Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57120-57140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56654χειλεοπλαστικήχει-λε-ο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλαστική χειρουργική των χειλιών. Βλ. -πλαστική. [< γαλλ. chéiloplastie, αγγλ. cheiloplasty]
56655χειλεοσχιστίαχει-λε-ο-σχι-στί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λαγωχειλία.
56656χειλεόφωνος, η, ο χει-λε-ό-φω-νος επίθ. & χειλόφωνος: ΓΡΑΜΜ. χειλικός. Βλ. -φωνος. [< γαλλ.-αγγλ. labial]
56657χείληβλ. χείλος
56658χείλιχεί-λι ουσ. (ουδ.) {χειλ-ιού | -ια, -ιών} (προφ.) & (λαϊκό-λογοτ.) αχείλι: χείλος: σαρκώδη ~ια. ● Υποκ.: χειλάκι (το) ● Μεγεθ.: χειλάρες (οι) ● ΦΡ.: γέλασε/έσκασε/χαμογέλασε το χειλάκι του: χάρηκε, ευχαριστήθηκε για κάτι, ύστερα από δυσκολίες, προβλήματα: Επιτέλους ~ ~. Πες κανένα αστείο μπας και/να ~άσει (λίγο) το ~ μας (/το πικραμένο μας χειλάκι).
56659χειλικόληκτος, η, ο χει-λι-κό-λη-κτος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που το θέμα της λήγει σε χειλικό σύμφωνο. Βλ. συμφωνόληκτος.
56660χειλικός, ή, ό χει-λι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ. (προφ.) που σχετίζεται με τα χείλη: ~ός: έρπης (= επιχείλιος). ~οί: αδένες/μύες. 2. ΓΡΑΜΜ. (για σύμφωνο) που αρθρώνεται στα χείλη (στη φωνητική της νέας ελληνικής τα π [p], μπ [b], μ [m], β [v], φ [f]): (κ. ως ουσ.) Άφωνα/ηχηρά ~ά. Βλ. δι~, χειλοδοντικός. ΣΥΝ. χειλεόφωνος [< γερμ.-γαλλ. labial]
56661χειλίτιδαχει-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των χειλιών. Βλ. γλωσσίτιδα, -ίτιδα. [< αγγλ. cheilitis, γαλλ. cheilite]
56662χειλοδοντικός, ή, ό χει-λο-δο-ντι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για φθόγγο) που αρθρώνεται από την επαφή του κάτω χείλους με την άνω οδοντοστοιχία (στη φωνητική της νέας ελληνικής τα β [v], φ [f]). Βλ. χειλικός. [< γερμ. labiodental]
56663χειλόποδαχει-λό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. κατηγορία εντόμων με πολλά πόδια. Βλ. αρθρόποδα, σαρανταποδαρούσα. [< αγγλ. chilopoda, γαλλ. chilopodes]
56664χείλος[χεῖλος] χεί-λος ουσ. (ουδ.) {χείλ-ους | -η, -έων} ΣΥΝ. χείλι 1. ΑΝΑΤ. πτυχή συνδετικού ιστού η οποία αποτελεί το άνω ή κάτω εξωτερικό άκρο της στοματικής κοιλότητας: διογκωμένο/σκισμένο ~. Το ~ της κάτω γνάθου. Αποτρίχωση άνω ~ους. Οι σιελογόνοι αδένες του ~ους. Έρπης/κυάνωση/πλαστική (των) ~έων. 2. ΑΝΑΤ. (γενικότ.) κάθε πτυχή συνδετικού ή άλλου ιστού η οποία συνιστά το άκρο ενός φυσικού ανοίγματος του σώματος: το ~ του βλεφάρου/του δωδεκαδακτύλου/των ούλων. Μεγάλα/μικρά ~η του αιδοίου.|| Συγκράτηση των ~έων της τομής (κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης).|| Έξω/έσω ~ του ποδιού. Πρόσθιο ~ της κνήμης (πβ. αντικνήμιο). 3. (μτφ.) άκρο εδαφικού σχηματισμού ή κοίλης επιφάνειας: το ~ της καλντέρας/του φαραγγιού. Μοναστήρι χτισμένο στο ~ της χαράδρας. Πβ. άκρη.|| Το ~ της λίμνης/του ποταμού/του ρέματος.|| Το ~ του βάζου/φλιτζανιού. 4. ΒΟΤ. (σπάν.) καθένα από τα δύο μέρη στα οποία χωρίζεται το άνθος των χειλανθών. ● χείλη (τα) (γενικότ.): (συνήθ. για γυναίκα) αισθησιακά/βαμμένα/κόκκινα/λεπτά/μισάνοιχτα/σαρκώδη/σκασμένα/φλογισμένα ~. ~ για φίλημα. Σκουλαρίκι στα ~. Απλώνω κραγιόν στα ~. Τη φίλησε στα ~ (= στο στόμα). Έσμιξαν τα ~ τους. Διαβάζω τα ~ (: κατανοώ τι λέει κάποιος μέσω της παρατήρησης των κινήσεων των χειλιών του). ● ΣΥΜΠΛ.: επίσημα χείλη βλ. επίσημος ● ΦΡ.: άλαλα τα χείλη των ασεβών (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. για κάποιον που μένει άναυδος., από τα χείλη/διά χειλέων κάποιου: από το στόμα κάποιου επισήμου και γενικότ. από τον ίδιο: ανακοίνωση/διάψευση ~ ~ των αρμοδίων/του κυβερνητικού εκπροσώπου., στο χείλος (+ γεν.): ένα βήμα πριν την εκδήλωση ανεπιθύμητης κατάστασης· σε κρίσιμο, οριακό σημείο, στα πρόθυρα: Ακροβατούν/είναι ~ του διαζυγίου/της κατάρρευσης. Είδη ζώων που βρίσκονται ~ ~ της εξαφάνισης. Οι σπατάλες τον έφεραν ~ ~ της χρεοκοπίας., δαγκώνω τα χείλια (μου)/τα χείλη (μου) βλ. δαγκώνω, κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου βλ. κρέμομαι, στο χείλος του γκρεμού/της αβύσσου/της καταστροφής βλ. γκρεμός, σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη βλ. σφίγγω, του έψησε/του έχει ψήσει το ψάρι στα χείλη βλ. ψάρι [< αρχ. χεῖλος]
56665χειλούχει-λού ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. σαρκοφάγο ψάρι (επιστ. ονομασ. Labrus bergylta) με μεγάλα χείλια, κοκκινωπές και άσπρες κηλίδες και ραχιαίο πτερύγιο. Βλ. λαβράκι.
56666χειλόφωνος, η, ο βλ. χειλεόφωνος
56667χειμαδιόχει-μα-διό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πεδινός τόπος με ήπιο κλίμα, όπου μεταφέρουν οι βοσκοί τα ζώα τους, για να ξεχειμωνιάσουν· συνεκδ. ξεχειμώνιασμα: καμπίσια ~ιά.|| Κατέβαζαν τα κοπάδια τους για ~ στα πεδινά. Πβ. διαχείμαση. [< μεσν. χειμαδείον]
56668χειμάζομαιχει-μά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {χειμαζ-όμενος} (λόγ.): βασανίζομαι, δοκιμάζομαι, ταλαιπωρούμαι: Η χώρα ~εται από την ανεργία. ~όμενη: οικονομία. ~όμενες: επιχειρήσεις. Βοήθεια στα ~όμενα λαϊκά στρώματα (= που υποφέρουν). [< αρχ. χειμάζομαι]
56669χειμαρρικός, ή, ό χει-μαρ-ρι-κός επίθ.: ΓΕΩΜΟΡΦ. που σχετίζεται με τον χείμαρρο: ~ά: φαινόμενα. Το ~ό δυναμικό μιας περιοχής/περιβάλλον (του ποταμού).
56670χείμαρροςχεί-μαρ-ρος ουσ. (αρσ.) {χειμάρρ-ου | -ων, -ους} & (εσφαλμ.) χείμαρος 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. υδάτινη μάζα που ρέει συνήθ. με ορμή σε μικρό φυσικό κανάλι: άγριος/καταστροφικός ~. Η εκβολή/η κοίτη (βλ. λιμνοδεξαμενή)/η λεκάνη απορροής/τα νερά/οι όχθες/τα πρανή του ~ου. Εκτροπή/υπερχείλιση ~ου. (ως αντιπλημμυρικά έργα:) Διευθέτηση/εγκιβωτισμός/επιχωμάτωση/κάλυψη/μπάζωμα/οριοθέτηση ~ου. Ρυάκι που έγινε ~. Πβ. ρέμα, υδατόρευμα. Βλ. αερο~, αλλούβια, εσωτερικά ύδατα, καταρράκτης, νεροσυρμή, ρεματιά, φερτές ύλες.|| (μτφ.) Ο ξανθός/πλούσιος ~ των μαλλιών της. Η οργή του ξεχύθηκε σαν ~ που σαρώνει τα πάντα. 2. (μτφ.) αδιάκοπη διαδοχή συνήθ. αρνητικών στοιχείων· πληθώρα: Ακολούθησε/μας κατέκλυσε/ξέσπασε ένας ~ αποκαλύψεων/πληροφοριών. Πβ. βροχή, θύελλα, καταιγίδα, κατακλυσμός, ομοβροντία, ορυμαγδός, οχετός, χιονοστιβάδα.|| ~ δακρύων Πβ. κρουνός, ποταμός.|| (για πρόσ.) Είναι ~ γνώσεων. 3. (μτφ.) για πρόσωπο ή κατ' επέκτ. για λόγο που καταφέρεται με μεγάλη δριμύτητα και ευχέρεια εναντίον κάποιου: Υπήρξε πραγματικός/σωστός ~ κατά των επικριτών του.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Απολογισμός/άρθρο/ομολογία-~ (= καταπέλτης). [< 1: αρχ. χείμαρρος 2,3: γαλλ. torrent]
56671χειμαρρώδης, ης, ες χει-μαρ-ρώ-δης επίθ. {χειμαρρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) που διατυπώνει τις απόψεις του με μεγάλη ευχέρεια λόγου, καταιγιστικό τρόπο και συνήθ. δριμύ ύφος: ~ης: πολιτικός/συγγραφέας. Υπήρξε ~ στην απολογία/στις δηλώσεις του. Βλ. ασυγκράτητος, εκρηκτ-, πληθωρ-ικός.|| (κατ' επέκτ.) ~ης: ομιλία/συνέντευξη. ~ες: κείμενο. Βλ. ακατάσχετος. 2. (μτφ.) ορμητικός, σφοδρός: ~η: συναισθήματα. 3. (σπάν.) που σχετίζεται με τον χείμαρρο: ~η: νερά. Βλ. -ώδης. [< μτγν. χειμαρρώδης 'όμοιος με χείμαρρο' 1,2: γαλλ. torrentiel]
56672χειμερινός, ή, ό χει-με-ρι-νός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον χειμώνα, προορίζεται γι΄αυτόν ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά του: ~ός: εξοπλισμός/κύκλος μαθημάτων/τουρισμός. ~ή: αναρρίχηση (βλ. αλπινισμός)/εξεταστική/κατοικία/κολεξιόν/περίοδος/σεζόν. ~ό: ηλιοστάσιο/πρωτάθλημα/σινεμά/ωράριο (καταστημάτων). ~οί: μήνες/προορισμοί. ~ές: δραστηριότητες/εκδηλώσεις/εκδρομές/εκπτώσεις/εξορμήσεις/(κινηματογραφικές) προβολές. ~ά: αθλήματα ή σπορ (: λουτζ, σκι, σνόουμπορντ)/δρομολόγια/ελαστικά/θέρετρα/μαθήματα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. ρούχα). ΣΥΝ. χειμωνιάτικος ΑΝΤ. θερινός ● ΣΥΜΠΛ.: χειμερινή ώρα: που τίθεται σε ισχύ από τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Οκτωβρίου μέχρι τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Μαρτίου. Βλ. θερινή ώρα., χειμερινό εξάμηνο: χρονική υποδιαίρεση του πανεπιστημιακού έτους, που εκτείνεται περ. από τον Σεπτέμβριο μέχρι και τον Ιανουάριο. Βλ. εαρινό εξάμηνο., χειμερινός κολυμβητής: ερασιτέχνης κολυμβητής ο οποίος συνεχίζει τα μπάνια και μετά το τέλος του καλοκαιριού. || (κατ' επέκτ.) ~ή: κολύμβηση. ~ό: κολύμπι., χειμερία νάρκη βλ. χειμέριος, Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός [< αρχ. χειμερινός]
56673χειμέριος, α, ο χει-μέ-ρι-ος επίθ. {λόγ. θηλ. χειμερία} (επιστ.): που συμβαίνει κατά τη διάρκεια του χειμώνα: ~ο: κύμα (βλ. αιγιαλός). Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: χειμερία νάρκη & χειμερινή νάρκη & (σπάν.) χειμέριος ύπνος/λήθαργος: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. κατάσταση ύπνου στην οποία περιέρχονται ορισμένα ζώα τον χειμώνα, για να αντεπεξέλθουν στις χαμηλές θερμοκρασίες· χαρακτηρίζεται από μείωση της θερμοκρασίας του σώματος, του μεταβολικού ρυθμού και των ρυθμών της καρδιάς και της αναπνοής: Η αρκούδα/η μαρμότα/ο σκαντζόχοιρος/ο τρίτωνας πέφτει σε ~ ~. Βλ. διάπαυση, θερινή νάρκη, φαινολογία.|| (μτφ.) Χώρα που βρίσκεται σε ~ ~ (= αδράνεια, στασιμότητα). [< γαλλ.-αγγλ. hibernation] [< αρχ. χειμέριος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.