Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5700-5720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4774αντιστάθμιση[ἀντιστάθμιση] α-ντι-στάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) διαδικασία εξισορρόπησης μιας κατάστασης που υφίσταται μεταβολή για την αποφυγή οικονομικών συνήθ. απωλειών ή ζημίας: χρηματική ~. ~ εξόδων-εσόδων (= ισοφάριση)/κινδύνου/παρενεργειών. Παροχές για την ~ απώλειας μισθού (πβ. αποζημίωση). Δημοσιονομικές ~ίσεις. ΣΥΝ. αντιρρόπηση (3), εξίσωση (1), ισοστάθμιση (1) 2. ΤΕΧΝΟΛ. αυτόματη διόρθωση συστήματος λόγω αλλαγής των παραμέτρων λειτουργίας του: ~ ήχου/θερμοκρασίας/πίεσης/συστημάτων αυτόματου ελέγχου. 3. ΦΥΣ. δράση που εξουδετερώνει τις μεταβολές που επιφέρει κάποια άλλη δράση: ~ βάρους/της ταλάντωσης. Ελατήριο ~ης έλξης. 4. ΨΥΧΟΛ. αντιρρόπηση. Βλ. υπεραναπλήρωση. [< μεσν. αντιστάθμισις, γαλλ. compensation]
4775αντιστάθμισμα[ἀντιστάθμισμα] α-ντι-στάθ-μι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) καθετί που συντελεί στην εξισορρόπηση, την αναπλήρωση απώλειας ή ανταμοιβή υπηρεσίας, προσπάθειας: χρηματικό ~. Σε ~ της ζημιάς ... Θα δοθούν οικονομικά ~ίσματα. Πβ. αντάλλαγμα, αποζημίωση.|| Η εκπαίδευση ως ~ των κοινωνικών ανισοτήτων. 2. (σπάν.-κυριολ.) αντίβαρο. [< γαλλ. contrepartie, compensation]
4776αντισταθμιστικός, ή, ό [ἀντισταθμιστικός] α-ντι-σταθ-μι-στι-κός επίθ.: που αντισταθμίζει, αναπληρώνει τις απώλειες, εξουδετερώνει τις επιπτώσεις: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: πολιτική. ~ά: μέτρα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αποζημίωση/εισφορά/πληρωμή. ~ό: ταμείο/τέλος. ~οί: δασμοί (πβ. αντιντάμπιγκ).|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: ορμόνες (πβ. αντιρροπιστικός). Πβ. εξισορροπητικός, εξισωτικός. ● επίρρ.: αντισταθμιστικά: ● ΣΥΜΠΛ.: αντισταθμιστικά/ανταποδοτικά οφέλη & αντισταθμιστικά ωφελήματα: παροχές, κυρ. οικονομικές ή κοινωνικές, που δίνονται ως ανταπόδοση ή αποζημίωση για υπηρεσία ή απώλεια: εμπορικά ~ ~. Η ανάπτυξη αιολικών πάρκων συνοδεύεται από ~ ~ για την τοπική κοινωνία (π.χ. βελτίωση οδικού δικτύου). , αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση: εκπαιδευτικά προγράμματα για την αναπλήρωση εμπειριών ή γενικότ. την αντιμετώπιση δυσκολιών και ελλείψεων που έχουν οι μαθητές ή ειδικές κατηγορίες μαθητών (αλλοδαποί, παλιννοστούντες, παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες). Βλ. ενισχυτική διδασκαλία, ολοήμερο σχολείο, Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη. [< αγγλ. compensatory education, 1965] [< γαλλ. compensatoire]
4777αντισταμινικός, ή, ό βλ. αντιισταμινικός
4778αντιστάρ[ἀντιστάρ] α-ντι-στάρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: διάσημο πρόσωπο που συνήθ. αποφεύγει τη δημοσιότητα και την κοσμική ζωή ή δεν έχει τα αρνητικά συνήθ. χαρακτηριστικά των σταρ.
4779αντίσταση[ἀντίσταση] α-ντί-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. εναντίωση σε απειλητική κατάσταση, δράση, δύναμη· σταθερή αντίδραση: δυναμική/ένοπλη (πβ. άμυνα)/ηρωική/λαϊκή/πολιτική ~ (πβ. εξέγερση, στάση). Η ~ των υπερασπιστών της χώρας. ~ στα νέα μέτρα/στους πειρασμούς. Κάμπτω την ~ κάποιου. Συναντώ ~ στις επιδιώξεις μου. Πρόβαλε σθεναρή ~ μέχρι τέλους. Δεν έφερε καμία ~ (βλ. αντίρρηση). Παραδόθηκε χωρίς ~. Βλ. υποχώρηση.|| (με κεφαλ. το αρχικό Α, οργάνωση που αγωνίζεται ενάντια σε κατοχικές δυνάμεις ή δικτατορικά καθεστώτα:) Μέλος της ~ης (= αντιστασιακός). Έλαβε μέρος στην ~.|| Ακολουθεί τον δρόμο της ελάχιστης ~ης. Βλ. πυρ~. 2. ΗΛΕΚΤΡ. (σύμβ. R) η δυσκολία που προβάλλει ένας αγωγός στη διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος, με αποτέλεσμα τη μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε θερμική και ειδικότ. ο ίδιος ο αγωγός, ο αντιστάτης: δυναμική/επαγωγική/ηλεκτρική/μεταβλητή (βλ. ρεοστάτης)/μιγαδική/στατική/σύνθετη (= εμπέδηση)/φυσική/χαμηλή/ωμική ~. ~ γείωσης (: για μείωση της έντασης τυχόν ρευμάτων διαρροής σε περίπτωση βραχυκυκλώματος)/εισόδου/εξόδου/ηλεκτροδίου/καθόδου/λαμπτήρα/μόνωσης/πυκνωτή/σύρματος.|| Πτώση τάσης στις ~άσεις. Η ~ κάηκε/υπερθερμάνθηκε. Βλ. αγωγιμότητα, μαγνητο~, φωτο~. 3. ΦΥΣ. δύναμη που εναντιώνεται στην κίνηση: (αυξημένη/μειωμένη/υψηλή) αεροδυναμική/μυϊκή/υδροδυναμική ~. ~ τριβής. Η ~ του αέρα/ρευστού. ~ στην κάμψη/στρέψη. 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η δυνατότητα ενός οργανισμού να αντιμετωπίζει μόλυνση ή ασθένεια: Το νέφος προκαλεί μειωμένη ~ στα κρυολογήματα. 5. (καταχρ.) αντοχή, ανθεκτικότητα: ~ ενός ιού στα αντιβιοτικά/ενός υλικού στη φωτιά. Το παραβολικό κάτοπτρο έχει μεγάλη ~ στον άνεμο.|| ~ στην αλλαγή/στον χρόνο.|| Έπεσαν οι ~άσεις του και δέχτηκε τον συμβιβασμό (: εξασθένησαν οι αμυντικοί μηχανισμοί). ● ΣΥΜΠΛ.: (Εθνική) Αντίσταση: ΙΣΤ. το σύνολο των οργανώσεων στην Ελλάδα που έδρασαν ενάντια στις δυνάμεις Κατοχής κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο., παθητική/ενεργητική αντίσταση: άρνηση εκτέλεσης εντολής χωρίς βία/με χρήση βίας: Παθητική ~ των εργαζομένων (πβ. ανυπακοή, πάλη).|| Παθητική ~ του καταναλωτή. ● ΦΡ.: αντίσταση κατά της Αρχής: ΝΟΜ. βίαιη απείθεια εναντίον κρατικού οργάνου, ώστε να μην πράξει το καθήκον του: Συνελήφθη για ~ ~ και σωματική βλάβη. [< γαλλ. résistance contre l΄ autorité] , κάνω αντίσταση: δρω οργανωμένα κατά μιας εξουσίας, είμαι μέλος αντιστασιακής οργάνωσης., κρατώ αντίσταση 1. αντιστέκομαι. 2. κρατάω κόντρα., βρίσκει αντίσταση βλ. βρίσκω [< μτγν. ἀντίστασις, γαλλ. résistance]
4780αντιστασιακός, ή, ό [ἀντιστασιακός] α-ντι-στα-σι-α-κός επίθ.: που αντιτίθεται, αντιστέκεται στην εξουσία ξένου δυνάστη, την τυραννία, τη βία: ~ός: αγώνας. ~ή: λογοτεχνία/συμπεριφορά. ~ό: κίνημα. ~ές: δυνάμεις. Μέλος ~ής οργάνωσης. Στην Κατοχή καταδικάστηκε σε θάνατο για την ~ή του δράση. Πβ. επαναστατικός. ● Ουσ.: αντιστασιακός (ο/η): ΙΣΤ. πρόσωπο που είχε λάβει μέρος στην Αντίσταση (1941-1944). ● επίρρ.: αντιστασιακά
4781αντιστάτης[ἀντιστάτης] α-ντι-στά-της ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή με ηλεκτρική αντίσταση που χρησιμοποιείται σε ένα κύκλωμα για τη ρύθμιση της λειτουργίας του: (μη) γραμμικός/μεταβλητός ~. ~ συνδεδεμένος παράλληλα/σε σειρά. Συνδεσμολογία ~ών. Βλ. πηνίο, πυκνωτής, -στάτης. [< μτγν. ἀντιστάτης 'αντίπαλος, εχθρός', αγγλ. resistor, 1905]
4782αντιστατικός, ή, ό [ἀντιστατικός] α-ντι-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που εμποδίζει ή περιορίζει τη δημιουργία στατικού ηλεκτρισμού: ~ή: βαφή/βούρτσα (για μαλλιά)/μοκέτα/προστασία/συσκευασία. ~ά μαντιλάκια για την οθόνη του Η/Υ. [< αγγλ. antistatic, 1952, γαλλ. antistatique, 1969]
4783αντιστέκομαι[ἀντιστέκομαι] α-ντι-στέ-κο-μαι ρ. (αμτβ.) {αντιστά-θηκα, αντιστεκ-όμενος}: προβάλλω αντίσταση, δεν υποκύπτω, δεν υποχωρώ: ~ στο κατεστημένο/στις πιέσεις. Αντικείμενα που ~ονται στη φθορά του χρόνου. Αντισταθείτε στο αλκοόλ/στα ναρκωτικά.|| Χώρα που ~θηκε ενάντια στον κατακτητή (ΣΥΝ. αντιτάσσομαι, εναντιώνομαι. ΑΝΤ. παραδίδομαι). Το θύμα δεν ~θηκε καθόλου (ΣΥΝ. αμύνομαι). ~θηκαν αποφασιστικά/σθεναρά στον φασισμό (πβ. αντιτίθεμαι). Ηρωικά/σκληρά ~όμενος λαός.|| Δεν μπορώ να του αντισταθώ!|| (μτφ.) ~εται η ανεργία/ο πληθωρισμός. Πβ. ανθίσταμαι. ● ΦΡ.: αντιστέκομαι στον πειρασμό (να) ...: (κυρ. με άρνηση) δεν υποκύπτω σε μια πρόκληση: ~θηκε ~ να ανοίξει το γράμμα. ΑΝΤ. αφήνομαι, ενδίδω [< μεσν. αντιστέκομαι, γαλλ. résister, αγγλ. resist]
4784αντιστήριγμα[ἀντιστήριγμα] α-ντι-στή-ριγ-μα ουσ. (ουδ.) {αντιστηρίγμ-ατα} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ό,τι χρησιμοποιείται για να στηρίξει, να συγκρατήσει συνήθ. μια κατασκευή: μεταλλικό/σιδερένιο ~. Υποστηρίγματα και ~ατα. Πβ. αντέρεισμα, αντηρίδα, αντιστύλι. 2. (μτφ.) κάθε μέσο υποστήριξης, προφύλαξης, προστασίας: ισχυρό ~. Βρίσκω ~ατα. [< αρχ. ἀντιστήριγμα]
4785αντιστήριξη[ἀντιστήριξη] α-ντι-στή-ρι-ξη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σταθεροποίηση, στερέωση, συγκράτηση συνήθ. μιας κατασκευής· συνεκδ. αντιστήριγμα: ~ εκσκαφής/πρανών. Εργασίες/μέτρα/τοίχος ~ης. Συστήματα ~ης τάφρων. Θεμελιώσεις/υποστυλώσεις-~ίξεις. Πβ. υποστύλωση.|| Προσωρινή ~. Εύκαμπτες/ξύλινες ~ίξεις. [< γαλλ. étaiement, étayage]
4786αντιστικτικός, ή, ό [ἀντιστικτικός] α-ντι-στι-κτι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην αντίστιξη: ~ή: εναλλαγή βιολιού και πιάνου/τεχνική. Βλ. πολυφωνικός.|| (μτφ.) ~ός: διάλογος. ~ή: γραφή. Η μουσική βρίσκεται σε ~ή σχέση με την εικόνα. Πβ. αρμονικός. ● επίρρ.: αντιστικτικά [< ιταλ. contrappuntistico]
4787αντίστιξη[ἀντίστιξη] α-ντί-στι-ξη ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. αρμονικός συνδυασμός διαφορετικών μελωδιών και κατ' επέκτ. θεμάτων, στοιχείων: μαθήματα αρμονίας, θεωρίας και ~ης. ΣΥΝ. κοντραπούντο ● ΦΡ.: σε αντίστιξη με 1. (καταχρ.) σε αντίθεση με: Η παιδική αθωότητα ~ ~ τη βιαιότητα του κόσμου. ΣΥΝ. σε αντιδιαστολή με/προς 2. (μτφ.) σε αρμονία με: Μουσικές φράσεις ~ ~ τον λόγο. [< ιταλ. contrappunto, γαλλ. contrepoint]
4788αντιστοιχία[ἀντιστοιχία] α-ντι-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.) {αντιστοιχι-ών}: συμφωνία, ομοιότητα και κατ' επέκτ. ισοδυναμία μεταξύ δύο στοιχείων ή συνόλων: απόλυτη ~. ~ ένα προς ένα. ~ (ακαδημαϊκών) τίτλων του εξωτερικού και του εσωτερικού (βλ. ΔΟΑΤΑΠ). (Δεν) υπάρχει (καμία) ~ μεταξύ θεωρίας και πράξης. Πίνακας ~ας. Στόχος που βρίσκεται σε πλήρη ~ (= σε ευθεία γραμμή) με τις προτεραιότητές μας. Πβ. αναλογία, συσχέτιση.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Παραγοντική ανάλυση (πολλαπλών) ~ών. ΑΝΤ. αναντιστοιχία ● ΦΡ.: σε αντιστοιχία & (λόγ.) κατ' αντιστοιχία(ν): ανάλογα, σύμφωνα με: Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε ~ ~ προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα. ~ ~ με τα παραπάνω ... ΣΥΝ. κατ' αναλογία [< αρχ. ἀντιστοιχία, γαλλ. correspondence]
4789αντιστοιχίζω[ἀντιστοιχίζω] α-ντι-στοι-χί-ζω ρ. (μτβ.) {αντιστοίχι-σα, -στηκε, -σμένος, αντιστοιχίζ-οντας}: συνδέω, συνδυάζω, συσχετίζω κάτι με κάτι άλλο: ~ τις ερωτήσεις με τις σωστές απαντήσεις. Συλλέγει, μελετά και ~ει πληροφορίες. Αντιστοιχίστε κάθε στοιχείο της πρώτης στήλης με ένα μόνο της δεύτερης. Πβ. (αντι)παραβάλλω, παραλληλίζω, συγκρίνω. Βλ. διαχωρίζω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Σε κάθε υπολογιστή ~εται μια μοναδική διεύθυνση που αποτελεί την "ταυτότητά" του στο διαδίκτυο (: διεύθυνση διαδικτυακού πρωτοκόλλου).
4790αντιστοίχιση[ἀντιστοίχιση] α-ντι-στοί-χι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπανιότ.) αντιστοίχηση: σύνδεση, συνδυασμός, συσχέτιση, ταίριασμα: ακριβής/αυτόματη/πλήρης ~. (Σωστή) ~ εικόνων-λέξεων/κειμένου-μετάφρασης/όρων. ~ ένα προς ένα. Ασκήσεις ~ης. ~ίσεις νομισμάτων (πβ. ισοτιμία). || ~ πτυχίων. Πβ. αναλογία, (αντι)παραβολή, παραλληλισμός, σύγκριση. ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτήσεις αντιστοίχισης βλ. ερώτηση
4791αντίστοιχος, η, ο [ἀντίστοιχος] α-ντί-στοι-χος επίθ.: που αντιστοιχεί σε, που είναι ανάλογος ή συμμετρικός με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ος: κωδικός/όρος/τίτλος (= ισοδύναμος). ~η: περίοδος/υπηρεσία. ~ο: διάστημα/έγγραφο/πρόγραμμα. Απαντήστε στο ερωτηματολόγιο, συμπληρώνοντας τα ~α τετράγωνα. Οι πράξεις του δεν είναι ~ες (= σύμφωνες) με τις υποσχέσεις του. Πβ. σύστοιχος.|| (ως ουσ.) Το κόστος πωλήσεων μειώθηκε σε σύγκριση με το ~ο της περσινής περιόδου. ΑΝΤ. αναντίστοιχος ● επίρρ.: αντίστοιχα & (λόγ.) αντιστοίχως [< αρχ. ἀντίστοιχος, γαλλ. correspondant]
4792αντιστοιχώ[ἀντιστοιχῶ] α-ντι-στοι-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αντιστοιχ-είς ... | αντιστοίχ-ησα, -είται, -ήθηκε, αντιστοιχ-ώντας} 1. {στο γ' πρόσ. ενεστ.} έχω σχέση αντιστοιχίας, είμαι ισοδύναμος ή ανάλογος με κάτι ή κάποιον άλλο: Σε ένα κιλό ~ούν χίλια γραμμάρια. Σε τι ποσότητα ~εί μία κουταλιά ζάχαρη (πβ. ισοδυναμώ); Στο γράμμα "μ" του ελληνικού αλφάβητου ~εί το γράμμα "m" του λατινικού. Από τα κέρδη θέλω το μερίδιο που μου ~εί (= μου αναλογεί, δικαιούμαι). 2. (καταχρ.) αντιστοιχίζω, συνδέω, συσχετίζω: ~ήστε τους όρους της αριστερής στήλης με τις προτάσεις της δεξιάς.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Οι μεταβλητές ~ούνται από τον μεταγλωττιστή σε συγκεκριμένες θέσεις μνήμης. [< αρχ. ἀντιστοιχῶ, γαλλ. correspondre, αγγλ. correspond]
4793αντιστραμμένος, η, ο βλ. αντεστραμμένος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.