Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57100-57120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56627χαύνος, η, ο [χαῦνος] χαύ-νος επίθ. (λόγ.): αποχαυνωμένος, νωθρός. Πβ. άνευρος, άτονος. [< αρχ. χαῦνος]
56628χαυνότηταχαυ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χαύνου. Πβ. νωθρότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. χαυνότης]
56629χαυνώνωχαυ-νώ-νω ρ. (μτβ.) {χαυνω-μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (λόγ.): αποχαυνώνω. [< μεσν. χαυνώ]
56630χαύνωσηχαύ-νω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποχαύνωση. [< μεσν. χαύνωσις]
56631χαυνωτικός, ή, ό χαυ-νω-τι-κός επίθ. (λόγ.): αποχαυνωτικός. [< μεσν. χαυνωτικός]
56632χαφουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) μέσος· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση όπου αγωνίζεται: βασικός ~.|| Αμυντικό/δεξί/επιθετικό/κεντρικό ~. Βλ. μπακ-~, σέντερ ~, εξτρέμ, λίμπερο, στόπερ, φορ. [< αγγλ. half(-back)]
56633χαφιεδίζωχα-φιε-δί-ζω ρ. (αμτβ.) (προφ.-μειωτ.): συμπεριφέρομαι ως χαφιές. Πβ. καρφώνω.
56634χαφιεδισμόςχα-φιε-δι-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): η τακτική, η συμπεριφορά του χαφιέ. Πβ. κάρφωμα, κατάδοση, πρακτοριλίκι, ρουφιανιά, σπιουνιά. Βλ. -ισμός, φακέλωμα.
56635χαφιέςχα-φιές ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): μυστικός αστυνομικός ή συνεργάτης των Αρχών, ο οποίος έχει αναλάβει την παρακολούθηση ατόμων που θεωρούνται ύποπτα· κατ' επέκτ. πρόσωπο που αποκαλύπτει, μαρτυρά τις απόψεις ή τις κινήσεις ενός άλλου σε κάποιον τρίτο, συνήθ. ανώτερο. Πβ. βαθύ λαρύγγι, καρφί, καταδότης, κυπατζής, πληροφοριοδότης, ρουφιάνος, σμπίρος, σπιούνος, ταβανόπροκα, ταγματασφαλίτης, τσάτσος. Βλ. γερμανοτσολιάς, δωσίλογος. [< τουρκ. hafiye]
56636χάφτωχά-φτω ρ. (μτβ.) {έχα-ψα, χάψει, χάφτ-οντας} & χάβω (προφ.) 1. (μτφ.) πιστεύω κάτι αβασάνιστα, χωρίς να εξετάσω αν είναι αλήθεια: Δεν τα ~ εγώ κάτι τέτοια. Το 'χαψε κανονικότατα (το παραμύθι/ψέμα). Πβ. καταπίνω, μασώ. 2. καταβροχθίζω, κάνω μια χαψιά: Το 'χαψε το ψάρι η γάτα. ● ΦΡ.: χάφτω μύγες (μτφ.-προφ.) 1. τεμπελιάζω: Κάθεται και ~ει ~. 2. (συνήθ. με άρνηση) είμαι ευκολόπιστος, αφελής: Μην μου τα λες εμένα αυτά, γιατί δεν ~ ~ (= δεν τρώω κουτόχορτο). [< μεσν. χάπτω]
56637χαχανητόχα-χα-νη-τό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & χάχανο (προφ.): παρατεταμένο και όχι πολύ δυνατό γέλιο, συνήθ. χωρίς σπουδαίο λόγο: ηλίθια ~ά. Βλ. νευρικό γέλιο, -ητό.
56638χαχανίζωχα-χα-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {χαχάνι-σε, χαχανί-σει, χαχανίζ-οντας} (προφ.): γελώ με χαχανητά. Πβ. χαζο-, χασκο-γελώ. Βλ. κακαρίζω. [< μεσν. χαχανίζω]
56639χαχάνισμαχα-χά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαχανίζω.
56640χάχανοβλ. χαχανητό
56641χάχαςχά-χας ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που γελά συνέχεια και συνήθ. χωρίς ιδιαίτερο λόγο· κατ' επέκτ. ανόητος, χαζός. Πβ. χαζοχαρούμενος. [< λ. ηχομιμητ.]
56642χαχόλικος, η, ο χα-χό-λι-κος επίθ. (προφ.): φαρδύς· κατ' επέκτ. άκομψος, άχαρος: ~η: μπλούζα. ~ο: παντελόνι.
56643χαχόλοςχα-χό-λος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χαχόλα} (προφ.) 1. ανόητος, ακαλλιέργητος και κατ' επέκτ. ευκολόπιστος άνθρωπος. 2. ασουλούπωτος, ατσούμπαλος. [< ρωσ. hohol]
56644χαψιάχα-ψιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μπουκιά. 2. (μτφ.) μικρός: μια ~ (= σταλιά) άνθρωπος. ● ΦΡ.: κάνω μια χαψιά/μπουκιά (προφ.): καταβροχθίζω. ΣΥΝ. χάφτω (2)
56645χάψιμοχά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χάφτω.
56646χαώδης, ης, ες χα-ώ-δης επίθ. {χαώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): χαοτικός. Βλ. -ώδης. [< μεσν. χαώδης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.