| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56688 | χειράμαξα | χει-ρά-μα-ξα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. καρότσι μεταφοράς ελαφρών φορτίων: ~ες αποσκευών/οικοδομικών υλικών. ~ες διακίνησης εμπορευμάτων. [< μτγν. χειράμαξα] | |
| 56689 | χειραντλία | χει-ρα-ντλί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. χειροκίνητη αντλία: ~ες αφρού (της Πυροσβεστικής). [< γαλλ. pompe à bras] | |
| 56690 | χειραποσκευή | χει-ρα-πο-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αποσκευή μικρού βάρους, η οποία μεταφέρεται εύκολα με τα χέρια και την οποία επιτρέπεται να έχει μαζί του ο επιβάτης κατά τη διάρκεια ταξιδιού με μέσο μαζικής μεταφοράς, συνήθ. αεροπλάνο: έλεγχος ~ών (βλ. ακτινοσκόπηση). [< αγγλ. hand-luggage] | |
| 56691 | χειραπτικός | , ή, ό χει-ρα-πτι-κός επίθ.: ΠΑΙΔΑΓ. που αγγίζεται με το χέρι: ~ό: υλικό. ~ά: εργαλεία/μέσα (π.χ. γεωμετρικά όργανα, πίνακες). | |
| 56692 | χειραφεσία | χει-ρα-φε-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. απαλλαγή από τη γονική κηδεμονία: ~ ανηλίκου. [< μεσν. χειραφεσία] | |
| 56693 | χειραφέτηση | χει-ρα-φέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χειραφετώ: εθνική/ιδεολογική/πολιτική/σεξουαλική ~. ~ της γυναίκας από τον άνδρα (βλ. φεμινισμός)/των νέων από την οικογένεια/του πνεύματος από τις προκαταλήψεις (βλ. νεωτερικότητα). Πβ. ανεξαρτητοποίηση, απελευθέρωση, αποδέσμευση, αυτονόμηση. ΑΝΤ. χειραγώγηση [< γαλλ. émancipation] | |
| 3766 | χειραφέτηση | [ἀνεξαρτητοποίηση] α-νε-ξαρ-τη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ανεξαρτοποίηση: διαδικασία απόκτησης ανεξαρτησίας και ιδ. το αντίστοιχο αποτέλεσμα: οικονομική ~. Τάσεις ~ης. Η ~ του παιδιού από τους γονείς του/ενός τμήματος από μια σχολή. Αγώνας για την ~ μιας χώρας (= ανεξαρτησία, απελευθέρωση). ~ των γυναικών (= χειραφέτηση). Αποχωρήσεις και ~ήσεις βουλευτών. Πβ. αυτονόμηση. Βλ. -ποίηση. | |
| 56694 | χειραφετικός | , ή, ό χει-ρα-φε-τι-κός επίθ. & (σπάν.) χειραφετητικός (επιστ.): που αποβλέπει στη χειραφέτηση: ~ή: εκπαίδευση/παιδαγωγική. ΑΝΤ. χειραγωγικός [< γαλλ. émancipateur] | |
| 56695 | χειραφετώ | [χειραφετῶ] χει-ρα-φε-τώ ρ. (μτβ.) {χειραφετ-εί, -ώντας | χειραφέτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): επανακτώ την ελευθερία μου από οποιασδήποτε μορφής ελέγχο ή καταπίεση που μου ασκείται ή γενικότ. από περιορισμούς που οφείλονται σε ηθικές ή κοινωνικές συμβάσεις: Προσπάθειες να ~ηθεί (: ανεξαρτητοποιηθεί, απελευθερωθεί, αυτονομηθεί) η γυναίκα από τον άνδρα. ~ημένοι: πολίτες.|| (σπάν. στην ενεργ. φωνή) Αγωνίζονται να ~ήσουν (= αποδεσμεύσουν) την εκπαίδευση από κάθε πολιτική επιρροή. Βλ. ποδηγετώ, χαλιναγωγώ. ΑΝΤ. χειραγωγώ [< μεσν. χειραφετώ, γαλλ. émanciper] | |
| 56696 | χειραψία | χει-ρα-ψί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μεταξύ δύο ατόμων) σφίξιμο και ελαφρύ κούνημα κυρ. των δεξιών άκρων χεριών για χαιρετισμό ή επισφράγιση συμφωνίας: δυνατή/θερμή/ιστορική/συμβολική/ψυχρή ~. ~ ανάμεσα στους δύο Υπουργούς. ~ες και αγκαλιές/συστάσεις/φιλιά. Ανταλλάσσω ~ες με τους καλεσμένους. Αποχαιρετώ/συγχαίρω/υποδέχομαι κάποιον διά ~ας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΗΛΕΠ. ανταλλαγή μηνυμάτων ή δεδομένων μεταξύ δύο συστημάτων, που συμβάλλει στη σύνδεση ή τον συγχρονισμό τους. [< 1: μτγν. χειραψία ‘συμπλοκή, μάχη σώμα με σώμα (στην πάλη), εντριβή, προσεκτικός χειρισμός (στις εγχειρήσεις)’, γερμ. Händedruck 2: αγγλ. handshake, 1966] | |
| 56697 | χειριδωτός | , ή, ό χει-ρι-δω-τός επίθ. (σπάν.-αρχαιοπρ.): (για ένδυμα) που έχει μανίκια: ποδήρης ~ χιτώνας. [< αρχ. χειριδωτός] | |
| 56698 | χειρίζομαι | χει-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {χειρί-στηκα, -στεί, χειριζ-όμενος} 1. θέτω σε λειτουργία και χρησιμοποιώ μηχανική διάταξη ή εργαλείο, μέσω κινήσεων που εκτελώ με τα χέρια και συνήθ. με τη χρήση τεχνικών μέσων: ~ με άνεση/ευκολία την κάμερα/το πληκτρολόγιο. ~εται άριστα το νυστέρι.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ικανοποιητικά/στοιχειωδώς το διαδίκτυο/τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. 2. διαχειρίζομαι: ~ έγγραφα/παραγγελίες/προσωπικά δεδομένα/τραπεζικούς λογαριασμούς/χρήματα. Ο τρόπος που ~εται τα οικονομικά/τη δημόσια εικόνα του είναι επιζήμιος.|| ~εται με ευχέρεια τον γραπτό/προφορικό λόγο.|| (για υπολογιστή) Το πρόγραμμα ~εται (= επεξεργάζεται) τα δεδομένα. Βλ. μετα~. 3. αντιμετωπίζω, διευθετώ, ρυθμίζω ένα ζήτημα: Ξέρω (πώς) να ~ τέτοιες καταστάσεις. Επιτροπή που ~εται τις διαπραγματεύσεις/διεθνείς σχέσεις. ~στηκε την υπόθεση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Θα το ~στώ αυτοπροσώπως το πρόβλημα. Πβ. κουμαντάρω. [< μτγν. χειρίζω ‘εγχειρίζω, διαχειρίζομαι, διοικώ’] | |
| 56699 | χειρίσιμος | , η, ο χει-ρί-σι-μος επίθ. (λόγ.): διαχειρίσιμος. | |
| 56700 | χειρισμός | χει-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χειρίζομαι: ~ αεροπλάνου/οχήματος/πηδαλίου. Οδηγίες/τρόπος ~ού κάμερας. Με απότομο ~ό του τιμονιού έστριψε δεξιά (βλ. μανούβρα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ικανότητα/μάθηση/πιστοποίηση ~ού υπολογιστή. Εξοικείωση στον ~ό βάσης δεδομένων. Βλ. -ισμός. 2. διαχείριση: λογιστικός ~ (εσόδων). ~ αποθεματικού/λογαριασμού. (Ιατρικοί) ~οί ασθενών.|| Ορθός ~ του χρόνου.|| (Άνετος/εξαίρετος) ~ του (γραπτού/προφορικού) λόγου. Πβ. χρήση.|| (ΠΛΗΡΟΦ., επεξεργασία :) Γλώσσα ~ού δεδομένων. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) τρόπος δράσης για την αντιμετώπιση ή διευθέτηση ενός ζητήματος: αδυναμία/τρόπος ~ού δυσκολιών. Αδέξιοι/ακριβείς/προσεκτικοί ~οί. Η κατάσταση απαιτεί/χρειάζεται επιδέξιους/λεπτούς ~ούς. Έκαναν βεβιασμένους ~ούς. Σύγχυση που οφείλεται σε άστοχους ~ούς. 4. {συνήθ. στον πληθ.} κίνηση που εκτελείται με τα χέρια, συνήθ. και με τη χρήση τεχνικών μέσων, προς αποπεράτωση ενός έργου: ~οί αγκυροβολίας/πρόσδεσης στο λιμάνι/σχοινιών. Βλάβη που οφείλεται σε/προέρχεται από απρόσεκτο/λάθος ~ό.|| (ΙΑΤΡ.) (Θεραπευτικοί/χειρουργικοί) ~οί στο δωδεκαδάκτυλο/(αναπνευστικό) σύστημα/στόμα. ● ΣΥΜΠΛ.: µοχλός χειρισµού βλ. μοχλός [< αρχ. χειρισμός, γαλλ.-αγγλ. manipulation] | |
| 56701 | χειριστήριο | χει-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό σύστημα για τον έλεγχο ηλεκτρικής συσκευής: ασύρματο/ενσύρματο ~. ~ αφής/τριών πλήκτρων. ~ κίνησης/οδήγησης/πλοήγησης/πολλαπλών λειτουργιών. ~ τηλεκατευθυνόμενου. ~α για παιχνίδια στον υπολογιστή (πβ. τζόιστικ). Πβ. κοντρόλ, μοχλός χειρισμού. Βλ. τηλε~. [< γαλλ. manipulateur] | |
| 56702 | χειριστής | χει-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χειρίστρια} 1. ειδικός που χειρίζεται μηχανισμό ή μηχάνημα: ~ ανελκυστήρα/τηλεφωνικού κέντρου.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ ασυρμάτου. ~ (μαχητικού) αεροσκάφους (= πιλότος). 2. αυτός που διευθετεί, διαχειρίζεται· που χρησιμοποιεί: ~ διακρατικών σχέσεων/λογαριασμού/μετοχών (: διαχειριστής). (σπάν. ΠΛΗΡΟΦ., αντμινιστρέιτορ :) Ο ~ και συντονιστής της ιστοσελίδας/του φόρουμ.|| Δεινός/επιδέξιος ~ της Ελληνικής/του λόγου (: γνώστης, κάτοχος). Άριστος ~ της μπάλας.|| (ΠΛΗΡΟΦ., χρήστης) Ο ~ ενός προγράμματος. 3. ΠΛΗΡΟΦ. {μόνο στο αρσ.} πρόγραμμα το οποίο εκτελεί συγκεκριμένη λειτουργία: ~ αρχείου/σήματος/συστήματος/σφαλμάτων. [< πβ. μτγν. χειριστής 'διοικητής', γαλλ. manipulateur 3: αγγλ. handler] | |
| 56703 | χειριστικός | , ή, ό χει-ρι-στι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΟΛ. που προσπαθεί με διάφορους τρόπους να επιβάλλεται στους άλλους, να προκαλεί την προσοχή τους και να ικανοποιεί τις επιθυμίες του: ~ός: τύπος. ~ό: παιδί.|| (κατ' επέκτ.) ~η: συμπεριφορά. 2. που σχετίζεται με τον χειρισμό: ~ός: έλεγχος/μηχανισμός. ~ό: εργαλείο. Τεχνικά και ~ά θέματα. Βλ. δια~. [< 1: αγγλ. manipulative 2: πβ. μτγν. χειριστικός ‘εγγεγραμμένος σε κατάλογο’] | |
| 56704 | χείριστος | , η, ο χεί-ρι-στος επίθ. {χειρίστ-ου | -ων, -ους | κ. (λόγ.) θηλ. χειρίστη} (λόγ.): ο χειρότερος: ~ες: συνθήκες. Τον πρόσβαλε με (τον) ~ο τρόπο. Πβ. αίσχιστος.|| (ως ουσ.) Περιμένουμε τα ~α. ΑΝΤ. άριστος, βέλτιστος, κάλλιστος ● επίρρ.: χείριστα: με τον χειρότερο τρόπο: Έπραξε/συμπεριφέρθηκε ~. ΑΝΤ. κάλλιστα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: χειρότερη/χειρίστη περίπτωση βλ. χειρότερος ● ΦΡ.: του χειρίστου είδους: (για πράξεις και πρόσωπα) κάκιστα στην κατηγορία τους, ποταπά, τιποτένια: Πρόκειται για εκβιασμό/εκμετάλλευση/παραπληροφόρηση/προπαγάνδα ~ ~. [< αρχ. χείριστος] | |
| 56705 | χειρο- & χειρό- & χειρ- | (λόγ.) α' συνθετικό με αναφορά σε ό,τι 1. χρησιμοποιείται ή λειτουργεί με το χέρι: χειρο-λαβή. Χειρ-αποσκευή.|| Xειρό-μυλος (πβ. χερό-).|| Χειρό-φρενο (βλ. ποδό-). Χειρο-κίνητος (ΑΝΤ. μηχανο-). 2. γίνεται ή έχει σχέση με το χέρι: χειρο-κρότημα/~νομία. Χειρ-αψία.|| Χειρό-γραφο. Xειρο-ποίητος.|| (μτφ.) Xειρ-αγώγηση. | |
| 56706 | χειροβομβίδα | χει-ρο-βομ-βί-δα ουσ. (θηλ.): βόμβα μικρών διαστάσεων και ακτίνας δράσης, η οποία εκτοξεύεται με το χέρι: αυτοσχέδια/δακρυγόνος/εκπαιδευτική/καπνογόνος/χημική ~. ~ κρότου-λάμψης. ~ αερίων. Εκπυρσοκρότηση/έκρηξη/εκτόξευση/εξουδετέρωση/πυροκροτητής ~ας. Η γόμωση/περόνη της ~ας. Απασφάλισε τη/πέταξε μια ~. Σκοτώθηκε/χτυπήθηκε από ~. Βλ. εκρηκτικά, οβίδα, ρουκέτα. [< γερμ. Handgranate] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ