεργασία χαρτιού· κατ΄επέκτ. η αντίστοιχη βιομηχανική μονάδα. Βλ. -ποιία. | |
| 56560 | χαρτοπόλεμος | χαρ-το-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) 1. πολύχρωμα κυκλικά κομματάκια χαρτιού που πετάγονται σε πάρτι, ιδ. τις Απόκριες. Βλ. σερπαντίνα. ΣΥΝ. κομφετί 2. (μτφ.) οξεία αντιπαράθεση με ανταλλαγή εγγράφων που περιλαμβάνουν τις απόψεις και κατηγορίες της κάθε πλευράς: προεκλογικός/στείρος ~. [< 2: γερμ. Papierkrieg] | |
| 56561 | χαρτοπολτός | χαρ-το-πολ-τός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. παχύρρευστο υγρό με βασικό συστατικό του τις ίνες κυτταρίνης, το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή χαρτιού. ΣΥΝ. χαρτόμαζα 2. εύπλαστη μάζα λιωμένου χαρτιού, που χρησιμοποιείται σε κατασκευές: δημιουργίες/κοσμήματα/κούκλες από ~ό. [< αγγλ. paper-pulp] | |
| 56562 | χαρτοπωλείο | [χαρτοπωλεῖο] χαρ-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης χαρτικών. Πβ. βιβλιο~. Βλ. -πωλείο. | |
| 56563 | χαρτορίχτρα | χαρ-το-ρί-χτρα ουσ. (θηλ.): γυναίκα η οποία εξασκεί επαγγελματικά τη χαρτομαντεία. Πβ. χαρτομάντης. | |
| 56564 | χαρτόσακος | χαρ-τό-σα-κος ουσ. (αρσ.): μεγάλη χαρτοσακούλα. | |
| 56565 | χαρτοσακούλα | χαρ-το-σα-κού-λα ουσ. (θηλ.): σακούλα από χαρτί κραφτ ή/και με στρώση πλαστικού: καφέ ~ες (του μανάβη). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ