| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4781 | αντιστάτης | [ἀντιστάτης] α-ντι-στά-της ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή με ηλεκτρική αντίσταση που χρησιμοποιείται σε ένα κύκλωμα για τη ρύθμιση της λειτουργίας του: (μη) γραμμικός/μεταβλητός ~. ~ συνδεδεμένος παράλληλα/σε σειρά. Συνδεσμολογία ~ών. Βλ. πηνίο, πυκνωτής, -στάτης. [< μτγν. ἀντιστάτης 'αντίπαλος, εχθρός', αγγλ. resistor, 1905] | |
| 4782 | αντιστατικός | , ή, ό [ἀντιστατικός] α-ντι-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που εμποδίζει ή περιορίζει τη δημιουργία στατικού ηλεκτρισμού: ~ή: βαφή/βούρτσα (για μαλλιά)/μοκέτα/προστασία/συσκευασία. ~ά μαντιλάκια για την οθόνη του Η/Υ. [< αγγλ. antistatic, 1952, γαλλ. antistatique, 1969] | |
| 4783 | αντιστέκομαι | [ἀντιστέκομαι] α-ντι-στέ-κο-μαι ρ. (αμτβ.) {αντιστά-θηκα, αντιστεκ-όμενος}: προβάλλω αντίσταση, δεν υποκύπτω, δεν υποχωρώ: ~ στο κατεστημένο/στις πιέσεις. Αντικείμενα που ~ονται στη φθορά του χρόνου. Αντισταθείτε στο αλκοόλ/στα ναρκωτικά.|| Χώρα που ~θηκε ενάντια στον κατακτητή (ΣΥΝ. αντιτάσσομαι, εναντιώνομαι. ΑΝΤ. παραδίδομαι). Το θύμα δεν ~θηκε καθόλου (ΣΥΝ. αμύνομαι). ~θηκαν αποφασιστικά/σθεναρά στον φασισμό (πβ. αντιτίθεμαι). Ηρωικά/σκληρά ~όμενος λαός.|| Δεν μπορώ να του αντισταθώ!|| (μτφ.) ~εται η ανεργία/ο πληθωρισμός. Πβ. ανθίσταμαι. ● ΦΡ.: αντιστέκομαι στον πειρασμό (να) ...: (κυρ. με άρνηση) δεν υποκύπτω σε μια πρόκληση: ~θηκε ~ να ανοίξει το γράμμα. ΑΝΤ. αφήνομαι, ενδίδω [< μεσν. αντιστέκομαι, γαλλ. résister, αγγλ. resist] | |
| 4784 | αντιστήριγμα | [ἀντιστήριγμα] α-ντι-στή-ριγ-μα ουσ. (ουδ.) {αντιστηρίγμ-ατα} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ό,τι χρησιμοποιείται για να στηρίξει, να συγκρατήσει συνήθ. μια κατασκευή: μεταλλικό/σιδερένιο ~. Υποστηρίγματα και ~ατα. Πβ. αντέρεισμα, αντηρίδα, αντιστύλι. 2. (μτφ.) κάθε μέσο υποστήριξης, προφύλαξης, προστασίας: ισχυρό ~. Βρίσκω ~ατα. [< αρχ. ἀντιστήριγμα] | |
| 4785 | αντιστήριξη | [ἀντιστήριξη] α-ντι-στή-ρι-ξη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σταθεροποίηση, στερέωση, συγκράτηση συνήθ. μιας κατασκευής· συνεκδ. αντιστήριγμα: ~ εκσκαφής/πρανών. Εργασίες/μέτρα/τοίχος ~ης. Συστήματα ~ης τάφρων. Θεμελιώσεις/υποστυλώσεις-~ίξεις. Πβ. υποστύλωση.|| Προσωρινή ~. Εύκαμπτες/ξύλινες ~ίξεις. [< γαλλ. étaiement, étayage] | |
| 4786 | αντιστικτικός | , ή, ό [ἀντιστικτικός] α-ντι-στι-κτι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην αντίστιξη: ~ή: εναλλαγή βιολιού και πιάνου/τεχνική. Βλ. πολυφωνικός.|| (μτφ.) ~ός: διάλογος. ~ή: γραφή. Η μουσική βρίσκεται σε ~ή σχέση με την εικόνα. Πβ. αρμονικός. ● επίρρ.: αντιστικτικά [< ιταλ. contrappuntistico] | |
| 4787 | αντίστιξη | [ἀντίστιξη] α-ντί-στι-ξη ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. αρμονικός συνδυασμός διαφορετικών μελωδιών και κατ' επέκτ. θεμάτων, στοιχείων: μαθήματα αρμονίας, θεωρίας και ~ης. ΣΥΝ. κοντραπούντο ● ΦΡ.: σε αντίστιξη με 1. (καταχρ.) σε αντίθεση με: Η παιδική αθωότητα ~ ~ τη βιαιότητα του κόσμου. ΣΥΝ. σε αντιδιαστολή με/προς 2. (μτφ.) σε αρμονία με: Μουσικές φράσεις ~ ~ τον λόγο. [< ιταλ. contrappunto, γαλλ. contrepoint] | |
| 4788 | αντιστοιχία | [ἀντιστοιχία] α-ντι-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.) {αντιστοιχι-ών}: συμφωνία, ομοιότητα και κατ' επέκτ. ισοδυναμία μεταξύ δύο στοιχείων ή συνόλων: απόλυτη ~. ~ ένα προς ένα. ~ (ακαδημαϊκών) τίτλων του εξωτερικού και του εσωτερικού (βλ. ΔΟΑΤΑΠ). (Δεν) υπάρχει (καμία) ~ μεταξύ θεωρίας και πράξης. Πίνακας ~ας. Στόχος που βρίσκεται σε πλήρη ~ (= σε ευθεία γραμμή) με τις προτεραιότητές μας. Πβ. αναλογία, συσχέτιση.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Παραγοντική ανάλυση (πολλαπλών) ~ών. ΑΝΤ. αναντιστοιχία ● ΦΡ.: σε αντιστοιχία & (λόγ.) κατ' αντιστοιχία(ν): ανάλογα, σύμφωνα με: Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε ~ ~ προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα. ~ ~ με τα παραπάνω ... ΣΥΝ. κατ' αναλογία [< αρχ. ἀντιστοιχία, γαλλ. correspondence] | |
| 4789 | αντιστοιχίζω | [ἀντιστοιχίζω] α-ντι-στοι-χί-ζω ρ. (μτβ.) {αντιστοίχι-σα, -στηκε, -σμένος, αντιστοιχίζ-οντας}: συνδέω, συνδυάζω, συσχετίζω κάτι με κάτι άλλο: ~ τις ερωτήσεις με τις σωστές απαντήσεις. Συλλέγει, μελετά και ~ει πληροφορίες. Αντιστοιχίστε κάθε στοιχείο της πρώτης στήλης με ένα μόνο της δεύτερης. Πβ. (αντι)παραβάλλω, παραλληλίζω, συγκρίνω. Βλ. διαχωρίζω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Σε κάθε υπολογιστή ~εται μια μοναδική διεύθυνση που αποτελεί την "ταυτότητά" του στο διαδίκτυο (: διεύθυνση διαδικτυακού πρωτοκόλλου). | |
| 4790 | αντιστοίχιση | [ἀντιστοίχιση] α-ντι-στοί-χι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπανιότ.) αντιστοίχηση: σύνδεση, συνδυασμός, συσχέτιση, ταίριασμα: ακριβής/αυτόματη/πλήρης ~. (Σωστή) ~ εικόνων-λέξεων/κειμένου-μετάφρασης/όρων. ~ ένα προς ένα. Ασκήσεις ~ης. ~ίσεις νομισμάτων (πβ. ισοτιμία). || ~ πτυχίων. Πβ. αναλογία, (αντι)παραβολή, παραλληλισμός, σύγκριση. ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτήσεις αντιστοίχισης βλ. ερώτηση | |
| 4791 | αντίστοιχος | , η, ο [ἀντίστοιχος] α-ντί-στοι-χος επίθ.: που αντιστοιχεί σε, που είναι ανάλογος ή συμμετρικός με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ος: κωδικός/όρος/τίτλος (= ισοδύναμος). ~η: περίοδος/υπηρεσία. ~ο: διάστημα/έγγραφο/πρόγραμμα. Απαντήστε στο ερωτηματολόγιο, συμπληρώνοντας τα ~α τετράγωνα. Οι πράξεις του δεν είναι ~ες (= σύμφωνες) με τις υποσχέσεις του. Πβ. σύστοιχος.|| (ως ουσ.) Το κόστος πωλήσεων μειώθηκε σε σύγκριση με το ~ο της περσινής περιόδου. ΑΝΤ. αναντίστοιχος ● επίρρ.: αντίστοιχα & (λόγ.) αντιστοίχως [< αρχ. ἀντίστοιχος, γαλλ. correspondant] | |
| 4792 | αντιστοιχώ | [ἀντιστοιχῶ] α-ντι-στοι-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αντιστοιχ-είς ... | αντιστοίχ-ησα, -είται, -ήθηκε, αντιστοιχ-ώντας} 1. {στο γ' πρόσ. ενεστ.} έχω σχέση αντιστοιχίας, είμαι ισοδύναμος ή ανάλογος με κάτι ή κάποιον άλλο: Σε ένα κιλό ~ούν χίλια γραμμάρια. Σε τι ποσότητα ~εί μία κουταλιά ζάχαρη (πβ. ισοδυναμώ); Στο γράμμα "μ" του ελληνικού αλφάβητου ~εί το γράμμα "m" του λατινικού. Από τα κέρδη θέλω το μερίδιο που μου ~εί (= μου αναλογεί, δικαιούμαι). 2. (καταχρ.) αντιστοιχίζω, συνδέω, συσχετίζω: ~ήστε τους όρους της αριστερής στήλης με τις προτάσεις της δεξιάς.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Οι μεταβλητές ~ούνται από τον μεταγλωττιστή σε συγκεκριμένες θέσεις μνήμης. [< αρχ. ἀντιστοιχῶ, γαλλ. correspondre, αγγλ. correspond] | |
| 4793 | αντιστραμμένος | , η, ο βλ. αντεστραμμένος | |
| 4794 | αντιστρατεύομαι | [ἀντιστρατεύομαι] α-ντι-στρα-τεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {αντιστρατεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εναντιώνομαι σε κάποιον ή κάτι: ~ την κυβέρνηση (πβ. αντιπολιτεύομαι)/μια προσπάθεια. Η δραστηριότητά του ~εται τους σκοπούς/τα συμφέροντα του συλλόγου. Πβ. αντίκειμαι, αντι-μάχομαι, -τάσσομαι, -τίθεμαι. [< αρχ. ἀντιστρατεύομαι ‘εκστρατεύω εναντίον’] | |
| 4795 | αντιστράτηγος | [ἀντιστράτηγος] α-ντι-στρά-τη-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ήγου}: ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον υποστράτηγο και κατώτερος από τον στρατηγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον αντιναύαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος και τον αντιπτέραρχο της Πολεμικής Αεροπορίας: ~-επικεφαλής της Ελληνικής Αστυνομίας/του Πυροσβεστικού Σώματος. [< αρχ. ἀντιστράτηγος ‘στρατηγός του εχθρού’, μτγν. ~ (στη Ρώμη) ‘αναπληρωτής (ανθύπατος ή αντιπραίτορας)’, αγγλ. lieutenant general] | |
| 4796 | αντιστρατιωτικός | , ή, ό [ἀντιστρατιωτικός] α-ντι-στρα-τι-ω-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον στρατό ή και τη στρατοκρατία. ΣΥΝ. αντιμιλιταριστικός ΑΝΤ. μιλιταριστικός, στρατοκρατικός [< γερμ. antimilitaristisch] | |
| 4797 | αντιστρεπτικός | , ή, ό [ἀντιστρεπτικός] α-ντι-στρε-πτι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αντιστρεπτική ράβδος & αντιστρεπτική δοκός/μπάρα: ΤΕΧΝΟΛ. ζαμφόρ. | |
| 4798 | αντιστρεπτός | , ή, ό [ἀντιστρεπτός] α-ντι-στρε-πτός επίθ. (επίσ.): αντιστρέψιμος: ~ή: βλάβη/διαδικασία. Μη ~ή: κατάσταση. ~ές: αλλαγές/επιπτώσεις. ~ά: αποτελέσματα. Πβ. αναστρέψιμος.|| (ΧΗΜ.) ~ή: αντίδραση. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιστρεπτή μεταβολή: ΦΥΣ. σταδιακή και αργή συνήθ. μεταβολή ενός συστήματος από μια κατάσταση ισορροπίας σε άλλη, με δυνατότητα επαναφοράς στην αρχική: ισόθερμη/ισόχωρη ~ ~. [< γαλλ. réversible] | |
| 4799 | αντιστρεπτότητα | [ἀντιστρεπτότητα] α-ντι-στρε-πτό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αντιστρεψιμότητα: η μη ~ του χρόνου. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αναστρεψιμότητα (1) [< γαλλ. réversibilité] | |
| 4800 | αντιστρές | [ἀντιστρές] α-ντι-στρές επίθ./ουσ. {άκλ.}: που συμβάλλει στη μείωση του στρες: αρωματικά κεριά/ασκήσεις/μπαλάκια/τεχνικές ~.|| ~ πρόγραμμα γυμναστικής. Το μαγνήσιο έχει ~ ιδιότητες. Πβ. αγχολυτ-, αντιαγχωτ-ικός. [< αγγλ. anti-stress, 1919, γαλλ. ~ ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ