Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57140-57160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56674χειμωνανθόςχει-μω-ναν-θός ουσ. (αρσ.) & χειμώνανθος: ΒΟΤ. θάμνος από την Κίνα (επιστ. ονομασ. Chimonanthus praecox), ανθεκτικός στο κρύο, με κιτρινωπά αρωματικά άνθη· συνεκδ. το λουλούδι του συγκεκριμένου φυτού ή γενικότ. κάθε χειμωνιάτικο λουλούδι. [< πβ. αγγλ. chimonanthus]
56675χειμώναςχει-μώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. εποχή του έτους ανάμεσα στο χειμερινό ηλιοστάσιο και την εαρινή ισημερία για το Β. Ημισφαίριο, η οποία περιλαμβάνει τους μήνες Δεκέμβριο, Ιανουάριο και Φεβρουάριο και χαρακτηρίζεται από χαμηλές θερμοκρασίες: βαρύς (βλ. βαρυχειμωνιά)/βροχερός/δριμύς/δύσκολος/ήπιος/μακρύς/παγερός/πολικός/ψυχρός ~. ~ με βροχές/χιόνια. Άφιξη/έλευση/ερχομός του ~α. Τις κρύες νύχτες του ~α. Στην καρδιά του ~α (πβ. κατα-, μεσο-χείμωνο). Τα αθλήματα (= χειμερινά)/ρούχα (= χειμωνιάτικα) του ~α. Έπιασε/πλάκωσε ~ (= χειμώνιασε). Βλ. διαχειμάζω, ξεχειμωνιάζω. 2. (μτφ.) περίοδος δυσκολιών, παρακμής ή άσχημης ψυχολογικής διάθεσης: οικονομικός/πολιτικός ~.|| (λογοτ.) Ο ~ της ζωής (: τα γηρατειά). 3. {στον πληθ.} (σπάν., για δήλωση μεγάλης ηλικίας) έτος, χρόνος: Βλ. ... Μαΐων. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνικός χειμώνας: ΟΙΚΟΛ. κλιματική κατάσταση που θα επικρατήσει στη Γη μετά από πιθανή πυρηνική σύρραξη, εξαιτίας της απελευθέρωσης μεγάλων ποσοτήτων σκόνης στην ατμόσφαιρα. [< αγγλ. nuclear winter, 1983] ● ΦΡ.: πόρτα για τον χειμώνα (μειωτ.): για πρόσωπο στο οποίο ξέρει κάποιος ότι μπορεί να καταφύγει, όταν υπάρχει ανάγκη: Ψάχνει να βρει/πιάσει ~ ~. Τι να σε κάνω; Να σ' έχω ~ ~; Πβ. καβάτζα., χειμώνα-καλοκαίρι: όλο τον χρόνο, πάντα: ιδανικό κλίμα ~ ~. Το κατάστημα λειτουργεί ~ ~. Βλ. πρωί βράδυ., από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα βλ. Μάρτης, θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι βλ. λύκος, καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας βλ. καλοκαιρία, πρωταθλητής/πρωταθλήτρια χειμώνα βλ. πρωταθλητής, πρωταθλήτρια, χειμώνα/καλοκαίρι καιρό βλ. καιρός [< μεσν. χειμώνας]
56676χειμωνιάχει-μω-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χειμώνας· κατ' επέκτ. χειμωνιάτικος καιρός. Πβ. καταχείμωνο, ψύχος. Βλ. βαρυ~, κακοκαιρία, ψύχρα.
56677χειμωνιάζειχει-μω-νιά-ζει ρ. (αμτβ.) {χειμώνιασε} (προφ.): ξεκινά ο χειμώνας και κατ΄επέκτ. τα καιρικά φαινόμενα που τον χαρακτηρίζουν: ~σε και κάνει κρύο. Δεν λέει να ~σει ακόμα. Βλ. καλοκαιρ-, φθινοπωρ-ιάζει.
56678χειμώνιασμαχει-μώ-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σταδιακή έλευση, έναρξη του χειμώνα και των χαμηλών θερμοκρασιών.
56679χειμωνιάτικος, η, ο χει-μω-νιά-τι-κος επίθ. (προφ.): χειμερινός: ~ος: βοριάς/ήλιος/καιρός/ουρανός. ~η: παγωνιά/σούπα. ~ο: ντύσιμο/πρωινό/τοπίο. ~ες: βραδιές/βροχές/λιακάδες. ~α: λαχανικά/λουλούδια/μπάνια (στη θάλασσα). Βλ. -ιάτικος. ΑΝΤ. καλοκαιριάτικος ● Ουσ.: χειμωνιάτικα (τα): ζεστά ρούχα κατάλληλα για να φορεθούν τη χειμερινή περίοδο: Βγήκαν τα ~ στις βιτρίνες/στα καταστήματα. ● επίρρ.: χειμωνιάτικα 1. μες στο χειμώνα: Θα πας για μπάνιο στη θάλασσα ~; 2. με χειμωνιάτικα ρούχα: Ντύνομαι ~.
56681χειρ-βλ. χειρο-.
56682χειραγώγησηχει-ρα-γώ-γη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χειραγωγώ: γλωσσική/ιδεολογική/κομματική/πνευματική/πολιτική (βλ. δημαγωγία, λαϊκισμός, προπαγάνδα)/ψυχολογική ~. ~ της ενημέρωσης/κοινής γνώμης (από τα ΜΜΕ)/της σκέψης. Πβ. εξανδραποδισμός, επηρεασμός, καναλιζ-, πατρον-άρισμα, καπέλωμα, κηδεμονία, χαλιναγώγηση.|| ~ των ειδήσεων (: αλλοίωση, διαστρέβλωση, παραποίηση).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της αγοράς/των τιμών (των μετοχών)/του Χρηματιστηρίου. ΣΥΝ. ποδηγέτηση [< μεσν. χειραγώγησις, γαλλ.-αγγλ. manipulation]
56683χειραγωγήσιμος, η, ο χει-ρα-γω-γή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να χειραγωγηθεί: εύπιστο και ~ο αγοραστικό κοινό/εργατικό δυναμικό. [< αγγλ. manipulable, γαλλ. ~, 1907]
56684χειραγωγίαχει-ρα-γω-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χειραγώγηση. [< μτγν. χειραγωγία ‘καθοδήγηση’]
56685χειραγωγικός, ή, ό χει-ρα-γω-γι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χειραγωγεί: ~οί: μηχανισμοί. ΑΝΤ. χειραφετικός [< μεσν. χειραγωγικός 'καθοδηγητικός΄, αγγλ. manipulative]
56686χειραγωγόςχει-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) αυτός που χειραγωγεί: ~οί της κοινής γνώμης.|| (σπάν. θετ. συνυποδ.) Στάθηκε πολύτιμος ~ (: καθοδηγητής). 2. (επίσ.) σχοινί στήριξης συνήθ. στη γέφυρα ή σε σκάλα πλοίου, που λειτουργεί ως χειρολαβή. Βλ. κουπαστή. [< 1: μτγν. χειραγωγός 'αυτός που οδηγεί από το χέρι, οδηγός']
56687χειραγωγώ[χειραγωγῶ] χει-ρα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {χειραγωγ-εί, -ώντας | χειραγώγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): επηρεάζω, διαμορφώνω, κατευθύνω τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς μιας ομάδας ατόμων ή την εξέλιξη μιας κατάστασης με στόχο την εξυπηρέτηση των προσωπικών μου συμφερόντων: Διαφημίσεις που ~ούν το καταναλωτικό κοινό. Προσπάθειες να ~ηθεί η Δικαιοσύνη. ~ούμενοι: πολίτες (βλ. σαν τα πρόβατα, υπηρέτης, υποχείριος). ~ημένη (από τα ΜΜΕ) κοινή γνώμη. ~ημένοι: αγώνες (= στημένοι). Πβ. εξανδραποδίζω, καθυποτάσσω, καναλιζάρω, καπελώνω, κηδεμονεύω, μανουβράρω, πατρονάρω, χαλιναγωγώ. ΑΝΤ. χειραφετώ.|| Καρτέλ/κερδοσκόποι που ~ούν την αγορά.|| ~ήθηκαν τα αποτελέσματα (: αλλοιώθηκαν, διαστρεβλώθηκαν, παραποιήθηκαν). ΣΥΝ. μανιπουλάρω, ποδηγετώ [< μτγν. χειραγωγῶ ‘οδηγώ κρατώντας από το χέρι, κατευθύνω’, γαλλ. manipuler]
56688χειράμαξαχει-ρά-μα-ξα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. καρότσι μεταφοράς ελαφρών φορτίων: ~ες αποσκευών/οικοδομικών υλικών. ~ες διακίνησης εμπορευμάτων. [< μτγν. χειράμαξα]
56689χειραντλίαχει-ρα-ντλί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. χειροκίνητη αντλία: ~ες αφρού (της Πυροσβεστικής). [< γαλλ. pompe à bras]
56690χειραποσκευήχει-ρα-πο-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αποσκευή μικρού βάρους, η οποία μεταφέρεται εύκολα με τα χέρια και την οποία επιτρέπεται να έχει μαζί του ο επιβάτης κατά τη διάρκεια ταξιδιού με μέσο μαζικής μεταφοράς, συνήθ. αεροπλάνο: έλεγχος ~ών (βλ. ακτινοσκόπηση). [< αγγλ. hand-luggage]
56691χειραπτικός, ή, ό χει-ρα-πτι-κός επίθ.: ΠΑΙΔΑΓ. που αγγίζεται με το χέρι: ~ό: υλικό. ~ά: εργαλεία/μέσα (π.χ. γεωμετρικά όργανα, πίνακες).
56692χειραφεσία

χει-ρα-φε-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. απαλλαγή από τη γονική κηδεμονία: ~ ανηλίκου. [< μεσν. χειραφεσία]

56693χειραφέτησηχει-ρα-φέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χειραφετώ: εθνική/ιδεολογική/πολιτική/σεξουαλική ~. ~ της γυναίκας από τον άνδρα (βλ. φεμινισμός)/των νέων από την οικογένεια/του πνεύματος από τις προκαταλήψεις (βλ. νεωτερικότητα). Πβ. ανεξαρτητοποίηση, απελευθέρωση, αποδέσμευση, αυτονόμηση. ΑΝΤ. χειραγώγηση [< γαλλ. émancipation]
3766χειραφέτηση

[ἀνεξαρτητοποίηση] α-νε-ξαρ-τη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ανεξαρτοποίηση: διαδικασία απόκτησης ανεξαρτησίας και ιδ. το αντίστοιχο αποτέλεσμα: οικονομική ~. Τάσεις ~ης. Η ~ του παιδιού από τους γονείς του/ενός τμήματος από μια σχολή. Αγώνας για την ~ μιας χώρας (= ανεξαρτησία, απελευθέρωση). ~ των γυναικών (= χειραφέτηση). Αποχωρήσεις και ~ήσεις βουλευτών. Πβ. αυτονόμηση. Βλ. -ποίηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.