| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56566 | χαρτοσημαίνω | χαρ-το-ση-μαί-νω ρ. (μτβ.) {χαρτοσημά-νει, -νθηκε, -νθεί, χαρτοσημαίν-οντας, χαρτοσημα-σμένο}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επικολλώ χαρτόσημο σε επίσημο έγγραφο: Η εφορία θα ~νει τη βεβαίωση. Το συμβόλαιο πρέπει να ~νθεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Εξοφλητική απόδειξη ~σμένη και θεωρημένη. Αντίτυπο επικυρωμένο και ~σμένο. [< γαλλ. timbrer] | |
| 56567 | χαρτοσήμανση | χαρ-το-σή-μαν-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρτοσημαίνω: εκπρόθεσμη/(μη) νόμιμη ~. ~ αμοιβών/δανείου/διαθήκης/χρεογράφων. Έξοδα ~ης. [< γαλλ. timbrage] | |
| 56568 | χαρτόσημο | χαρ-τό-ση-μο ουσ. (ουδ.) {χαρτοσήμ-ου}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. μικρό χαρτί με τη μορφή γραμματόσημου που επικολλάται σε έγγραφα ως απόδειξη καταβολής του σχετικού και απαιτούμενου φόρου, ο οποίος συνήθ. αναγράφεται στην πρόσθια επιφάνειά του: αναλογικό/κινητό ~. ~ δανειακών συμβάσεων. Τέλη ~ου. Βλ. ένσημα, παράβολο, -σημο. [< γαλλ. papier timbré] | |
| 56569 | χαρτοταινία | χαρ-το-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): χάρτινη ταινία σε ρολό, η οποία χρησιμοποιείται σε ταμειακές μηχανές ή σεισμογράφους, καθώς και για την κόλληση και μόνωση υλικών: διάτρητη/στενή ~. Καταγραφή της σεισμικής δραστηριότητας στη ~.|| Αυτοκόλλητη/μονωτική/προστατευτική ~. Βλ. σελοτέιπ. | |
| 56570 | χαρτούρα | χαρ-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) άχρηστα χαρτιά ή συνήθ. γραφειοκρατικά έγγραφα: Ζητούν ατέλειωτη ~ για το δάνειο. Πβ. χαρτοβασίλειο. ΣΥΝ. χαρτομάνι 2. (λαϊκό) χαρτονομίσματα που δίνονταν στους μουσικούς για να παίξουν παραγγελιές. Βλ. -ούρα2. | |
| 56571 | χαρτοφύλακας | χαρ-το-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) 1. ορθογώνια τσάντα με χειρολαβή ή ντοσιέ για την τοποθέτηση κυρ. εγγράφων: δερμάτινος/επαγγελματικός/πλαστικός/συνεδριακός ~. ~ με θήκες για στιλό και κινητό. ~ για λάπτοπ. 2. ΠΛΗΡΟΦ. φάκελος αυτόματου συγχρονισμού και ενημέρωσης αντιγράφων μεμονωμένων αρχείων που περιέχονται σε δύο ή περισσότερους υπολογιστές. Βλ. -φύλακας. [< μτγν. χαρτοφύλαξ 1: γαλλ. portefeuille 2: αγγλ. briefcase] | |
| 56572 | χαρτοφυλάκιο | χαρ-το-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.) {χαρτοφυλακί-ου} 1. ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των αξιογράφων και επενδύσεων ενός νομικού ή φυσικού προσώπου: δανειακό/εμπορικό/θεσμικό/μετοχικό/ομολογιακό/προσωπικό ~. (Ισορροπημένο) ~ ευρείας διασποράς. ~ αγορών/ακινήτων/αμοιβαίων κεφαλαίων. 2. το σύνολο των υπηρεσιών ή προϊόντων που παρέχονται από έναν φορέα: τεχνολογικό ~. ~ έργων υποδομής/λογισμικού. Το τουριστικό ~ της χώρας. Πβ. πακέτο, πορτφόλιο. 3. το Υπουργείο ως αρμοδιότητα και αξίωμα: ανάληψη/παραλαβή υπουργικού ~ου. Το ~ της Εθνικής Άμυνας. 4. ΠΛΗΡΟΦ. (σπάν.) φάκελος. ● ΣΥΜΠΛ.: εταιρεία χαρτοφυλακίου: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που συμμετέχει ως μέτοχος σε άλλες επιχειρήσεις, συχνά με δικαίωμα να αναμειχθεί στη διαχείρισή τους. [< γαλλ. société de portefeuille ] , Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο/Χαρτοφυλάκιο Γλωσσών βλ. πορτφόλιο ● ΦΡ.: υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου βλ. υπουργός [< μτγν. χαρτοφυλάκιον ‘μέρος όπου φυλάσσονται έγγραφα, αρχείο’, αγγλ. portfolio, γαλλ. portefeuille] | |
| 56574 | Χάρυβδη | Χά-ρυ-βδη κύριο όν. (θηλ.): ΜΥΘ. στις ● ΦΡ.: από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη βλ. Σκύλλα, η Σκύλλα ... και η Χάρυβδη ... βλ. Σκύλλα, μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης/ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη βλ. Σκύλλα [< αρχ. Χάρυβδις] | |
| 56575 | χαρχάλεμα | χαρ-χά-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) : ψαχούλεμα και κατ' επέκτ. ο σχετικός ελαφρύς θόρυβος: Ακούστηκε ένα ~ στα φύλλα. | |
| 56576 | χαρχαλεύω | χαρ-χα-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {χαρχάλεψε} (προφ.): ψαχουλεύω, κάνοντας διακριτικό θόρυβο: ~ει τις σακούλες/τα συρτάρια. Πβ. σκαλίζω. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 56577 | χαρχάλω | χαρ-χά-λω ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-υβριστ.): για ζωηρή και επιπόλαιη πλαδαρή γυναίκα. | |
| 56578 | χαρωπός | , ή, ό χα-ρω-πός επίθ.: χαμογελαστός, χαρούμενος: ~ά: παιδάκια. Περπατούσε ~ή ~ή. Βλ. -ωπός. ● επίρρ.: χαρωπά [< μτγν. χαρωπός] | |
| 56579 | χασάπης | χα-σά-πης ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. κρεοπώλης. 2. (μτφ.) σφαγέας. 3. (μτφ.) στυγερός, συνήθ. κατά συρροή, δολοφόνος. 4. (μτφ.) επικίνδυνος χειρούργος. [< τουρκ. kasap] | |
| 56580 | χασάπικο | χα-σά-πι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κρεοπωλείο. | |
| 56581 | χασάπικος | , η, ο χα-σά-πι-κος επίθ. (προφ.) 1. που έχει τον ρυθμό χασάπικου: ~ο: τραγούδι. 2. (σπάν.) που σχετίζεται με τον χασάπη. ● Ουσ.: χασάπικο (το) & χασάπικος (ο): χορός που χορεύεται κυρ. από δύο ή τρεις χορευτές πιασμένους από τους ώμους· συνεκδ. το αντίστοιχο μουσικό είδος: αργό/βαρύ/γρήγορο ~.|| Οργανικό ~. Βλ. ζεϊμπέκικο, συρτάκι, χασαποσέρβικο. | |
| 56582 | χασαπομάχαιρο | χα-σα-πο-μά-χαι-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μεγάλο μαχαίρι, συνήθ. κρεοπώλη, για τον τεμαχισμό του κρέατος. | |
| 56583 | χασαποσέρβικο | χα-σα-πο-σέρ-βι-κο ουσ. (ουδ.) & χασαποσέρβικος (ο): ομαδικός (ημι)κυκλικός χορός, που χορεύεται σε γρήγορο ρυθμό με τα χέρια πιασμένα από τους ώμους· συνεκδ. το αντίστοιχο μουσικό είδος: ορχηστρικό ~. Βλ. χασάπικο. | |
| 56584 | χασαποταβέρνα | χα-σα-πο-τα-βέρ-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ταβέρνα που σερβίρει κρέας και λειτουργεί συνήθ. και ως κρεοπωλείο. | |
| 56585 | χασαπόχαρτο | χα-σα-πό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ανθεκτικό χαρτί με λεπτή πλαστική μεμβράνη στην πίσω όψη του, που χρησιμοποιείται στα κρεοπωλεία για να τυλίγουν το κρέας. Βλ. κραφτ. 2. (μτφ.) άχρηστο έγγραφο. Πβ. κουρελό-, κωλό-, μπακαλό-, παλιό-χαρτο. | |
| 56586 | χασεδένιος | , ια, ιο χα-σε-δέ-νιος επίθ. (παλαιότ.): φτιαγμένος από χασέ: ~ιο: πουκάμισο. ~ια: μαξιλάρια. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. χάσικος (2) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ