| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56553 | χαρτοπαίζω | χαρ-το-παί-ζω ρ. (αμτβ.): επιδίδομαι στη χαρτοπαιξία: Συνελήφθη να ~ει σε παράνομη λέσχη. Βλ. τζογάρω. | |
| 56554 | χαρτοπαίκτης | χαρ-το-παί-κτης ουσ. (αρσ.) & χαρτοπαίχτης, χαρτοπαίκτρα & χαρτοπαίχτρα (η): πρόσωπο που έχει πάθος με την χαρτοπαιξία: μανιώδης/συστηματικός ~. Πβ. χαρτόμουτρο. Βλ. τζογαδόρος. | |
| 56555 | χαρτοπαικτικός | , ή, ό χαρ-το-παι-κτι-κός επίθ. & χαρτοπαιχτικός: που σχετίζεται με τη χαρτοπαιξία: ~ή: αίθουσα/ορολογία/παρτίδα. ● ΣΥΜΠΛ.: χαρτοπαιχτική λέσχη: στην οποία είναι νόμιμη η χαρτοπαιξία. | |
| 56556 | χαρτοπαιξία | χαρ-το-παι-ξί-α ουσ. (θηλ.): το παίξιμο χαρτιών, συνήθ. ως συνήθεια ή εξάρτηση: διαδικτυακή/παράνομη ~. Βλ. πράσινη τσόχα, τζόγος, τυχερά παιχνίδια.|| ~ σε φιλικό σπίτι/την Πρωτοχρονιά. | |
| 56557 | χαρτοπετσέτα | χαρ-το-πε-τσέ-τα ουσ. (θηλ.): λεπτό απορροφητικό χαρτί τετράγωνου σχήματος και διπλωμένο στα τέσσερα, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για το σκούπισμα των χεριών και του στόματος κατά τη διάρκεια του γεύματος: λευκές/μεγάλες/μικρές/χρωματιστές ~ες. Βλ. χαρτί κουζίνας, χαρτομάντιλο. ΣΥΝ. πετσέτα (3) ● Υποκ.: χαρτοπετσετούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνική (της) χαρτοπετσέτας: ντεκουπάζ με χαρτοπετσέτα. | |
| 56558 | χαρτοποιητικός | , ή, ό χαρ-το-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την χαρτοποιία: ~ή: μηχανή. Βλ. -ποιητικός. [< αγγλ. papermaking] | |
| 56559 | χαρτοποιία | χαρ-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παραγωγή και επεξεργασία χαρτιού· κατ΄επέκτ. η αντίστοιχη βιομηχανική μονάδα. Βλ. -ποιία. | |
| 56560 | χαρτοπόλεμος | χαρ-το-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) 1. πολύχρωμα κυκλικά κομματάκια χαρτιού που πετάγονται σε πάρτι, ιδ. τις Απόκριες. Βλ. σερπαντίνα. ΣΥΝ. κομφετί 2. (μτφ.) οξεία αντιπαράθεση με ανταλλαγή εγγράφων που περιλαμβάνουν τις απόψεις και κατηγορίες της κάθε πλευράς: προεκλογικός/στείρος ~. [< 2: γερμ. Papierkrieg] | |
| 56561 | χαρτοπολτός | χαρ-το-πολ-τός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. παχύρρευστο υγρό με βασικό συστατικό του τις ίνες κυτταρίνης, το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή χαρτιού. ΣΥΝ. χαρτόμαζα 2. εύπλαστη μάζα λιωμένου χαρτιού, που χρησιμοποιείται σε κατασκευές: δημιουργίες/κοσμήματα/κούκλες από ~ό. [< αγγλ. paper-pulp] | |
| 56562 | χαρτοπωλείο | [χαρτοπωλεῖο] χαρ-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης χαρτικών. Πβ. βιβλιο~. Βλ. -πωλείο. | |
| 56563 | χαρτορίχτρα | χαρ-το-ρί-χτρα ουσ. (θηλ.): γυναίκα η οποία εξασκεί επαγγελματικά τη χαρτομαντεία. Πβ. χαρτομάντης. | |
| 56564 | χαρτόσακος | χαρ-τό-σα-κος ουσ. (αρσ.): μεγάλη χαρτοσακούλα. | |
| 56565 | χαρτοσακούλα | χαρ-το-σα-κού-λα ουσ. (θηλ.): σακούλα από χαρτί κραφτ ή/και με στρώση πλαστικού: καφέ ~ες (του μανάβη). | |
| 56566 | χαρτοσημαίνω | χαρ-το-ση-μαί-νω ρ. (μτβ.) {χαρτοσημά-νει, -νθηκε, -νθεί, χαρτοσημαίν-οντας, χαρτοσημα-σμένο}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επικολλώ χαρτόσημο σε επίσημο έγγραφο: Η εφορία θα ~νει τη βεβαίωση. Το συμβόλαιο πρέπει να ~νθεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Εξοφλητική απόδειξη ~σμένη και θεωρημένη. Αντίτυπο επικυρωμένο και ~σμένο. [< γαλλ. timbrer] | |
| 56567 | χαρτοσήμανση | χαρ-το-σή-μαν-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρτοσημαίνω: εκπρόθεσμη/(μη) νόμιμη ~. ~ αμοιβών/δανείου/διαθήκης/χρεογράφων. Έξοδα ~ης. [< γαλλ. timbrage] | |
| 56568 | χαρτόσημο | χαρ-τό-ση-μο ουσ. (ουδ.) {χαρτοσήμ-ου}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. μικρό χαρτί με τη μορφή γραμματόσημου που επικολλάται σε έγγραφα ως απόδειξη καταβολής του σχετικού και απαιτούμενου φόρου, ο οποίος συνήθ. αναγράφεται στην πρόσθια επιφάνειά του: αναλογικό/κινητό ~. ~ δανειακών συμβάσεων. Τέλη ~ου. Βλ. ένσημα, παράβολο, -σημο. [< γαλλ. papier timbré] | |
| 56569 | χαρτοταινία | χαρ-το-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): χάρτινη ταινία σε ρολό, η οποία χρησιμοποιείται σε ταμειακές μηχανές ή σεισμογράφους, καθώς και για την κόλληση και μόνωση υλικών: διάτρητη/στενή ~. Καταγραφή της σεισμικής δραστηριότητας στη ~.|| Αυτοκόλλητη/μονωτική/προστατευτική ~. Βλ. σελοτέιπ. | |
| 56570 | χαρτούρα | χαρ-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) άχρηστα χαρτιά ή συνήθ. γραφειοκρατικά έγγραφα: Ζητούν ατέλειωτη ~ για το δάνειο. Πβ. χαρτοβασίλειο. ΣΥΝ. χαρτομάνι 2. (λαϊκό) χαρτονομίσματα που δίνονταν στους μουσικούς για να παίξουν παραγγελιές. Βλ. -ούρα2. | |
| 56571 | χαρτοφύλακας | χαρ-το-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) 1. ορθογώνια τσάντα με χειρολαβή ή ντοσιέ για την τοποθέτηση κυρ. εγγράφων: δερμάτινος/επαγγελματικός/πλαστικός/συνεδριακός ~. ~ με θήκες για στιλό και κινητό. ~ για λάπτοπ. 2. ΠΛΗΡΟΦ. φάκελος αυτόματου συγχρονισμού και ενημέρωσης αντιγράφων μεμονωμένων αρχείων που περιέχονται σε δύο ή περισσότερους υπολογιστές. Βλ. -φύλακας. [< μτγν. χαρτοφύλαξ 1: γαλλ. portefeuille 2: αγγλ. briefcase] | |
| 56572 | χαρτοφυλάκιο | χαρ-το-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.) {χαρτοφυλακί-ου} 1. ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των αξιογράφων και επενδύσεων ενός νομικού ή φυσικού προσώπου: δανειακό/εμπορικό/θεσμικό/μετοχικό/ομολογιακό/προσωπικό ~. (Ισορροπημένο) ~ ευρείας διασποράς. ~ αγορών/ακινήτων/αμοιβαίων κεφαλαίων. 2. το σύνολο των υπηρεσιών ή προϊόντων που παρέχονται από έναν φορέα: τεχνολογικό ~. ~ έργων υποδομής/λογισμικού. Το τουριστικό ~ της χώρας. Πβ. πακέτο, πορτφόλιο. 3. το Υπουργείο ως αρμοδιότητα και αξίωμα: ανάληψη/παραλαβή υπουργικού ~ου. Το ~ της Εθνικής Άμυνας. 4. ΠΛΗΡΟΦ. (σπάν.) φάκελος. ● ΣΥΜΠΛ.: εταιρεία χαρτοφυλακίου: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που συμμετέχει ως μέτοχος σε άλλες επιχειρήσεις, συχνά με δικαίωμα να αναμειχθεί στη διαχείρισή τους. [< γαλλ. société de portefeuille ] , Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο/Χαρτοφυλάκιο Γλωσσών βλ. πορτφόλιο ● ΦΡ.: υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου βλ. υπουργός [< μτγν. χαρτοφυλάκιον ‘μέρος όπου φυλάσσονται έγγραφα, αρχείο’, αγγλ. portfolio, γαλλ. portefeuille] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ