| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56615 | χάσταγκ | χάσ-ταγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (ΔΙΑΔΙΚΤ., αργκό): λέξη-κλειδί ή φράση, ως θεματική επικεφαλίδα, με τη σήμανση της δίεσης (#) πριν από αυτή για εύκολη ανεύρεση στα κοινωνικά δίκτυα. [< αγγλ. hashtag, 2007, γαλλ. ~, 2009] | |
| 56616 | χαστούκι | χα-στού-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. δυνατό χτύπημα με την παλάμη στο πρόσωπο: Του άστραψε/έδωσε/έριξε/έσκασε ένα (ξεγυρισμένο) ~ (= τον χαστούκισε). Έφαγε ένα ~ (στο μάγουλο). Την άρχισε/πλάκωσε/τάραξε στα ~ια. Πβ. ανάποδη, ανάστροφη, μπάτσος1, σκαμπίλι, σφαλιάρα, φάπα, φούσκος. 2. (μτφ.) ξαφνικό, δυσάρεστο γεγονός· ισχυρό πλήγμα: τα αλλεπάλληλα ~ια (= χτυπήματα) της μοίρας.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση-~ (= κόλαφος, ράπισμα). ● Υποκ.: χαστουκάκι (το) ● ΦΡ.: χαστούκι στο πρόσωπο/στα μούτρα (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι έχει σοβαρές επιπτώσεις: Το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν ένα γερό/δυνατό ~ ~ του κόμματος. [< μεσν. χαστούκι] | |
| 3307 | χαστούκι | [ἀνάποδη] α-νά-πο-δη ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. η αντίθετη, όχι η κανονική, όψη: Πλύντε τα ρούχα απ' την ~ (: το μέσα έξω). Φορούσε τη μπλούζα από την ~. Η ~ του μαχαιριού (ΑΝΤ. κόψη). Δες τώρα την εικόνα από την ~ και πες μου τι βλέπεις (: το πάνω κάτω). ΣΥΝ. ανάποδα ΑΝΤ. καλή 2. η ράχη του χεριού και κατ' επέκτ. το χαστούκι: Πρόσεχε μη φας καμιά ~! Θα σου δώσω μια ~ που θα τη θυμάσαι για καιρό! Να σου αστράψω μια ~ να σου πω εγώ! ΣΥΝ. ανάστροφη, ξανάστροφη 3. (μτφ.) η διαφορετική, συνήθ. δυσάρεστη, πλευρά των πραγμάτων: Τα πράγματα έχουν πάντα μια καλή και μια ~. ● ΦΡ.: από την ανάποδη (μτφ.): από την αντίθετη πλευρά: Αν το δει κανείς ~ ~, η κατάσταση έχει και τα καλά της. Ξεκινάς/πιάνεις το θέμα ~ ~ (= λάθος)., απ' την καλή (κι απ' την ανάποδη) βλ. καλή, το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη βλ. ανάποδα ● βλ. ανάποδος [< μεσν. ανάποδος] | |
| 56617 | χαστουκιά | χα-στου-κιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χαστούκι. | |
| 56618 | χαστουκίζω | χα-στου-κί-ζω ρ. (μτβ.) {χαστούκι-σα, χαστουκί-σει, -στηκε, σπάν. -σμένος, χαστουκίζ-οντας} (προφ.): δίνω χαστούκι: Τον/την ~σε (= του/της την άστραψε) στο μάγουλο. Πβ. μπατσίζω, σβουρίζω, σκαμπιλίζω, σφαλιαρίζω.|| (μτφ.) Η ζωή τους ~σε (= χτύπησε) αλύπητα. Πβ. ραπίζω. | |
| 56619 | χαστούκισμα | χα-στού-κι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαστουκίζω. | |
| 56625 | χατ-τρικ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) τρία γκολ από τον ίδιο παίκτη κατά τη διάρκεια ενός αγώνα. [< αγγλ. hat trick, 1909] | |
| 56620 | χατζάρι | βλ. χαντζάρι | |
| 56621 | χατζής | χα-τζής ουσ. (αρσ.) , χατζίνα (η) (παλαιότ.-τιμητικός τίτλος): ορθόδοξος προσκυνητής των Αγίων Τόπων ή μουσουλμάνος προσκυνητής της Μέκκας ή της Μεδίνας. [< τουρκ. hacı] | |
| 56622 | χατίρι | χα-τί-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): εκπλήρωση της επιθυμίας κάποιου: Δεν του χαλάνε (το) ~ (βλ. κακομαθαίνω, παραχαϊδεύω). Έγινε, τελικά, το ~ (= το δικό) του. Για (το) ~ σου, δεν πάω πουθενά. Της κάνει όλα τα ~ια (: την έχει σαν βασίλισσα).|| (αρνητ. συνυποδ.) Δεν κάνει ~ια (= εξυπηρετήσεις, ρουσφέτια). Πβ. χάρη. ● Υποκ.: χατιράκι (το) [< τουρκ. hatır] | |
| 56623 | χατιρικός | , ή, ό χα-τι-ρι-κός επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): χαριστικός: ~ή: μεταχείριση (: ευνοϊκή). ~ές: προσλήψεις. Πβ. μεροληπτικός. ● επίρρ.: χατιρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 56624 | χάτσμπακ | χάτσ-μπακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τύπος επιβατικού αυτοκινήτου με μία επιπλέον πόρτα που καλύπτει ολόκληρο το πίσω μέρος του και ανοίγει προς τα πάνω, ενοποιώντας τον χώρο αποσκευών με τα πίσω αναδιπλούμενα καθίσματα. Βλ. κουπέ, σεντάν, στέισον βάγκον. ΣΥΝ. αυτοκίνητο δύο όγκων [< αμερικ. hatchback, 1970] | |
| 56626 | χαυλιόδοντας | χαυ-λι-ό-δο-ντας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΖΩΟΛ. καθένα από τα δύο μεγάλα δόντια που προεξέχουν από το στόμα ορισμένων θηλαστικών: απολιθωμένοι ~ες (βλ. μαμούθ). Οι ~ες του αγριογούρουνου/ελέφαντα (βλ. ελεφαντόδοντο). [< αρχ. χαυλιόδους] | |
| 56627 | χαύνος | , η, ο [χαῦνος] χαύ-νος επίθ. (λόγ.): αποχαυνωμένος, νωθρός. Πβ. άνευρος, άτονος. [< αρχ. χαῦνος] | |
| 56628 | χαυνότητα | χαυ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χαύνου. Πβ. νωθρότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. χαυνότης] | |
| 56629 | χαυνώνω | χαυ-νώ-νω ρ. (μτβ.) {χαυνω-μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (λόγ.): αποχαυνώνω. [< μεσν. χαυνώ] | |
| 56630 | χαύνωση | χαύ-νω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποχαύνωση. [< μεσν. χαύνωσις] | |
| 56631 | χαυνωτικός | , ή, ό χαυ-νω-τι-κός επίθ. (λόγ.): αποχαυνωτικός. [< μεσν. χαυνωτικός] | |
| 56632 | χαφ | ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) μέσος· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση όπου αγωνίζεται: βασικός ~.|| Αμυντικό/δεξί/επιθετικό/κεντρικό ~. Βλ. μπακ-~, σέντερ ~, εξτρέμ, λίμπερο, στόπερ, φορ. [< αγγλ. half(-back)] | |
| 56633 | χαφιεδίζω | χα-φιε-δί-ζω ρ. (αμτβ.) (προφ.-μειωτ.): συμπεριφέρομαι ως χαφιές. Πβ. καρφώνω. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ