| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 56627 | χαύνος | , η, ο [χαῦνος] χαύ-νος επίθ. (λόγ.): αποχαυνωμένος, νωθρός. Πβ. άνευρος, άτονος. [< αρχ. χαῦνος] | |
| 56628 | χαυνότητα | χαυ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χαύνου. Πβ. νωθρότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. χαυνότης] | |
| 56629 | χαυνώνω | χαυ-νώ-νω ρ. (μτβ.) {χαυνω-μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (λόγ.): αποχαυνώνω. [< μεσν. χαυνώ] | |
| 56630 | χαύνωση | χαύ-νω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποχαύνωση. [< μεσν. χαύνωσις] | |
| 56631 | χαυνωτικός | , ή, ό χαυ-νω-τι-κός επίθ. (λόγ.): αποχαυνωτικός. [< μεσν. χαυνωτικός] | |
| 56632 | χαφ | ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) μέσος· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση όπου αγωνίζεται: βασικός ~.|| Αμυντικό/δεξί/επιθετικό/κεντρικό ~. Βλ. μπακ-~, σέντερ ~, εξτρέμ, λίμπερο, στόπερ, φορ. [< αγγλ. half(-back)] | |
| 56633 | χαφιεδίζω | χα-φιε-δί-ζω ρ. (αμτβ.) (προφ.-μειωτ.): συμπεριφέρομαι ως χαφιές. Πβ. καρφώνω. | |
| 56634 | χαφιεδισμός | χα-φιε-δι-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): η τακτική, η συμπεριφορά του χαφιέ. Πβ. κάρφωμα, κατάδοση, πρακτοριλίκι, ρουφιανιά, σπιουνιά. Βλ. -ισμός, φακέλωμα. | |
| 56635 | χαφιές | χα-φιές ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): μυστικός αστυνομικός ή συνεργάτης των Αρχών, ο οποίος έχει αναλάβει την παρακολούθηση ατόμων που θεωρούνται ύποπτα· κατ' επέκτ. πρόσωπο που αποκαλύπτει, μαρτυρά τις απόψεις ή τις κινήσεις ενός άλλου σε κάποιον τρίτο, συνήθ. ανώτερο. Πβ. βαθύ λαρύγγι, καρφί, καταδότης, κυπατζής, πληροφοριοδότης, ρουφιάνος, σμπίρος, σπιούνος, ταβανόπροκα, ταγματασφαλίτης, τσάτσος. Βλ. γερμανοτσολιάς, δωσίλογος. [< τουρκ. hafiye] | |
| 56636 | χάφτω | χά-φτω ρ. (μτβ.) {έχα-ψα, χάψει, χάφτ-οντας} & χάβω (προφ.) 1. (μτφ.) πιστεύω κάτι αβασάνιστα, χωρίς να εξετάσω αν είναι αλήθεια: Δεν τα ~ εγώ κάτι τέτοια. Το 'χαψε κανονικότατα (το παραμύθι/ψέμα). Πβ. καταπίνω, μασώ. 2. καταβροχθίζω, κάνω μια χαψιά: Το 'χαψε το ψάρι η γάτα. ● ΦΡ.: χάφτω μύγες (μτφ.-προφ.) 1. τεμπελιάζω: Κάθεται και ~ει ~. 2. (συνήθ. με άρνηση) είμαι ευκολόπιστος, αφελής: Μην μου τα λες εμένα αυτά, γιατί δεν ~ ~ (= δεν τρώω κουτόχορτο). [< μεσν. χάπτω] | |
| 56637 | χαχανητό | χα-χα-νη-τό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & χάχανο (προφ.): παρατεταμένο και όχι πολύ δυνατό γέλιο, συνήθ. χωρίς σπουδαίο λόγο: ηλίθια ~ά. Βλ. νευρικό γέλιο, -ητό. | |
| 56638 | χαχανίζω | χα-χα-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {χαχάνι-σε, χαχανί-σει, χαχανίζ-οντας} (προφ.): γελώ με χαχανητά. Πβ. χαζο-, χασκο-γελώ. Βλ. κακαρίζω. [< μεσν. χαχανίζω] | |
| 56639 | χαχάνισμα | χα-χά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαχανίζω. | |
| 56640 | χάχανο | βλ. χαχανητό | |
| 56641 | χάχας | χά-χας ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που γελά συνέχεια και συνήθ. χωρίς ιδιαίτερο λόγο· κατ' επέκτ. ανόητος, χαζός. Πβ. χαζοχαρούμενος. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 56642 | χαχόλικος | , η, ο χα-χό-λι-κος επίθ. (προφ.): φαρδύς· κατ' επέκτ. άκομψος, άχαρος: ~η: μπλούζα. ~ο: παντελόνι. | |
| 56643 | χαχόλος | χα-χό-λος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χαχόλα} (προφ.) 1. ανόητος, ακαλλιέργητος και κατ' επέκτ. ευκολόπιστος άνθρωπος. 2. ασουλούπωτος, ατσούμπαλος. [< ρωσ. hohol] | |
| 56644 | χαψιά | χα-ψιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μπουκιά. 2. (μτφ.) μικρός: μια ~ (= σταλιά) άνθρωπος. ● ΦΡ.: κάνω μια χαψιά/μπουκιά (προφ.): καταβροχθίζω. ΣΥΝ. χάφτω (2) | |
| 56645 | χάψιμο | χά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χάφτω. | |
| 56646 | χαώδης | , ης, ες χα-ώ-δης επίθ. {χαώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): χαοτικός. Βλ. -ώδης. [< μεσν. χαώδης] | |