Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57120-57140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56647χέβι μέταλβλ. μέταλ
56648χεβιμεταλάςβλ. μεταλάς
56649χεγκελιανισμόςβλ. εγελιανισμός
56650χέζωχέ-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έχε-σα, χέ-σει, -στηκα, -στεί, χέζ-οντας, χε-σμένος} (προφ.) 1. αφοδεύω. Πβ. αποπατώ, ενεργούμαι, κάνω την ανάγκη μου. 2. (υβριστ.) βρίζω χυδαία, προσβάλλω: Μη σε ~σω! Θα ~στούμε (= τσακωθούμε), αν το ξανακάνεις! Πβ. ξε~. 3. (εμφατ.) για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται σε μεγάλο βαθμό: ~στηκε απ' τον φόβο (= φοβήθηκε πολύ, τα 'κανε πάνω του)/τη χαρά του.|| ~στήκαμε στα γέλια (= ξεκαρδιστήκαμε). Πβ. κατουριέμαι. 4. ευτελίζω, απαξιώνω: Την έχει ~σει (= ξεφτιλίσει) εντελώς την κουβέντα.|| Να τις ~σω (= βράσω) τέτοιες διακοπές, δεν μου χρειάζονται.χέστηκα (αργκό): αδιαφορώ παντελώς, δεν με νοιάζει: Κάνε ό,τι θες! ~! ~ αν θα με πάρει τηλέφωνο. Προσωπικά, ~ για το τι λένε οι άλλοι (: ποσώς με ενδιαφέρει/σκασίλα μου). ● ΦΡ.: (εμένα) να με χέσεις! (προφ.): για κάτι αδύνατο, απίθανο: Αν βγάλεις άκρη/αν με ξαναδείς, ~ ~!, δεν/να πά(ει) να χεστεί! (προφ.): δηλωτικό αγανάκτησης ή θυμού: ~ ~ κι αυτός!, είπαν του τρελού να χέσει κι εκείνος ξεκωλώθηκε & είπαν της γριάς να χέσει κι αυτή ξεκωλιάστηκε (παροιμ.): για κάποιον που χρησιμοποιεί αλόγιστα κάτι που του παραχωρήθηκε ή κάνει σε υπερβολικό βαθμό κάτι που του είπαν ή τον άφησαν να κάνει., έχω κάποιον χεσμένο (αργκό-υβριστ.): τον περιφρονώ τελείως, δεν τον υπολογίζω: Τους έχει όλους ~ους κανονικά (= γραμμένους στα παλιά του τα παπούτσια)., μη χέ(σω) (τώρα) (προφ.): δηλωτικό αμφισβήτησης ή περιφρόνησης: Το παίζει και σπουδαίος! ~ ~! Η (~ ~) όμορφη παρουσιάστρια ..., όποιος χέζει/κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στ' αλάτι (παροιμ.): οι κακές πράξεις μακροπρόθεσμα έχουν αρνητικές συνέπειες σε αυτούς που τις κάνουν., χέσ' τον/γάμα τον (αργκό): παράτησέ τον, άφησέ τον: ~ ~ (= άσ' τον), αφού δεν θέλει να έρθει., χέσε μέσα! (αργκό): για να δηλωθεί απαξίωση, απογοήτευση ή απαισιοδοξία: ~ ~! Έφαγα πρόστιμο! Η κατάσταση είναι ~ ~ (= χάλια, σκατά)! , χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί πλήρης αδιαφορία για κάτι επουσιώδες., χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι (μτφ.-προφ.): δηλωτικό περιφρόνησης, αδιαφορίας για κάτι ασήμαντο ή αναμενόμενο. ΣΥΝ. κάτι τρέχει στα γύφτικα, βρίζω/χέζω (κάποιον) πατόκορφα βλ. πατόκορφα, δεν μας γαμάς/χέζεις; βλ. γαμώ, έκανε (και) η μύγα κώλο και/κι έχεσε τον κόσμο όλο βλ. κώλος, έχει λερωμένη/χεσμένη τη φωλιά του βλ. φωλιά, κάτσε/χέζε ψηλά κι αγνάντευε βλ. αγναντεύω, τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) βλ. πόδι [< αρχ. χέζω]
56651χειλανθή[χειλανθῆ] χει-λαν-θή ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. οικογένεια αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων φυτών των εύκρατων και θερμών περιοχών (επιστ. ονομασ. Lamiaceae ή Labiatae) με πλούσια αιθέρια έλαια και χαρακτηριστικά άνθη που χωρίζονται σε δύο μέρη (χείλη). Βλ. βασιλικός, δενδρολίβανο, θυμάρι, κολεός, λεβάντα, μέντα, ρίγανη. [< γαλλ. labiées]
56652χειλαράς, χειλαρούχει-λα-ράς ουσ. (αρσ. + θηλ.) & χειλάς, χειλού (προφ.-μειωτ.): άτομο με μεγάλα χείλη. Βλ. -άς, -ού.
56653χειλεανάγνωσηχει-λε-α-νά-γνω-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) χειλανάγνωση: κατανόηση του προφορικού λόγου συνήθ. από κωφό ή βαρήκοο, καθώς παρατηρεί τις κινήσεις των χειλιών του ομιλητή και τις εκφράσεις του προσώπου του. [< αγγλ. lipreading]
56654χειλεοπλαστικήχει-λε-ο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλαστική χειρουργική των χειλιών. Βλ. -πλαστική. [< γαλλ. chéiloplastie, αγγλ. cheiloplasty]
56655χειλεοσχιστίαχει-λε-ο-σχι-στί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λαγωχειλία.
56656χειλεόφωνος, η, ο χει-λε-ό-φω-νος επίθ. & χειλόφωνος: ΓΡΑΜΜ. χειλικός. Βλ. -φωνος. [< γαλλ.-αγγλ. labial]
56657χείληβλ. χείλος
56658χείλιχεί-λι ουσ. (ουδ.) {χειλ-ιού | -ια, -ιών} (προφ.) & (λαϊκό-λογοτ.) αχείλι: χείλος: σαρκώδη ~ια. ● Υποκ.: χειλάκι (το) ● Μεγεθ.: χειλάρες (οι) ● ΦΡ.: γέλασε/έσκασε/χαμογέλασε το χειλάκι του: χάρηκε, ευχαριστήθηκε για κάτι, ύστερα από δυσκολίες, προβλήματα: Επιτέλους ~ ~. Πες κανένα αστείο μπας και/να ~άσει (λίγο) το ~ μας (/το πικραμένο μας χειλάκι).
56659χειλικόληκτος, η, ο χει-λι-κό-λη-κτος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που το θέμα της λήγει σε χειλικό σύμφωνο. Βλ. συμφωνόληκτος.
56660χειλικός, ή, ό χει-λι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ. (προφ.) που σχετίζεται με τα χείλη: ~ός: έρπης (= επιχείλιος). ~οί: αδένες/μύες. 2. ΓΡΑΜΜ. (για σύμφωνο) που αρθρώνεται στα χείλη (στη φωνητική της νέας ελληνικής τα π [p], μπ [b], μ [m], β [v], φ [f]): (κ. ως ουσ.) Άφωνα/ηχηρά ~ά. Βλ. δι~, χειλοδοντικός. ΣΥΝ. χειλεόφωνος [< γερμ.-γαλλ. labial]
56661χειλίτιδαχει-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των χειλιών. Βλ. γλωσσίτιδα, -ίτιδα. [< αγγλ. cheilitis, γαλλ. cheilite]
56662χειλοδοντικός, ή, ό χει-λο-δο-ντι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για φθόγγο) που αρθρώνεται από την επαφή του κάτω χείλους με την άνω οδοντοστοιχία (στη φωνητική της νέας ελληνικής τα β [v], φ [f]). Βλ. χειλικός. [< γερμ. labiodental]
56663χειλόποδαχει-λό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. κατηγορία εντόμων με πολλά πόδια. Βλ. αρθρόποδα, σαρανταποδαρούσα. [< αγγλ. chilopoda, γαλλ. chilopodes]
56664χείλος[χεῖλος] χεί-λος ουσ. (ουδ.) {χείλ-ους | -η, -έων} ΣΥΝ. χείλι 1. ΑΝΑΤ. πτυχή συνδετικού ιστού η οποία αποτελεί το άνω ή κάτω εξωτερικό άκρο της στοματικής κοιλότητας: διογκωμένο/σκισμένο ~. Το ~ της κάτω γνάθου. Αποτρίχωση άνω ~ους. Οι σιελογόνοι αδένες του ~ους. Έρπης/κυάνωση/πλαστική (των) ~έων. 2. ΑΝΑΤ. (γενικότ.) κάθε πτυχή συνδετικού ή άλλου ιστού η οποία συνιστά το άκρο ενός φυσικού ανοίγματος του σώματος: το ~ του βλεφάρου/του δωδεκαδακτύλου/των ούλων. Μεγάλα/μικρά ~η του αιδοίου.|| Συγκράτηση των ~έων της τομής (κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης).|| Έξω/έσω ~ του ποδιού. Πρόσθιο ~ της κνήμης (πβ. αντικνήμιο). 3. (μτφ.) άκρο εδαφικού σχηματισμού ή κοίλης επιφάνειας: το ~ της καλντέρας/του φαραγγιού. Μοναστήρι χτισμένο στο ~ της χαράδρας. Πβ. άκρη.|| Το ~ της λίμνης/του ποταμού/του ρέματος.|| Το ~ του βάζου/φλιτζανιού. 4. ΒΟΤ. (σπάν.) καθένα από τα δύο μέρη στα οποία χωρίζεται το άνθος των χειλανθών. ● χείλη (τα) (γενικότ.): (συνήθ. για γυναίκα) αισθησιακά/βαμμένα/κόκκινα/λεπτά/μισάνοιχτα/σαρκώδη/σκασμένα/φλογισμένα ~. ~ για φίλημα. Σκουλαρίκι στα ~. Απλώνω κραγιόν στα ~. Τη φίλησε στα ~ (= στο στόμα). Έσμιξαν τα ~ τους. Διαβάζω τα ~ (: κατανοώ τι λέει κάποιος μέσω της παρατήρησης των κινήσεων των χειλιών του). ● ΣΥΜΠΛ.: επίσημα χείλη βλ. επίσημος ● ΦΡ.: άλαλα τα χείλη των ασεβών (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. για κάποιον που μένει άναυδος., από τα χείλη/διά χειλέων κάποιου: από το στόμα κάποιου επισήμου και γενικότ. από τον ίδιο: ανακοίνωση/διάψευση ~ ~ των αρμοδίων/του κυβερνητικού εκπροσώπου., στο χείλος (+ γεν.): ένα βήμα πριν την εκδήλωση ανεπιθύμητης κατάστασης· σε κρίσιμο, οριακό σημείο, στα πρόθυρα: Ακροβατούν/είναι ~ του διαζυγίου/της κατάρρευσης. Είδη ζώων που βρίσκονται ~ ~ της εξαφάνισης. Οι σπατάλες τον έφεραν ~ ~ της χρεοκοπίας., δαγκώνω τα χείλια (μου)/τα χείλη (μου) βλ. δαγκώνω, κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου βλ. κρέμομαι, στο χείλος του γκρεμού/της αβύσσου/της καταστροφής βλ. γκρεμός, σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη βλ. σφίγγω, του έψησε/του έχει ψήσει το ψάρι στα χείλη βλ. ψάρι [< αρχ. χεῖλος]
56665χειλούχει-λού ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. σαρκοφάγο ψάρι (επιστ. ονομασ. Labrus bergylta) με μεγάλα χείλια, κοκκινωπές και άσπρες κηλίδες και ραχιαίο πτερύγιο. Βλ. λαβράκι.
56666χειλόφωνος, η, ο βλ. χειλεόφωνος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.