Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57140-57160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56667χειμαδιόχει-μα-διό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πεδινός τόπος με ήπιο κλίμα, όπου μεταφέρουν οι βοσκοί τα ζώα τους, για να ξεχειμωνιάσουν· συνεκδ. ξεχειμώνιασμα: καμπίσια ~ιά.|| Κατέβαζαν τα κοπάδια τους για ~ στα πεδινά. Πβ. διαχείμαση. [< μεσν. χειμαδείον]
56668χειμάζομαιχει-μά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {χειμαζ-όμενος} (λόγ.): βασανίζομαι, δοκιμάζομαι, ταλαιπωρούμαι: Η χώρα ~εται από την ανεργία. ~όμενη: οικονομία. ~όμενες: επιχειρήσεις. Βοήθεια στα ~όμενα λαϊκά στρώματα (= που υποφέρουν). [< αρχ. χειμάζομαι]
56669χειμαρρικός, ή, ό χει-μαρ-ρι-κός επίθ.: ΓΕΩΜΟΡΦ. που σχετίζεται με τον χείμαρρο: ~ά: φαινόμενα. Το ~ό δυναμικό μιας περιοχής/περιβάλλον (του ποταμού).
56670χείμαρροςχεί-μαρ-ρος ουσ. (αρσ.) {χειμάρρ-ου | -ων, -ους} & (εσφαλμ.) χείμαρος 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. υδάτινη μάζα που ρέει συνήθ. με ορμή σε μικρό φυσικό κανάλι: άγριος/καταστροφικός ~. Η εκβολή/η κοίτη (βλ. λιμνοδεξαμενή)/η λεκάνη απορροής/τα νερά/οι όχθες/τα πρανή του ~ου. Εκτροπή/υπερχείλιση ~ου. (ως αντιπλημμυρικά έργα:) Διευθέτηση/εγκιβωτισμός/επιχωμάτωση/κάλυψη/μπάζωμα/οριοθέτηση ~ου. Ρυάκι που έγινε ~. Πβ. ρέμα, υδατόρευμα. Βλ. αερο~, αλλούβια, εσωτερικά ύδατα, καταρράκτης, νεροσυρμή, ρεματιά, φερτές ύλες.|| (μτφ.) Ο ξανθός/πλούσιος ~ των μαλλιών της. Η οργή του ξεχύθηκε σαν ~ που σαρώνει τα πάντα. 2. (μτφ.) αδιάκοπη διαδοχή συνήθ. αρνητικών στοιχείων· πληθώρα: Ακολούθησε/μας κατέκλυσε/ξέσπασε ένας ~ αποκαλύψεων/πληροφοριών. Πβ. βροχή, θύελλα, καταιγίδα, κατακλυσμός, ομοβροντία, ορυμαγδός, οχετός, χιονοστιβάδα.|| ~ δακρύων Πβ. κρουνός, ποταμός.|| (για πρόσ.) Είναι ~ γνώσεων. 3. (μτφ.) για πρόσωπο ή κατ' επέκτ. για λόγο που καταφέρεται με μεγάλη δριμύτητα και ευχέρεια εναντίον κάποιου: Υπήρξε πραγματικός/σωστός ~ κατά των επικριτών του.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Απολογισμός/άρθρο/ομολογία-~ (= καταπέλτης). [< 1: αρχ. χείμαρρος 2,3: γαλλ. torrent]
56671χειμαρρώδης, ης, ες χει-μαρ-ρώ-δης επίθ. {χειμαρρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) που διατυπώνει τις απόψεις του με μεγάλη ευχέρεια λόγου, καταιγιστικό τρόπο και συνήθ. δριμύ ύφος: ~ης: πολιτικός/συγγραφέας. Υπήρξε ~ στην απολογία/στις δηλώσεις του. Βλ. ασυγκράτητος, εκρηκτ-, πληθωρ-ικός.|| (κατ' επέκτ.) ~ης: ομιλία/συνέντευξη. ~ες: κείμενο. Βλ. ακατάσχετος. 2. (μτφ.) ορμητικός, σφοδρός: ~η: συναισθήματα. 3. (σπάν.) που σχετίζεται με τον χείμαρρο: ~η: νερά. Βλ. -ώδης. [< μτγν. χειμαρρώδης 'όμοιος με χείμαρρο' 1,2: γαλλ. torrentiel]
56672χειμερινός, ή, ό χει-με-ρι-νός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον χειμώνα, προορίζεται γι΄αυτόν ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά του: ~ός: εξοπλισμός/κύκλος μαθημάτων/τουρισμός. ~ή: αναρρίχηση (βλ. αλπινισμός)/εξεταστική/κατοικία/κολεξιόν/περίοδος/σεζόν. ~ό: ηλιοστάσιο/πρωτάθλημα/σινεμά/ωράριο (καταστημάτων). ~οί: μήνες/προορισμοί. ~ές: δραστηριότητες/εκδηλώσεις/εκδρομές/εκπτώσεις/εξορμήσεις/(κινηματογραφικές) προβολές. ~ά: αθλήματα ή σπορ (: λουτζ, σκι, σνόουμπορντ)/δρομολόγια/ελαστικά/θέρετρα/μαθήματα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. ρούχα). ΣΥΝ. χειμωνιάτικος ΑΝΤ. θερινός ● ΣΥΜΠΛ.: χειμερινή ώρα: που τίθεται σε ισχύ από τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Οκτωβρίου μέχρι τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Μαρτίου. Βλ. θερινή ώρα., χειμερινό εξάμηνο: χρονική υποδιαίρεση του πανεπιστημιακού έτους, που εκτείνεται περ. από τον Σεπτέμβριο μέχρι και τον Ιανουάριο. Βλ. εαρινό εξάμηνο., χειμερινός κολυμβητής: ερασιτέχνης κολυμβητής ο οποίος συνεχίζει τα μπάνια και μετά το τέλος του καλοκαιριού. || (κατ' επέκτ.) ~ή: κολύμβηση. ~ό: κολύμπι., χειμερία νάρκη βλ. χειμέριος, Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός [< αρχ. χειμερινός]
56673χειμέριος, α, ο χει-μέ-ρι-ος επίθ. {λόγ. θηλ. χειμερία} (επιστ.): που συμβαίνει κατά τη διάρκεια του χειμώνα: ~ο: κύμα (βλ. αιγιαλός). Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: χειμερία νάρκη & χειμερινή νάρκη & (σπάν.) χειμέριος ύπνος/λήθαργος: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. κατάσταση ύπνου στην οποία περιέρχονται ορισμένα ζώα τον χειμώνα, για να αντεπεξέλθουν στις χαμηλές θερμοκρασίες· χαρακτηρίζεται από μείωση της θερμοκρασίας του σώματος, του μεταβολικού ρυθμού και των ρυθμών της καρδιάς και της αναπνοής: Η αρκούδα/η μαρμότα/ο σκαντζόχοιρος/ο τρίτωνας πέφτει σε ~ ~. Βλ. διάπαυση, θερινή νάρκη, φαινολογία.|| (μτφ.) Χώρα που βρίσκεται σε ~ ~ (= αδράνεια, στασιμότητα). [< γαλλ.-αγγλ. hibernation] [< αρχ. χειμέριος]
56674χειμωνανθόςχει-μω-ναν-θός ουσ. (αρσ.) & χειμώνανθος: ΒΟΤ. θάμνος από την Κίνα (επιστ. ονομασ. Chimonanthus praecox), ανθεκτικός στο κρύο, με κιτρινωπά αρωματικά άνθη· συνεκδ. το λουλούδι του συγκεκριμένου φυτού ή γενικότ. κάθε χειμωνιάτικο λουλούδι. [< πβ. αγγλ. chimonanthus]
56675χειμώναςχει-μώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. εποχή του έτους ανάμεσα στο χειμερινό ηλιοστάσιο και την εαρινή ισημερία για το Β. Ημισφαίριο, η οποία περιλαμβάνει τους μήνες Δεκέμβριο, Ιανουάριο και Φεβρουάριο και χαρακτηρίζεται από χαμηλές θερμοκρασίες: βαρύς (βλ. βαρυχειμωνιά)/βροχερός/δριμύς/δύσκολος/ήπιος/μακρύς/παγερός/πολικός/ψυχρός ~. ~ με βροχές/χιόνια. Άφιξη/έλευση/ερχομός του ~α. Τις κρύες νύχτες του ~α. Στην καρδιά του ~α (πβ. κατα-, μεσο-χείμωνο). Τα αθλήματα (= χειμερινά)/ρούχα (= χειμωνιάτικα) του ~α. Έπιασε/πλάκωσε ~ (= χειμώνιασε). Βλ. διαχειμάζω, ξεχειμωνιάζω. 2. (μτφ.) περίοδος δυσκολιών, παρακμής ή άσχημης ψυχολογικής διάθεσης: οικονομικός/πολιτικός ~.|| (λογοτ.) Ο ~ της ζωής (: τα γηρατειά). 3. {στον πληθ.} (σπάν., για δήλωση μεγάλης ηλικίας) έτος, χρόνος: Βλ. ... Μαΐων. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνικός χειμώνας: ΟΙΚΟΛ. κλιματική κατάσταση που θα επικρατήσει στη Γη μετά από πιθανή πυρηνική σύρραξη, εξαιτίας της απελευθέρωσης μεγάλων ποσοτήτων σκόνης στην ατμόσφαιρα. [< αγγλ. nuclear winter, 1983] ● ΦΡ.: πόρτα για τον χειμώνα (μειωτ.): για πρόσωπο στο οποίο ξέρει κάποιος ότι μπορεί να καταφύγει, όταν υπάρχει ανάγκη: Ψάχνει να βρει/πιάσει ~ ~. Τι να σε κάνω; Να σ' έχω ~ ~; Πβ. καβάτζα., χειμώνα-καλοκαίρι: όλο τον χρόνο, πάντα: ιδανικό κλίμα ~ ~. Το κατάστημα λειτουργεί ~ ~. Βλ. πρωί βράδυ., από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα βλ. Μάρτης, θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι βλ. λύκος, καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας βλ. καλοκαιρία, πρωταθλητής/πρωταθλήτρια χειμώνα βλ. πρωταθλητής, πρωταθλήτρια, χειμώνα/καλοκαίρι καιρό βλ. καιρός [< μεσν. χειμώνας]
56676χειμωνιάχει-μω-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χειμώνας· κατ' επέκτ. χειμωνιάτικος καιρός. Πβ. καταχείμωνο, ψύχος. Βλ. βαρυ~, κακοκαιρία, ψύχρα.
56677χειμωνιάζειχει-μω-νιά-ζει ρ. (αμτβ.) {χειμώνιασε} (προφ.): ξεκινά ο χειμώνας και κατ΄επέκτ. τα καιρικά φαινόμενα που τον χαρακτηρίζουν: ~σε και κάνει κρύο. Δεν λέει να ~σει ακόμα. Βλ. καλοκαιρ-, φθινοπωρ-ιάζει.
56678χειμώνιασμαχει-μώ-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σταδιακή έλευση, έναρξη του χειμώνα και των χαμηλών θερμοκρασιών.
56679χειμωνιάτικος, η, ο χει-μω-νιά-τι-κος επίθ. (προφ.): χειμερινός: ~ος: βοριάς/ήλιος/καιρός/ουρανός. ~η: παγωνιά/σούπα. ~ο: ντύσιμο/πρωινό/τοπίο. ~ες: βραδιές/βροχές/λιακάδες. ~α: λαχανικά/λουλούδια/μπάνια (στη θάλασσα). Βλ. -ιάτικος. ΑΝΤ. καλοκαιριάτικος ● Ουσ.: χειμωνιάτικα (τα): ζεστά ρούχα κατάλληλα για να φορεθούν τη χειμερινή περίοδο: Βγήκαν τα ~ στις βιτρίνες/στα καταστήματα. ● επίρρ.: χειμωνιάτικα 1. μες στο χειμώνα: Θα πας για μπάνιο στη θάλασσα ~; 2. με χειμωνιάτικα ρούχα: Ντύνομαι ~.
56681χειρ-βλ. χειρο-.
56682χειραγώγησηχει-ρα-γώ-γη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χειραγωγώ: γλωσσική/ιδεολογική/κομματική/πνευματική/πολιτική (βλ. δημαγωγία, λαϊκισμός, προπαγάνδα)/ψυχολογική ~. ~ της ενημέρωσης/κοινής γνώμης (από τα ΜΜΕ)/της σκέψης. Πβ. εξανδραποδισμός, επηρεασμός, καναλιζ-, πατρον-άρισμα, καπέλωμα, κηδεμονία, χαλιναγώγηση.|| ~ των ειδήσεων (: αλλοίωση, διαστρέβλωση, παραποίηση).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της αγοράς/των τιμών (των μετοχών)/του Χρηματιστηρίου. ΣΥΝ. ποδηγέτηση [< μεσν. χειραγώγησις, γαλλ.-αγγλ. manipulation]
56683χειραγωγήσιμος, η, ο χει-ρα-γω-γή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να χειραγωγηθεί: εύπιστο και ~ο αγοραστικό κοινό/εργατικό δυναμικό. [< αγγλ. manipulable, γαλλ. ~, 1907]
56684χειραγωγίαχει-ρα-γω-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χειραγώγηση. [< μτγν. χειραγωγία ‘καθοδήγηση’]
56685χειραγωγικός, ή, ό χει-ρα-γω-γι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χειραγωγεί: ~οί: μηχανισμοί. ΑΝΤ. χειραφετικός [< μεσν. χειραγωγικός 'καθοδηγητικός΄, αγγλ. manipulative]
56686χειραγωγόςχει-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) αυτός που χειραγωγεί: ~οί της κοινής γνώμης.|| (σπάν. θετ. συνυποδ.) Στάθηκε πολύτιμος ~ (: καθοδηγητής). 2. (επίσ.) σχοινί στήριξης συνήθ. στη γέφυρα ή σε σκάλα πλοίου, που λειτουργεί ως χειρολαβή. Βλ. κουπαστή. [< 1: μτγν. χειραγωγός 'αυτός που οδηγεί από το χέρι, οδηγός']
56687χειραγωγώ[χειραγωγῶ] χει-ρα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {χειραγωγ-εί, -ώντας | χειραγώγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): επηρεάζω, διαμορφώνω, κατευθύνω τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς μιας ομάδας ατόμων ή την εξέλιξη μιας κατάστασης με στόχο την εξυπηρέτηση των προσωπικών μου συμφερόντων: Διαφημίσεις που ~ούν το καταναλωτικό κοινό. Προσπάθειες να ~ηθεί η Δικαιοσύνη. ~ούμενοι: πολίτες (βλ. σαν τα πρόβατα, υπηρέτης, υποχείριος). ~ημένη (από τα ΜΜΕ) κοινή γνώμη. ~ημένοι: αγώνες (= στημένοι). Πβ. εξανδραποδίζω, καθυποτάσσω, καναλιζάρω, καπελώνω, κηδεμονεύω, μανουβράρω, πατρονάρω, χαλιναγωγώ. ΑΝΤ. χειραφετώ.|| Καρτέλ/κερδοσκόποι που ~ούν την αγορά.|| ~ήθηκαν τα αποτελέσματα (: αλλοιώθηκαν, διαστρεβλώθηκαν, παραποιήθηκαν). ΣΥΝ. μανιπουλάρω, ποδηγετώ [< μτγν. χειραγωγῶ ‘οδηγώ κρατώντας από το χέρι, κατευθύνω’, γαλλ. manipuler]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.