Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57060-57080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56587χασέςχα-σές ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ελαφρύ λευκό βαμβακερό ύφασμα. Πβ. περκάλι. Βλ. -ές. ● ΦΡ.: σκίζει χασέδες (προφ.): είναι ασυναγώνιστος. [< τουρκ. (διαλεκτ.) hase]
56588χάσηχά-ση ουσ. (θηλ.): φάση της Σελήνης (από την πανσέληνο μέχρι τη Νέα Σελήνη), κατά την οποία αυτή φωτίζεται σταδιακά λιγότερο από τον Ήλιο, με αποτέλεσμα να εμφανίζει δρεπανοειδές σχήμα: στη ~ του φεγγαριού. Βλ. φθίνων. ΑΝΤ. γέμιση (2) ● ΦΡ.: στη χάση και στη φέξη βλ. φέξη [< μεσν. χάσις]
56589χασικλήςχα-σι-κλής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χασικλού} & (σπάν.) χασίκλας (λαϊκό): χρήστης χασίς· γενικότ. ναρκομανής. Πβ. χασισοπότης. Βλ. μαστούρης, πρεζόνι.
56590χασικλίδικος, η, ο χα-σι-κλί-δι-κος επίθ. & χασικλήδικος (προφ.): που σχετίζεται με τα χασικλίδικα τραγούδια: ~ος: στίχος. Βλ. -ίδικος. ● Ουσ.: χασικλίδικα (τα): ΜΟΥΣ. είδος απαγορευμένων ιδ. ρεμπέτικων τραγουδιών που αντλούσαν τα θέματά τους κυρ. από τη ζωή στους τεκέδες.
56591χάσικος, η, ο χά-σι-κος επίθ. (λαϊκό) 1. (παλαιότ.) εκλεκτός: ~ο: ψωμί (= λευκό, ψωμί πολυτελείας). 2. (σπάν.) χασεδένιος. [< τουρκ. has]
56592χάσιμοχά-σι-μο ουσ. (ουδ.) {χασίμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. το να μην μπορεί κάποιος να βρει, να εντοπίσει κάτι: ~ αντικειμένων (ΑΝΤ. εύρεση). ~ δεδομένων από κρασάρισμα του υπολογιστή.|| ~ του δρόμου/της πορείας (πβ. αποπροσανατολισμός). 2. κατάσταση κατά την οποία παύει κανείς να έχει κάτι, απώλεια: ~ βάρους (= αδυνάτισμα)/θερμίδων/κιλών/λίπους.|| Παρατηρείται ~ αίματος/της ελαστικότητας του δέρματος.|| ~ της ισορροπίας/ψυχραιμίας.|| ~ της εξεταστικής λόγω καταλήψεων.|| Είχαμε ~ ... ευρώ· (= ζημιά. πβ. χασούρα). 3. αποτυχία, ήττα: (στο τένις:) ~ του παιχνιδιού/σετ.|| ~ της δίκης. 4. άσκοπη, μάταιη κατανάλωση: Δεν έχω καιρό/ούτε λεπτό για ~. 5. το να μην προλαβαίνει κανείς κάτι λόγω καθυστέρησης: ~ του τρένου. 6. στέρηση αγαπημένου προσώπου λόγω θανάτου. Πβ. απώλεια, χαμός. 7. {στον πληθ.} (σε ράλι) σημεία στα οποία ο δρόμος χάνεται από το οπτικό πεδίο του οδηγού: διαδρομή με ~ατα και άλματα. ● ΦΡ.: χάσιμο χρόνου: για ενέργεια που συνιστά άσκοπη κατανάλωση πολύτιμου χρόνου: ανούσιο/σκέτο/τεράστιο ~ ~. ~ ~ και ενέργειας/χρημάτων. Άσκοπες μετακινήσεις και ~ ~.
56593χάσιοχά-σι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Hs, Ζ 108) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ. hassium, 1992 < μεσν. λατ. hassium ‘Έσση’ (κρατίδιο της Γερμανίας), γαλλ. ~, πριν από το 1994]
56594χασίςχα-σίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & χασίσι: ναρκωτικό που παράγεται από ειδική επεξεργασία αποξηραμένων φύλλων και ανθών ινδικής κάνναβης· συνεκδ. το ίδιο το φυτό: διακίνηση/καλλιέργεια/πώληση ~. Χρήστης ~ (= χασικλής). Καπνίζω/παίρνω/πίνω ~. ~ σε φούντα (: ακατέργαστο). Δενδρύλλια/φυτεία ~. Πβ. μαριχουάνα, μαύρο, σκανκ, χόρτο. Βλ. κοκαΐνη, μαστούρα, μπάφος, χάπι. ● Υποκ.: χασισάκι (το) [< τουρκ. haşiş]
56595χασισέμποροςχα-σι-σέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (προφ.) χασισέμπορας: έμπορος χασίς.
56596χασισόδεντροχα-σι-σό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΒΟΤ. κάνναβη.
56597χασισοκαλλιέργειαχα-σι-σο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): καλλιέργεια ινδικής κάνναβης· (συνεκδ.-στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις. Πβ. χασισοφυτεία. Βλ. -καλλιέργεια.
56598χασισοπότηςχα-σι-σο-πό-της ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): χρήστης χασίς. Βλ. -πότης. ΣΥΝ. χασικλής [< τουρκ. haşiş içmek]
56599χασισοφυτείαχα-σι-σο-φυ-τεί-α ουσ. (θηλ.): φυτεία ινδικής κάνναβης. Πβ. χασισοκαλλιέργεια. Βλ. -φυτεία.
56600χάσκαςχά-σκας ουσ. (αρσ.) (προφ.): χάνος. Βλ. κεχηνώς.
56601χάσκιχά-σκι ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΖΩΟΛ. σκυλί μετρίου μεγέθους με πυκνό άσπρο και γκρι τρίχωμα, όρθια τριγωνικά αυτιά και καστανά ή γαλάζια μάτια, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για την έλξη έλκηθρου σε περιοχές της Αρκτικής. Βλ. λυκόσκυλο, τάρανδος. [< αγγλ. husky, γαλλ. ~, περ. 1983]
56602χασκογελώ[χασκογελῶ] χα-σκο-γε-λώ ρ. (αμτβ.) {χασκογελ-άς ..., -ώντας | χασκογέλ-ασε, -άσει} & χασκογελάω (προφ.): γελώ με ανοιχτό το στόμα, συνήθ. χωρίς ιδιαίτερο λόγο: Τι ~άς; Καλαμπουρίζουν και ~ούν. Πβ. χαζογελώ, χαχανίζω. Βλ. κακαρίζω.
56604χάσμαχά-σμα ουσ. (ουδ.) {χάσμ-ατος | -ατα} 1. (μτφ.) μεγάλη απόκλιση, διαφορά: επικοινωνιακό/ηλικιακό/ιδεολογικό ~. Άμβλυνση/γεφύρωση/διεύρυνση/εξάλειψη/κλείσιμο/μείωση του αναπτυξιακού/κοινωνικού/οικονομικού/πολιτισμικού ~ατος. Υπάρχει αβυσσαλέο/μεγάλο/τεράστιο ~ (πβ. άβυσσος, απόσταση). Αυξάνει/βαθαίνει/γιγαντώνεται/μεγαλώνει/παραμένει το ~ μεταξύ πλούσιων και φτωχών.|| (ΟΙΚΟΝ., απόκλιση ανάμεσα στην τιμή ανοίγματος ενός χρεογράφου και την τιμή κλεισίματός του την προηγούμενη μέρα:) Ο Γενικός Δείκτης άνοιξε με ανοδικό/καθοδικό ~ ... μονάδων. 2. (μτφ.) απουσία ενός στοιχείου ή διακοπή της συνέχειας: νοητικό/χρονικό ~. Λογικά ~ατα (πβ. άλμα). ~ατα (= κενά) μνήμης. Η κατάθεσή του παρουσιάζει ~ατα και αντιφάσεις. Πβ. ασυνέχεια. Βλ. χασμωδία.|| (ΦΥΣ.) Ενεργειακό/φωτονικό ~ (ζώνης).|| (ΦΙΛΟΛ., απουσία λέξης ή λέξεων σε χειρόγραφο, που δυσχεραίνει την κατανόησή του:) ~ατα λόγω φθοράς. 3. ΓΕΩΛ. βαθύ ρήγμα, βάραθρο: εδαφικά/σεισμικά/σπηλαιώδη ~ατα. Πβ. γκρεμός, φαράγγι, χαράδρα, χάος. ● ΣΥΜΠΛ.: αγεφύρωτο χάσμα & χάσμα αγεφύρωτο (μτφ.): μεγάλη, αξεπέραστη διαφορά: Τους χωρίζει ~ ~. Υπάρχει ~ ~ ανάμεσά τους. [< αγγλ. unbridgeable chasm] , χάσμα (των) γενεών 1. διαφορά στον τρόπο σκέψης και θεώρησης του κόσμου από τη μια γενιά στην άλλη, η οποία προκαλεί προβλήματα επικοινωνίας και συνεννόησης μεταξύ τους. 2. ΒΙΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ. (στον γενετικό αλγόριθμο) το ποσοστό των χρωμοσωμάτων που ανανεώνονται σε κάθε γενιά, ως προς το σύνολο του πληθυσμού τους. [< 1: αγγλ. generation gap, 1967] , ψηφιακό χάσμα: κενό, ανισότητα που παρατηρείται μεταξύ περιοχών, χωρών ή κοινωνικών ομάδων, όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης στις νέες τεχνολογίες και ιδ. στη χρήση του διαδικτύου. [< αγγλ. digital divide, 1994] [< 1: αγγλ. gap, γαλλ. fossé, 1916, 2: γαλλ. fracture, hiatus, lacune 3: αρχ. χάσμα, πβ. αγγλ. chasm]
56605χασμουρητόχα-σμου-ρη-τό ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-προφ.) χασμούρημα: αντανακλαστική βαθιά εισπνοή και εκπνοή με ανοιχτό το στόμα, κυρ. λόγω υπνηλίας, ανίας ή κούρασης: δυνατό ~. Πνιχτά ~ά (του ακροατηρίου). Με έπιασε ~. Έπνιξε/του ξέφυγε ένα ~. Με το ζόρι κρατούσα τα ~ά μου. Βλ. λόξιγκας, φτέρνισμα.|| Παράσταση που προκαλεί/φέρνει πολλά ~ά (: βαρετή). Βλ. -ητό.
56606χασμουριέμαιχα-σμου-ριέ-μαι ρ. (αμτβ.) {χασμουρ-ήθηκα, -ηθεί}: εισπνέω και εκπνέω βαθιά και με ανοιχτό το στόμα, κυρ. επειδή νυστάζω, είμαι κουρασμένος ή βαριέμαι: Τεντώθηκε και ~ήθηκε.
56607χασμωδίαχα-σμω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. πρόκληση δυσάρεστου ηχητικού αποτελέσματος, εξαιτίας της εκφοράς διαδοχικών φωνηέντων: αποφυγή/άρση της ~ας. Βλ. για λόγους/(λόγ.) χάριν ευφωνίας, κακοφωνία, συναλοιφή. 2. (μτφ.-λόγ.) ασυνέχεια, χάσμα. [< 1: μτγν. χασμωδία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.