Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57180-57200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56714χειροκίνητος, η, ο χει-ρο-κί-νη-τος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που λειτουργεί με τα χέρια: ~ος: μηχανισμός/μοχλός/μύλος (= χειρόμυλος). ~η: αντλία (= χειραντλία)/συσκευή. ~ο: αμαξίδιο/εργαλείο/πριόνι (= χειροπρίονο)/φρένο (= χειρόφρενο). Βλ. χειρός. ΑΝΤ. αυτόματος (1), ηλεκτρικός (2), ηλεκτροκίνητος, μηχανοκίνητος (1) ● επίρρ.: χειροκίνητα [< γαλλ. manuel]
56715χειροκροτάωβλ. χειροκροτώ
56716χειροκρότημαχει-ρο-κρό-τη-μα ουσ. (ουδ.) {χειροκροτήμ-ατος | -ατα, -άτων}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χειροκροτώ: απλόχερο/ασταμάτητο/αυθόρμητο/γενναιόδωρο/δυνατό/εγκάρδιο/ένθερμο ή θερμό/ενθουσιώδες/ζεστό/καταιγιστικό/συγκρατημένο ~. Αποθεωτικά/ζωηρά/θυελλώδη/ξέφρενα ~ατα. Το ~ των θεατών. ~ατα και επευφημίες (βλ. μπιζάρισμα). Μέσα σε πλήθος/(λόγ.) εν μέσω ~άτων. Απέσπασε/δέχτηκε/εισέπραξε το ~ του κόσμου. Ένα ~, παρακαλώ, για τους νικητές! Το κοινό ξέσπασε σε (ρυθμικά) ~ατα. Τον υποδέχτηκαν με φωνές και ~ατα. Η αίθουσα σείστηκε από τα ~ατα. Πβ. παλαμάκια. Βλ. γιουχάισμα, κονσέρβα, ποδοκρότημα.|| (κατ' επέκτ.) Δεν επιζητεί το ~ (= την επιδοκιμασία). Του αξίζει ένα μεγάλο ~. [< γαλλ. battement de mains]
56717χειροκροτητήςχει-ρο-κρο-τη-τής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που επικροτεί μια αρνητική κατάσταση ή τις θέσεις ενός ισχυρότερου προσώπου, με στόχο την εξασφάλιση εύνοιας ή την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων: άβουλοι/ένθερμοι ~ές των αποφάσεων της πολιτικής ηγεσίας/των εξελίξεων. ~ές της εξουσίας (βλ. αυλοκόλακας, κολαούζος, φερέφωνο). Πβ. υποστηρικτής. 2. αυτός που χειροκροτεί· (μειωτ.) κλακαδόρος. [< γαλλ. applaudisseur]
56718χειροκροτώ[χειροκροτῶ] χει-ρο-κρο-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χειροκροτ-άς κ. -είς ..., -ώντας | χειροκρότ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} & χειροκροτάω 1. χτυπώ επαναλαμβανόμενα τις παλάμες των χεριών μου μεταξύ τους, προς ένδειξη χαράς, ενθουσιασμού ή επιδοκιμασίας: ~ούσαν ασταμάτητα/δυνατά/θερμά/όρθιοι/παρατεταμένα/ρυθμικά/συγκινημένοι. Τον ~ησε όλο/σύσσωμο το θέατρο. Βλ. αποθεώνω, επευφημώ, ζητωκραυγάζω, κατα~. ΑΝΤ. γιουχάρω 2. (μτφ.) επιδοκιμάζω, επικροτώ: ~ησαν την πρωτοβουλία του. Η προσπάθεια ~ήθηκε από όλους.|| Σε ~ (: συγχαίρω) για την πράξη σου! [< γαλλ. battre des mains]
56719χειρολαβήχει-ρο-λα-βή ουσ. (θηλ.): εξάρτημα αντικειμένου από το οποίο μπορεί κάποιος να το κρατήσει, να το μετακινήσει, να το χειριστεί ή να κρατηθεί, για να μην πέσει: σπαστή ~. ~ εργαλείου/μπάνιου/παραθύρου/πόρτας (= μπετούγια, πόμολο)/τσάντας. Βαλίτσα με ~ μεταφοράς. Δοχείο με ~ές. Πβ. χεράκι, χέρι, χερούλι, χούφτα.|| (σε αυτοκίνητο:) Η ~ του καπό/συνοδηγού. (σε μοτοσικλέτα:) ~ές συνεπιβάτη. Οι ~ές του λεωφορείου. Πβ. λαβή.|| Ποδηλατάκι με ~ές ασφαλείας.|| Η ~ της σκάλας (πβ. κουπαστή, χειραγωγός). [< μτγν. χειρολάβη, χειρολαβίς]
56720χειρομάλαξηχει-ρο-μά-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): χειρομασάζ. Βλ. ηλεκτρομάλαξη.
56721χειρομαντείαχει-ρο-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.): μαντική τέχνη η οποία βασίζεται στην ερμηνεία των γραμμών (και άλλων σχηματισμών) της παλάμης και των δαχτύλων ενός ατόμου, για να αποκαλύψει πτυχές της ζωής και του χαρακτήρα του. Βλ. -μαντεία. [< γαλλ. chiromancie, αγγλ. chiromancy]
56722χειρομάντηςχει-ρο-μά-ντης ουσ. (αρσ.) {θηλ. χειρομάντισσα}: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη χειρομαντεία. [< μτγν. χειρόμαντις, γαλλ. chiromancien, αγγλ. chiromancer]
56723χειρομασάζχει-ρο-μα-σάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μασάζ με τα χέρια. Βλ. ηλεκτρομασάζ. ΣΥΝ. χειρομάλαξη [< αγγλ. hands massage]
56724χειρομορφήχει-ρο-μορ-φή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: (στη νοηματική γλώσσα) το σχήμα που αποκτά η παλάμη και η θέση στην οποία τοποθετούνται τα δάχτυλα κατά την απόδοση ενός νοήματος. [< αγγλ. handshape]
56725χειρόμυλοςχει-ρό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) χερόμυλος (παλαιότ.): χειροκίνητος μύλος: λίθινος/πέτρινος ~. [< μτγν. χειρόμυλον (το)]
56726χείρονβλ. χείρων
56727χειρονομία

χει-ρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. κίνηση των χεριών ή/και των δαχτύλων, η οποία συνιστά μη λεκτική μορφή επικοινωνίας και γίνεται είτε ασυναίσθητα και παράλληλα με την ομιλία, για να δοθεί έμφαση, είτε εκούσια προκειμένου να περιγραφεί κάτι: αυθόρμητη ~. Μορφασμοί/νεύματα/νοήματα και ~ες (βλ. εξωγλωσσικά στοιχεία). Τον διέκοψε με μια απότομη ~. Μιλούσαν με ζωηρές ~ες. Βλ. νοηματική γλώσσα, παντομίμα, σήμα.|| Ασελγείς ~ες (βλ. ηθική παρενόχληση, σεξουαλική παρενόχληση). Με ~ες και βρισιές (βλ. μούντζα). Έκανε μια/προέβη σε απαράδεκτη/απειλητική/απρεπή/άσεμνη/άσχημη/προκλητική/προσβλητική/υβριστική/χυδαία ~. 2. (μτφ.) ενέργεια, πράξη προς όφελος κάποιου: αξιέπαινη/γενναιόδωρη/λεπτή/συγκινητική/συμβολική/τρυφερή/φιλική/ωραία ~. (Κάτι) αποτελεί/εκλαμβάνεται ως/συνιστά ~ αγάπης/αλληλεγγύης/ανθρωπιάς (/ανθρωπιστική ~)/καλής θέλησης/συμπαράστασης/συμφιλίωσης. Ανταποδίδω την ευγενική ~. [< 1: αρχ. χειρονομία, γερμ. Cheironomie, γαλλ. geste]

56728χειρονομιακός, ή, ό χει-ρο-νο-μι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις χειρονομίες: (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ή: ζωγραφική (: κατεύθυνση του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, η οποία δίνει έμφαση στον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, η χειρονομία του καλλιτέχνη στον ζωγραφικό πίνακα). [< αγγλ. gestural]
56729χειρονομώ[χειρονομῶ] χει-ρο-νο-μώ ρ. (αμτβ.) {χειρονομ-είς ..., -ώντας | χειρονόμ-ησα, -ήσει}: κάνω χειρονομία ή χειρονομίες: Φώναζαν και ~ούσαν έντονα. Πήγαινε πάνω κάτω, ~ώντας.|| Προσπαθούσαν να συνεννοηθούν, ~ώντας.|| (για άσεμνη χειρονομία:) ~ησε κατά του αντιπάλου του. [< αρχ. χειρονομῶ, γαλλ. gesticuler]
32223χειρονομώ

μου-ντζώ-νω ρ. (μτβ.) {μούντζω-σα, -σει, μουντζώ-θηκε, -μένος, μουντζών-οντας} & μουτζώνω (προφ.) 1. χειρονομώ υβριστικά προς ένα ή περισσότερα άτομα, δίνοντας μούτζες. ΣΥΝ. φασκελώνω 2. (σπάν.-μτφ.) εκφράζω περιφρόνηση και απαξίωση για κάτι. ● ΦΡ.: με έχουν μουτζώσει: για να δηλωθεί η κακοτυχία κάποιου., τα μουτζώνω (μτφ.): εγκαταλείπω με έντονη δυσαρέσκεια εργασία, υπόθεση ή δραστηριότητα: ~ ~σε κι έφυγε. Πβ. τα βρόντηξε, τα παρατάω. [< μεσν. μου(ν)τζώνω 'εξευτελίζω, προσβάλλω']

56730χειροπάληχει-ρο-πά-λη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μπρα ντε φερ.
56731χειροπέδαχει-ρο-πέ-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) χειροπέδη 1. {στον πληθ.} καθένας από τους δύο εφαρμοστούς μεταλλικούς κρίκους, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με μικρή αλυσίδα και περνιούνται (και ασφαλίζουν) γύρω από τους καρπούς των χεριών, για τη σύλληψη ενός ατόμου και την παρεμπόδιση των κινήσεών του: ένα ζευγάρι ~ες. Δεμένος με ~ες (πβ. σιδηροδέσμιος). Του έβαλαν/πέρασαν/φόρεσαν ~ες (= τον συνέλαβαν). Του αφαίρεσαν/έβγαλαν τις ~ες. Κατάφερε να λύσει/σπάσει τις ~ες (και να ξεφύγει). Βλ. -πέδη. 2. (κατ΄επέκτ.) βραχιόλι από μέταλλο ή δέρμα: ασημένια/χρυσή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσές χειροπέδες βλ. χρυσός [< μτγν. χειροπέδη]
56732χειροπετσέταχει-ρο-πε-τσέ-τα ουσ. (θηλ.): καθεμία από τις χάρτινες πετσέτες που χρησιμοποιούνται για το στέγνωμα των χεριών μετά το πλύσιμο: μονή ~. ~ δύο φύλλων. ~ μιας χρήσης. ~ σε ρολό. Θήκη για ~ες. Επαγγελματική συσκευή ~ας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.