| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56594 | χασίς | χα-σίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & χασίσι: ναρκωτικό που παράγεται από ειδική επεξεργασία αποξηραμένων φύλλων και ανθών ινδικής κάνναβης· συνεκδ. το ίδιο το φυτό: διακίνηση/καλλιέργεια/πώληση ~. Χρήστης ~ (= χασικλής). Καπνίζω/παίρνω/πίνω ~. ~ σε φούντα (: ακατέργαστο). Δενδρύλλια/φυτεία ~. Πβ. μαριχουάνα, μαύρο, σκανκ, χόρτο. Βλ. κοκαΐνη, μαστούρα, μπάφος, χάπι. ● Υποκ.: χασισάκι (το) [< τουρκ. haşiş] | |
| 56595 | χασισέμπορος | χα-σι-σέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (προφ.) χασισέμπορας: έμπορος χασίς. | |
| 56596 | χασισόδεντρο | χα-σι-σό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΒΟΤ. κάνναβη. | |
| 56597 | χασισοκαλλιέργεια | χα-σι-σο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): καλλιέργεια ινδικής κάνναβης· (συνεκδ.-στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις. Πβ. χασισοφυτεία. Βλ. -καλλιέργεια. | |
| 56598 | χασισοπότης | χα-σι-σο-πό-της ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): χρήστης χασίς. Βλ. -πότης. ΣΥΝ. χασικλής [< τουρκ. haşiş içmek] | |
| 56599 | χασισοφυτεία | χα-σι-σο-φυ-τεί-α ουσ. (θηλ.): φυτεία ινδικής κάνναβης. Πβ. χασισοκαλλιέργεια. Βλ. -φυτεία. | |
| 56600 | χάσκας | χά-σκας ουσ. (αρσ.) (προφ.): χάνος. Βλ. κεχηνώς. | |
| 56601 | χάσκι | χά-σκι ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΖΩΟΛ. σκυλί μετρίου μεγέθους με πυκνό άσπρο και γκρι τρίχωμα, όρθια τριγωνικά αυτιά και καστανά ή γαλάζια μάτια, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για την έλξη έλκηθρου σε περιοχές της Αρκτικής. Βλ. λυκόσκυλο, τάρανδος. [< αγγλ. husky, γαλλ. ~, περ. 1983] | |
| 56602 | χασκογελώ | [χασκογελῶ] χα-σκο-γε-λώ ρ. (αμτβ.) {χασκογελ-άς ..., -ώντας | χασκογέλ-ασε, -άσει} & χασκογελάω (προφ.): γελώ με ανοιχτό το στόμα, συνήθ. χωρίς ιδιαίτερο λόγο: Τι ~άς; Καλαμπουρίζουν και ~ούν. Πβ. χαζογελώ, χαχανίζω. Βλ. κακαρίζω. | |
| 56604 | χάσμα | χά-σμα ουσ. (ουδ.) {χάσμ-ατος | -ατα} 1. (μτφ.) μεγάλη απόκλιση, διαφορά: επικοινωνιακό/ηλικιακό/ιδεολογικό ~. Άμβλυνση/γεφύρωση/διεύρυνση/εξάλειψη/κλείσιμο/μείωση του αναπτυξιακού/κοινωνικού/οικονομικού/πολιτισμικού ~ατος. Υπάρχει αβυσσαλέο/μεγάλο/τεράστιο ~ (πβ. άβυσσος, απόσταση). Αυξάνει/βαθαίνει/γιγαντώνεται/μεγαλώνει/παραμένει το ~ μεταξύ πλούσιων και φτωχών.|| (ΟΙΚΟΝ., απόκλιση ανάμεσα στην τιμή ανοίγματος ενός χρεογράφου και την τιμή κλεισίματός του την προηγούμενη μέρα:) Ο Γενικός Δείκτης άνοιξε με ανοδικό/καθοδικό ~ ... μονάδων. 2. (μτφ.) απουσία ενός στοιχείου ή διακοπή της συνέχειας: νοητικό/χρονικό ~. Λογικά ~ατα (πβ. άλμα). ~ατα (= κενά) μνήμης. Η κατάθεσή του παρουσιάζει ~ατα και αντιφάσεις. Πβ. ασυνέχεια. Βλ. χασμωδία.|| (ΦΥΣ.) Ενεργειακό/φωτονικό ~ (ζώνης).|| (ΦΙΛΟΛ., απουσία λέξης ή λέξεων σε χειρόγραφο, που δυσχεραίνει την κατανόησή του:) ~ατα λόγω φθοράς. 3. ΓΕΩΛ. βαθύ ρήγμα, βάραθρο: εδαφικά/σεισμικά/σπηλαιώδη ~ατα. Πβ. γκρεμός, φαράγγι, χαράδρα, χάος. ● ΣΥΜΠΛ.: αγεφύρωτο χάσμα & χάσμα αγεφύρωτο (μτφ.): μεγάλη, αξεπέραστη διαφορά: Τους χωρίζει ~ ~. Υπάρχει ~ ~ ανάμεσά τους. [< αγγλ. unbridgeable chasm] , χάσμα (των) γενεών 1. διαφορά στον τρόπο σκέψης και θεώρησης του κόσμου από τη μια γενιά στην άλλη, η οποία προκαλεί προβλήματα επικοινωνίας και συνεννόησης μεταξύ τους. 2. ΒΙΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ. (στον γενετικό αλγόριθμο) το ποσοστό των χρωμοσωμάτων που ανανεώνονται σε κάθε γενιά, ως προς το σύνολο του πληθυσμού τους. [< 1: αγγλ. generation gap, 1967] , ψηφιακό χάσμα: κενό, ανισότητα που παρατηρείται μεταξύ περιοχών, χωρών ή κοινωνικών ομάδων, όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης στις νέες τεχνολογίες και ιδ. στη χρήση του διαδικτύου. [< αγγλ. digital divide, 1994] [< 1: αγγλ. gap, γαλλ. fossé, 1916, 2: γαλλ. fracture, hiatus, lacune 3: αρχ. χάσμα, πβ. αγγλ. chasm] | |
| 56605 | χασμουρητό | χα-σμου-ρη-τό ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-προφ.) χασμούρημα: αντανακλαστική βαθιά εισπνοή και εκπνοή με ανοιχτό το στόμα, κυρ. λόγω υπνηλίας, ανίας ή κούρασης: δυνατό ~. Πνιχτά ~ά (του ακροατηρίου). Με έπιασε ~. Έπνιξε/του ξέφυγε ένα ~. Με το ζόρι κρατούσα τα ~ά μου. Βλ. λόξιγκας, φτέρνισμα.|| Παράσταση που προκαλεί/φέρνει πολλά ~ά (: βαρετή). Βλ. -ητό. | |
| 56606 | χασμουριέμαι | χα-σμου-ριέ-μαι ρ. (αμτβ.) {χασμουρ-ήθηκα, -ηθεί}: εισπνέω και εκπνέω βαθιά και με ανοιχτό το στόμα, κυρ. επειδή νυστάζω, είμαι κουρασμένος ή βαριέμαι: Τεντώθηκε και ~ήθηκε. | |
| 56607 | χασμωδία | χα-σμω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. πρόκληση δυσάρεστου ηχητικού αποτελέσματος, εξαιτίας της εκφοράς διαδοχικών φωνηέντων: αποφυγή/άρση της ~ας. Βλ. για λόγους/(λόγ.) χάριν ευφωνίας, κακοφωνία, συναλοιφή. 2. (μτφ.-λόγ.) ασυνέχεια, χάσμα. [< 1: μτγν. χασμωδία] | |
| 56608 | χασογκόλης | χα-σο-γκό-λης ουσ. (αρσ.) (στην ποδοσφαιρική αργκό): παίκτης, συνήθ. επιθετικός, που χάνει συστηματικά ευκαιρίες να σκοράρει. | |
| 56609 | χασοδίκης | χα-σο-δί-κης ουσ. (αρσ.) (προφ.): δικηγόρος που έχει χάσει πολλές δίκες, με αποτέλεσμα να μη θεωρείται καλός. Βλ. -δίκης. | |
| 56610 | χασομεράω | βλ. χασομερώ | |
| 56611 | χασομέρης | χα-σο-μέ-ρης ουσ. (αρσ.) {χασομέρηδες | σπάν. θηλ. χασομέρισσα} (προφ.): αυτός που χασομερά. Πβ. ανεπρόκοπος, αργόσχολος, σουλατσαδόρος, τεμπέλης. | |
| 56612 | χασομέρι | χα-σο-μέ-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): χάσιμο χρόνου· καθυστέρηση, χρονοτριβή: χωρίς ~. Δεν έχω καιρό/χρόνο για ~ια. Πβ. σκότωμα του χρόνου, τεμπελίκι. ● ΦΡ.: στα χασομέρια (στην ποδοσφαιρική αργκό): στις καθυστερήσεις. | |
| 56613 | χασομερώ | [χασομερῶ] χα-σο-με-ρώ ρ. (αμτβ.) {χασομερ-άς ..., -ώντας | χασομέρ-ησα, -ήσει} & χασομεράω (προφ.): σπαταλώ τον χρόνο μου, τεμπελιάζοντας ή χωρίς να κάνω κάτι δημιουργικό: Στρώσου στο διάβασμα και μη ~άς! Πβ. κοπροσκυλιάζω, σκοτώνω την ώρα μου, χαζολογάω.|| Χωρίς να ~ήσει (= αργοπορήσει, καθυστερήσει, χάσει χρόνο, χρονοτριβήσει). | |
| 56614 | χασούρα | χα-σού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): οικονομική απώλεια, ζημιά: Είχε μεγάλη ~ (= μπήκε μέσα). Πβ. κάζο, υποαξία, χάσιμο. Βλ. -ούρα1. [< μεσν. χασούρα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ