Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57100-57120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56634χαφιεδισμόςχα-φιε-δι-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): η τακτική, η συμπεριφορά του χαφιέ. Πβ. κάρφωμα, κατάδοση, πρακτοριλίκι, ρουφιανιά, σπιουνιά. Βλ. -ισμός, φακέλωμα.
56635χαφιέςχα-φιές ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): μυστικός αστυνομικός ή συνεργάτης των Αρχών, ο οποίος έχει αναλάβει την παρακολούθηση ατόμων που θεωρούνται ύποπτα· κατ' επέκτ. πρόσωπο που αποκαλύπτει, μαρτυρά τις απόψεις ή τις κινήσεις ενός άλλου σε κάποιον τρίτο, συνήθ. ανώτερο. Πβ. βαθύ λαρύγγι, καρφί, καταδότης, κυπατζής, πληροφοριοδότης, ρουφιάνος, σμπίρος, σπιούνος, ταβανόπροκα, ταγματασφαλίτης, τσάτσος. Βλ. γερμανοτσολιάς, δωσίλογος. [< τουρκ. hafiye]
56636χάφτωχά-φτω ρ. (μτβ.) {έχα-ψα, χάψει, χάφτ-οντας} & χάβω (προφ.) 1. (μτφ.) πιστεύω κάτι αβασάνιστα, χωρίς να εξετάσω αν είναι αλήθεια: Δεν τα ~ εγώ κάτι τέτοια. Το 'χαψε κανονικότατα (το παραμύθι/ψέμα). Πβ. καταπίνω, μασώ. 2. καταβροχθίζω, κάνω μια χαψιά: Το 'χαψε το ψάρι η γάτα. ● ΦΡ.: χάφτω μύγες (μτφ.-προφ.) 1. τεμπελιάζω: Κάθεται και ~ει ~. 2. (συνήθ. με άρνηση) είμαι ευκολόπιστος, αφελής: Μην μου τα λες εμένα αυτά, γιατί δεν ~ ~ (= δεν τρώω κουτόχορτο). [< μεσν. χάπτω]
56637χαχανητόχα-χα-νη-τό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & χάχανο (προφ.): παρατεταμένο και όχι πολύ δυνατό γέλιο, συνήθ. χωρίς σπουδαίο λόγο: ηλίθια ~ά. Βλ. νευρικό γέλιο, -ητό.
56638χαχανίζωχα-χα-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {χαχάνι-σε, χαχανί-σει, χαχανίζ-οντας} (προφ.): γελώ με χαχανητά. Πβ. χαζο-, χασκο-γελώ. Βλ. κακαρίζω. [< μεσν. χαχανίζω]
56639χαχάνισμαχα-χά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαχανίζω.
56640χάχανοβλ. χαχανητό
56641χάχαςχά-χας ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που γελά συνέχεια και συνήθ. χωρίς ιδιαίτερο λόγο· κατ' επέκτ. ανόητος, χαζός. Πβ. χαζοχαρούμενος. [< λ. ηχομιμητ.]
56642χαχόλικος, η, ο χα-χό-λι-κος επίθ. (προφ.): φαρδύς· κατ' επέκτ. άκομψος, άχαρος: ~η: μπλούζα. ~ο: παντελόνι.
56643χαχόλοςχα-χό-λος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χαχόλα} (προφ.) 1. ανόητος, ακαλλιέργητος και κατ' επέκτ. ευκολόπιστος άνθρωπος. 2. ασουλούπωτος, ατσούμπαλος. [< ρωσ. hohol]
56644χαψιάχα-ψιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μπουκιά. 2. (μτφ.) μικρός: μια ~ (= σταλιά) άνθρωπος. ● ΦΡ.: κάνω μια χαψιά/μπουκιά (προφ.): καταβροχθίζω. ΣΥΝ. χάφτω (2)
56645χάψιμοχά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χάφτω.
56646χαώδης, ης, ες χα-ώ-δης επίθ. {χαώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): χαοτικός. Βλ. -ώδης. [< μεσν. χαώδης]
56647χέβι μέταλβλ. μέταλ
56648χεβιμεταλάςβλ. μεταλάς
56649χεγκελιανισμόςβλ. εγελιανισμός
56650χέζωχέ-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έχε-σα, χέ-σει, -στηκα, -στεί, χέζ-οντας, χε-σμένος} (προφ.) 1. αφοδεύω. Πβ. αποπατώ, ενεργούμαι, κάνω την ανάγκη μου. 2. (υβριστ.) βρίζω χυδαία, προσβάλλω: Μη σε ~σω! Θα ~στούμε (= τσακωθούμε), αν το ξανακάνεις! Πβ. ξε~. 3. (εμφατ.) για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται σε μεγάλο βαθμό: ~στηκε απ' τον φόβο (= φοβήθηκε πολύ, τα 'κανε πάνω του)/τη χαρά του.|| ~στήκαμε στα γέλια (= ξεκαρδιστήκαμε). Πβ. κατουριέμαι. 4. ευτελίζω, απαξιώνω: Την έχει ~σει (= ξεφτιλίσει) εντελώς την κουβέντα.|| Να τις ~σω (= βράσω) τέτοιες διακοπές, δεν μου χρειάζονται.χέστηκα (αργκό): αδιαφορώ παντελώς, δεν με νοιάζει: Κάνε ό,τι θες! ~! ~ αν θα με πάρει τηλέφωνο. Προσωπικά, ~ για το τι λένε οι άλλοι (: ποσώς με ενδιαφέρει/σκασίλα μου). ● ΦΡ.: (εμένα) να με χέσεις! (προφ.): για κάτι αδύνατο, απίθανο: Αν βγάλεις άκρη/αν με ξαναδείς, ~ ~!, δεν/να πά(ει) να χεστεί! (προφ.): δηλωτικό αγανάκτησης ή θυμού: ~ ~ κι αυτός!, είπαν του τρελού να χέσει κι εκείνος ξεκωλώθηκε & είπαν της γριάς να χέσει κι αυτή ξεκωλιάστηκε (παροιμ.): για κάποιον που χρησιμοποιεί αλόγιστα κάτι που του παραχωρήθηκε ή κάνει σε υπερβολικό βαθμό κάτι που του είπαν ή τον άφησαν να κάνει., έχω κάποιον χεσμένο (αργκό-υβριστ.): τον περιφρονώ τελείως, δεν τον υπολογίζω: Τους έχει όλους ~ους κανονικά (= γραμμένους στα παλιά του τα παπούτσια)., μη χέ(σω) (τώρα) (προφ.): δηλωτικό αμφισβήτησης ή περιφρόνησης: Το παίζει και σπουδαίος! ~ ~! Η (~ ~) όμορφη παρουσιάστρια ..., όποιος χέζει/κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στ' αλάτι (παροιμ.): οι κακές πράξεις μακροπρόθεσμα έχουν αρνητικές συνέπειες σε αυτούς που τις κάνουν., χέσ' τον/γάμα τον (αργκό): παράτησέ τον, άφησέ τον: ~ ~ (= άσ' τον), αφού δεν θέλει να έρθει., χέσε μέσα! (αργκό): για να δηλωθεί απαξίωση, απογοήτευση ή απαισιοδοξία: ~ ~! Έφαγα πρόστιμο! Η κατάσταση είναι ~ ~ (= χάλια, σκατά)! , χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί πλήρης αδιαφορία για κάτι επουσιώδες., χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι (μτφ.-προφ.): δηλωτικό περιφρόνησης, αδιαφορίας για κάτι ασήμαντο ή αναμενόμενο. ΣΥΝ. κάτι τρέχει στα γύφτικα, βρίζω/χέζω (κάποιον) πατόκορφα βλ. πατόκορφα, δεν μας γαμάς/χέζεις; βλ. γαμώ, έκανε (και) η μύγα κώλο και/κι έχεσε τον κόσμο όλο βλ. κώλος, έχει λερωμένη/χεσμένη τη φωλιά του βλ. φωλιά, κάτσε/χέζε ψηλά κι αγνάντευε βλ. αγναντεύω, τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) βλ. πόδι [< αρχ. χέζω]
56651χειλανθή[χειλανθῆ] χει-λαν-θή ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. οικογένεια αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων φυτών των εύκρατων και θερμών περιοχών (επιστ. ονομασ. Lamiaceae ή Labiatae) με πλούσια αιθέρια έλαια και χαρακτηριστικά άνθη που χωρίζονται σε δύο μέρη (χείλη). Βλ. βασιλικός, δενδρολίβανο, θυμάρι, κολεός, λεβάντα, μέντα, ρίγανη. [< γαλλ. labiées]
56652χειλαράς, χειλαρούχει-λα-ράς ουσ. (αρσ. + θηλ.) & χειλάς, χειλού (προφ.-μειωτ.): άτομο με μεγάλα χείλη. Βλ. -άς, -ού.
56653χειλεανάγνωσηχει-λε-α-νά-γνω-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) χειλανάγνωση: κατανόηση του προφορικού λόγου συνήθ. από κωφό ή βαρήκοο, καθώς παρατηρεί τις κινήσεις των χειλιών του ομιλητή και τις εκφράσεις του προσώπου του. [< αγγλ. lipreading]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.