| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56574 | Χάρυβδη | Χά-ρυ-βδη κύριο όν. (θηλ.): ΜΥΘ. στις ● ΦΡ.: από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη βλ. Σκύλλα, η Σκύλλα ... και η Χάρυβδη ... βλ. Σκύλλα, μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης/ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη βλ. Σκύλλα [< αρχ. Χάρυβδις] | |
| 56575 | χαρχάλεμα | χαρ-χά-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) : ψαχούλεμα και κατ' επέκτ. ο σχετικός ελαφρύς θόρυβος: Ακούστηκε ένα ~ στα φύλλα. | |
| 56576 | χαρχαλεύω | χαρ-χα-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {χαρχάλεψε} (προφ.): ψαχουλεύω, κάνοντας διακριτικό θόρυβο: ~ει τις σακούλες/τα συρτάρια. Πβ. σκαλίζω. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 56577 | χαρχάλω | χαρ-χά-λω ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-υβριστ.): για ζωηρή και επιπόλαιη πλαδαρή γυναίκα. | |
| 56578 | χαρωπός | , ή, ό χα-ρω-πός επίθ.: χαμογελαστός, χαρούμενος: ~ά: παιδάκια. Περπατούσε ~ή ~ή. Βλ. -ωπός. ● επίρρ.: χαρωπά [< μτγν. χαρωπός] | |
| 56579 | χασάπης | χα-σά-πης ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. κρεοπώλης. 2. (μτφ.) σφαγέας. 3. (μτφ.) στυγερός, συνήθ. κατά συρροή, δολοφόνος. 4. (μτφ.) επικίνδυνος χειρούργος. [< τουρκ. kasap] | |
| 56580 | χασάπικο | χα-σά-πι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κρεοπωλείο. | |
| 56581 | χασάπικος | , η, ο χα-σά-πι-κος επίθ. (προφ.) 1. που έχει τον ρυθμό χασάπικου: ~ο: τραγούδι. 2. (σπάν.) που σχετίζεται με τον χασάπη. ● Ουσ.: χασάπικο (το) & χασάπικος (ο): χορός που χορεύεται κυρ. από δύο ή τρεις χορευτές πιασμένους από τους ώμους· συνεκδ. το αντίστοιχο μουσικό είδος: αργό/βαρύ/γρήγορο ~.|| Οργανικό ~. Βλ. ζεϊμπέκικο, συρτάκι, χασαποσέρβικο. | |
| 56582 | χασαπομάχαιρο | χα-σα-πο-μά-χαι-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μεγάλο μαχαίρι, συνήθ. κρεοπώλη, για τον τεμαχισμό του κρέατος. | |
| 56583 | χασαποσέρβικο | χα-σα-πο-σέρ-βι-κο ουσ. (ουδ.) & χασαποσέρβικος (ο): ομαδικός (ημι)κυκλικός χορός, που χορεύεται σε γρήγορο ρυθμό με τα χέρια πιασμένα από τους ώμους· συνεκδ. το αντίστοιχο μουσικό είδος: ορχηστρικό ~. Βλ. χασάπικο. | |
| 56584 | χασαποταβέρνα | χα-σα-πο-τα-βέρ-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ταβέρνα που σερβίρει κρέας και λειτουργεί συνήθ. και ως κρεοπωλείο. | |
| 56585 | χασαπόχαρτο | χα-σα-πό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ανθεκτικό χαρτί με λεπτή πλαστική μεμβράνη στην πίσω όψη του, που χρησιμοποιείται στα κρεοπωλεία για να τυλίγουν το κρέας. Βλ. κραφτ. 2. (μτφ.) άχρηστο έγγραφο. Πβ. κουρελό-, κωλό-, μπακαλό-, παλιό-χαρτο. | |
| 56586 | χασεδένιος | , ια, ιο χα-σε-δέ-νιος επίθ. (παλαιότ.): φτιαγμένος από χασέ: ~ιο: πουκάμισο. ~ια: μαξιλάρια. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. χάσικος (2) | |
| 56587 | χασές | χα-σές ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ελαφρύ λευκό βαμβακερό ύφασμα. Πβ. περκάλι. Βλ. -ές. ● ΦΡ.: σκίζει χασέδες (προφ.): είναι ασυναγώνιστος. [< τουρκ. (διαλεκτ.) hase] | |
| 56588 | χάση | χά-ση ουσ. (θηλ.): φάση της Σελήνης (από την πανσέληνο μέχρι τη Νέα Σελήνη), κατά την οποία αυτή φωτίζεται σταδιακά λιγότερο από τον Ήλιο, με αποτέλεσμα να εμφανίζει δρεπανοειδές σχήμα: στη ~ του φεγγαριού. Βλ. φθίνων. ΑΝΤ. γέμιση (2) ● ΦΡ.: στη χάση και στη φέξη βλ. φέξη [< μεσν. χάσις] | |
| 56589 | χασικλής | χα-σι-κλής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χασικλού} & (σπάν.) χασίκλας (λαϊκό): χρήστης χασίς· γενικότ. ναρκομανής. Πβ. χασισοπότης. Βλ. μαστούρης, πρεζόνι. | |
| 56590 | χασικλίδικος | , η, ο χα-σι-κλί-δι-κος επίθ. & χασικλήδικος (προφ.): που σχετίζεται με τα χασικλίδικα τραγούδια: ~ος: στίχος. Βλ. -ίδικος. ● Ουσ.: χασικλίδικα (τα): ΜΟΥΣ. είδος απαγορευμένων ιδ. ρεμπέτικων τραγουδιών που αντλούσαν τα θέματά τους κυρ. από τη ζωή στους τεκέδες. | |
| 56591 | χάσικος | , η, ο χά-σι-κος επίθ. (λαϊκό) 1. (παλαιότ.) εκλεκτός: ~ο: ψωμί (= λευκό, ψωμί πολυτελείας). 2. (σπάν.) χασεδένιος. [< τουρκ. has] | |
| 56592 | χάσιμο | χά-σι-μο ουσ. (ουδ.) {χασίμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. το να μην μπορεί κάποιος να βρει, να εντοπίσει κάτι: ~ αντικειμένων (ΑΝΤ. εύρεση). ~ δεδομένων από κρασάρισμα του υπολογιστή.|| ~ του δρόμου/της πορείας (πβ. αποπροσανατολισμός). 2. κατάσταση κατά την οποία παύει κανείς να έχει κάτι, απώλεια: ~ βάρους (= αδυνάτισμα)/θερμίδων/κιλών/λίπους.|| Παρατηρείται ~ αίματος/της ελαστικότητας του δέρματος.|| ~ της ισορροπίας/ψυχραιμίας.|| ~ της εξεταστικής λόγω καταλήψεων.|| Είχαμε ~ ... ευρώ· (= ζημιά. πβ. χασούρα). 3. αποτυχία, ήττα: (στο τένις:) ~ του παιχνιδιού/σετ.|| ~ της δίκης. 4. άσκοπη, μάταιη κατανάλωση: Δεν έχω καιρό/ούτε λεπτό για ~. 5. το να μην προλαβαίνει κανείς κάτι λόγω καθυστέρησης: ~ του τρένου. 6. στέρηση αγαπημένου προσώπου λόγω θανάτου. Πβ. απώλεια, χαμός. 7. {στον πληθ.} (σε ράλι) σημεία στα οποία ο δρόμος χάνεται από το οπτικό πεδίο του οδηγού: διαδρομή με ~ατα και άλματα. ● ΦΡ.: χάσιμο χρόνου: για ενέργεια που συνιστά άσκοπη κατανάλωση πολύτιμου χρόνου: ανούσιο/σκέτο/τεράστιο ~ ~. ~ ~ και ενέργειας/χρημάτων. Άσκοπες μετακινήσεις και ~ ~. | |
| 56593 | χάσιο | χά-σι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Hs, Ζ 108) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ. hassium, 1992 < μεσν. λατ. hassium ‘Έσση’ (κρατίδιο της Γερμανίας), γαλλ. ~, πριν από το 1994] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ