Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57180-57200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56707χειρόγραφοχει-ρό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.-συνηθέστ.) -άφου} ΦΙΛΟΛ. 1. κείμενο γραμμένο με το χέρι, πριν την εφεύρεση της τυπογραφίας: ακέφαλο/αυθεντικό/εικονογραφημένο (βλ. μικρογραφία)/παλίμψηστο/πρωτότυπο/σπάνιο/σωζόμενο/χαμένο ~. Αρχαία/βυζαντινά ~α. ~ σε πάπυρο/περγαμηνή (βλ. ειλητάριο, κύλινδρος). Αποκατάσταση ~άφου. Τα ~α της Μονής. Αρχείο/επιμελητής/κατάλογος/τμήμα ~άφων (Βιβλιοθήκης). Συντήρηση/ψηφιοποίηση ~άφων. Βλ. αντιβολή, αντιγραφέας, απόγραφο, αρχέτυπο, βέρσο, επίτιτλο, παλαιογραφία, ρέκτο, σπάραγμα, στέμμα, χάσμα, ώα. 2. κείμενο που έχει γραφτεί από τον ίδιο τον συγγραφέα ή συντάκτη του: ανέκδοτο/ανώνυμο ~. Τα ~α του ποιητή. Βλ. δακτυλόγραφο, ιδιόχειρος. ● ΦΡ.: από χειρόγραφο & (λόγ.) από/(σπάν.) εκ χειρογράφου: από κείμενο γραμμένο στο χέρι, συνήθ. ιδιόγραφο: απολογία/δηλώσεις ~ ~. Διάβαζε ~ ~. [< μτγν. χειρόγραφον]
56708χειρόγραφος, η, ο χει-ρό-γρα-φος επίθ. (λόγ.): γραμμένος με το χέρι: ~η: αίτηση/αλληλογραφία/αφιέρωση/διαθήκη/επιστολή/υπογραφή. ~ο: κείμενο/σημείωμα. ~οι: στίχοι. ~ες: αποδείξεις/διορθώσεις/παρτιτούρες/σελίδες. ~α: ποιήματα. Πβ. ιδιό-γραφος, -χειρος. Βλ. έντυπος, τυπωμένος.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) Βιβλίο αγορών επί ~ης τήρησης.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ος: κώδικας. ~ο: βιβλίο (βλ. ειλητάριο). Βλ. -γραφος. ● επίρρ.: χειρογράφως [< μτγν. χειρόγραφος]
56709χειροδικίαχει-ρο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χειροδικώ: Καβγάς που κατέληξε σε ~. Βλ. ξυλοδαρμός.
56710χειροδικώ[χειροδικῶ] χει-ρο-δι-κώ ρ. (αμτβ.) {χειροδικ-είς ..., -ώντας | χειροδίκ-ησε, -ήσει} (λόγ.): ασκώ σωματική βία σε κάποιον, χτυπώντας τον με το χέρι: Επιχείρησε/έφτασε στο σημείο/προσπάθησε να ~ήσει (= σηκώσει χέρι) εναντίον/κατά/σε βάρος του ... Πβ. δέρνω, καταχεριάζω, ήρθαν/πιάστηκαν στα χέρια.
56711χειροδύναμος, η, ο χει-ρο-δύ-να-μος επίθ. & (προφ.) χεροδύναμος: που έχει δυνατά χέρια. Πβ. γεροδεμένος.
56712χειροθεσίαχει-ρο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιεροπραξία κατά την οποία ο επίσκοπος, βάζοντας το χέρι του στο κεφάλι πιστού, τον εντάσσει σε κάποιο από τα αξιώματα του κατώτερου κλήρου: ~ Αναγνώστη/Υποδιακόνου. Πβ. χειροτονία. Βλ. διά της επιθέσεως/δι' επιθέσεως των χειρών. [< μτγν. χειροθεσία]
56713χειροθετώ[χειροθετῶ] χει-ρο-θε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χειροθετ-εί | χειροθέτ-ησε, -ήθηκε}: ΕΚΚΛΗΣ. (για επίσκοπο) τελώ χειροθεσία. Πβ. χειροτονώ. Βλ. -θετώ. [< μτγν. χειροθετῶ]
56714χειροκίνητος, η, ο χει-ρο-κί-νη-τος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που λειτουργεί με τα χέρια: ~ος: μηχανισμός/μοχλός/μύλος (= χειρόμυλος). ~η: αντλία (= χειραντλία)/συσκευή. ~ο: αμαξίδιο/εργαλείο/πριόνι (= χειροπρίονο)/φρένο (= χειρόφρενο). Βλ. χειρός. ΑΝΤ. αυτόματος (1), ηλεκτρικός (2), ηλεκτροκίνητος, μηχανοκίνητος (1) ● επίρρ.: χειροκίνητα [< γαλλ. manuel]
56715χειροκροτάωβλ. χειροκροτώ
56716χειροκρότημαχει-ρο-κρό-τη-μα ουσ. (ουδ.) {χειροκροτήμ-ατος | -ατα, -άτων}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χειροκροτώ: απλόχερο/ασταμάτητο/αυθόρμητο/γενναιόδωρο/δυνατό/εγκάρδιο/ένθερμο ή θερμό/ενθουσιώδες/ζεστό/καταιγιστικό/συγκρατημένο ~. Αποθεωτικά/ζωηρά/θυελλώδη/ξέφρενα ~ατα. Το ~ των θεατών. ~ατα και επευφημίες (βλ. μπιζάρισμα). Μέσα σε πλήθος/(λόγ.) εν μέσω ~άτων. Απέσπασε/δέχτηκε/εισέπραξε το ~ του κόσμου. Ένα ~, παρακαλώ, για τους νικητές! Το κοινό ξέσπασε σε (ρυθμικά) ~ατα. Τον υποδέχτηκαν με φωνές και ~ατα. Η αίθουσα σείστηκε από τα ~ατα. Πβ. παλαμάκια. Βλ. γιουχάισμα, κονσέρβα, ποδοκρότημα.|| (κατ' επέκτ.) Δεν επιζητεί το ~ (= την επιδοκιμασία). Του αξίζει ένα μεγάλο ~. [< γαλλ. battement de mains]
56717χειροκροτητήςχει-ρο-κρο-τη-τής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που επικροτεί μια αρνητική κατάσταση ή τις θέσεις ενός ισχυρότερου προσώπου, με στόχο την εξασφάλιση εύνοιας ή την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων: άβουλοι/ένθερμοι ~ές των αποφάσεων της πολιτικής ηγεσίας/των εξελίξεων. ~ές της εξουσίας (βλ. αυλοκόλακας, κολαούζος, φερέφωνο). Πβ. υποστηρικτής. 2. αυτός που χειροκροτεί· (μειωτ.) κλακαδόρος. [< γαλλ. applaudisseur]
56718χειροκροτώ[χειροκροτῶ] χει-ρο-κρο-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χειροκροτ-άς κ. -είς ..., -ώντας | χειροκρότ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} & χειροκροτάω 1. χτυπώ επαναλαμβανόμενα τις παλάμες των χεριών μου μεταξύ τους, προς ένδειξη χαράς, ενθουσιασμού ή επιδοκιμασίας: ~ούσαν ασταμάτητα/δυνατά/θερμά/όρθιοι/παρατεταμένα/ρυθμικά/συγκινημένοι. Τον ~ησε όλο/σύσσωμο το θέατρο. Βλ. αποθεώνω, επευφημώ, ζητωκραυγάζω, κατα~. ΑΝΤ. γιουχάρω 2. (μτφ.) επιδοκιμάζω, επικροτώ: ~ησαν την πρωτοβουλία του. Η προσπάθεια ~ήθηκε από όλους.|| Σε ~ (: συγχαίρω) για την πράξη σου! [< γαλλ. battre des mains]
56719χειρολαβήχει-ρο-λα-βή ουσ. (θηλ.): εξάρτημα αντικειμένου από το οποίο μπορεί κάποιος να το κρατήσει, να το μετακινήσει, να το χειριστεί ή να κρατηθεί, για να μην πέσει: σπαστή ~. ~ εργαλείου/μπάνιου/παραθύρου/πόρτας (= μπετούγια, πόμολο)/τσάντας. Βαλίτσα με ~ μεταφοράς. Δοχείο με ~ές. Πβ. χεράκι, χέρι, χερούλι, χούφτα.|| (σε αυτοκίνητο:) Η ~ του καπό/συνοδηγού. (σε μοτοσικλέτα:) ~ές συνεπιβάτη. Οι ~ές του λεωφορείου. Πβ. λαβή.|| Ποδηλατάκι με ~ές ασφαλείας.|| Η ~ της σκάλας (πβ. κουπαστή, χειραγωγός). [< μτγν. χειρολάβη, χειρολαβίς]
56720χειρομάλαξηχει-ρο-μά-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): χειρομασάζ. Βλ. ηλεκτρομάλαξη.
56721χειρομαντείαχει-ρο-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.): μαντική τέχνη η οποία βασίζεται στην ερμηνεία των γραμμών (και άλλων σχηματισμών) της παλάμης και των δαχτύλων ενός ατόμου, για να αποκαλύψει πτυχές της ζωής και του χαρακτήρα του. Βλ. -μαντεία. [< γαλλ. chiromancie, αγγλ. chiromancy]
56722χειρομάντηςχει-ρο-μά-ντης ουσ. (αρσ.) {θηλ. χειρομάντισσα}: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη χειρομαντεία. [< μτγν. χειρόμαντις, γαλλ. chiromancien, αγγλ. chiromancer]
56723χειρομασάζχει-ρο-μα-σάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μασάζ με τα χέρια. Βλ. ηλεκτρομασάζ. ΣΥΝ. χειρομάλαξη [< αγγλ. hands massage]
56724χειρομορφήχει-ρο-μορ-φή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: (στη νοηματική γλώσσα) το σχήμα που αποκτά η παλάμη και η θέση στην οποία τοποθετούνται τα δάχτυλα κατά την απόδοση ενός νοήματος. [< αγγλ. handshape]
56725χειρόμυλοςχει-ρό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) χερόμυλος (παλαιότ.): χειροκίνητος μύλος: λίθινος/πέτρινος ~. [< μτγν. χειρόμυλον (το)]
56726χείρονβλ. χείρων

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.