| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56727 | χειρονομία | χει-ρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. κίνηση των χεριών ή/και των δαχτύλων, η οποία συνιστά μη λεκτική μορφή επικοινωνίας και γίνεται είτε ασυναίσθητα και παράλληλα με την ομιλία, για να δοθεί έμφαση, είτε εκούσια προκειμένου να περιγραφεί κάτι: αυθόρμητη ~. Μορφασμοί/νεύματα/νοήματα και ~ες (βλ. εξωγλωσσικά στοιχεία). Τον διέκοψε με μια απότομη ~. Μιλούσαν με ζωηρές ~ες. Βλ. νοηματική γλώσσα, παντομίμα, σήμα.|| Ασελγείς ~ες (βλ. ηθική παρενόχληση, σεξουαλική παρενόχληση). Με ~ες και βρισιές (βλ. μούντζα). Έκανε μια/προέβη σε απαράδεκτη/απειλητική/απρεπή/άσεμνη/άσχημη/προκλητική/προσβλητική/υβριστική/χυδαία ~. 2. (μτφ.) ενέργεια, πράξη προς όφελος κάποιου: αξιέπαινη/γενναιόδωρη/λεπτή/συγκινητική/συμβολική/τρυφερή/φιλική/ωραία ~. (Κάτι) αποτελεί/εκλαμβάνεται ως/συνιστά ~ αγάπης/αλληλεγγύης/ανθρωπιάς (/ανθρωπιστική ~)/καλής θέλησης/συμπαράστασης/συμφιλίωσης. Ανταποδίδω την ευγενική ~. [< 1: αρχ. χειρονομία, γερμ. Cheironomie, γαλλ. geste] | |
| 56728 | χειρονομιακός | , ή, ό χει-ρο-νο-μι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις χειρονομίες: (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ή: ζωγραφική (: κατεύθυνση του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, η οποία δίνει έμφαση στον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, η χειρονομία του καλλιτέχνη στον ζωγραφικό πίνακα). [< αγγλ. gestural] | |
| 56729 | χειρονομώ | [χειρονομῶ] χει-ρο-νο-μώ ρ. (αμτβ.) {χειρονομ-είς ..., -ώντας | χειρονόμ-ησα, -ήσει}: κάνω χειρονομία ή χειρονομίες: Φώναζαν και ~ούσαν έντονα. Πήγαινε πάνω κάτω, ~ώντας.|| Προσπαθούσαν να συνεννοηθούν, ~ώντας.|| (για άσεμνη χειρονομία:) ~ησε κατά του αντιπάλου του. [< αρχ. χειρονομῶ, γαλλ. gesticuler] | |
| 32223 | χειρονομώ | μου-ντζώ-νω ρ. (μτβ.) {μούντζω-σα, -σει, μουντζώ-θηκε, -μένος, μουντζών-οντας} & μουτζώνω (προφ.) 1. χειρονομώ υβριστικά προς ένα ή περισσότερα άτομα, δίνοντας μούτζες. ΣΥΝ. φασκελώνω 2. (σπάν.-μτφ.) εκφράζω περιφρόνηση και απαξίωση για κάτι. ● ΦΡ.: με έχουν μουτζώσει: για να δηλωθεί η κακοτυχία κάποιου., τα μουτζώνω (μτφ.): εγκαταλείπω με έντονη δυσαρέσκεια εργασία, υπόθεση ή δραστηριότητα: ~ ~σε κι έφυγε. Πβ. τα βρόντηξε, τα παρατάω. [< μεσν. μου(ν)τζώνω 'εξευτελίζω, προσβάλλω'] | |
| 56730 | χειροπάλη | χει-ρο-πά-λη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μπρα ντε φερ. | |
| 56731 | χειροπέδα | χει-ρο-πέ-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) χειροπέδη 1. {στον πληθ.} καθένας από τους δύο εφαρμοστούς μεταλλικούς κρίκους, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με μικρή αλυσίδα και περνιούνται (και ασφαλίζουν) γύρω από τους καρπούς των χεριών, για τη σύλληψη ενός ατόμου και την παρεμπόδιση των κινήσεών του: ένα ζευγάρι ~ες. Δεμένος με ~ες (πβ. σιδηροδέσμιος). Του έβαλαν/πέρασαν/φόρεσαν ~ες (= τον συνέλαβαν). Του αφαίρεσαν/έβγαλαν τις ~ες. Κατάφερε να λύσει/σπάσει τις ~ες (και να ξεφύγει). Βλ. -πέδη. 2. (κατ΄επέκτ.) βραχιόλι από μέταλλο ή δέρμα: ασημένια/χρυσή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσές χειροπέδες βλ. χρυσός [< μτγν. χειροπέδη] | |
| 56732 | χειροπετσέτα | χει-ρο-πε-τσέ-τα ουσ. (θηλ.): καθεμία από τις χάρτινες πετσέτες που χρησιμοποιούνται για το στέγνωμα των χεριών μετά το πλύσιμο: μονή ~. ~ δύο φύλλων. ~ μιας χρήσης. ~ σε ρολό. Θήκη για ~ες. Επαγγελματική συσκευή ~ας. | |
| 56733 | χειροπιαστός | , ή, ό χει-ρο-πια-στός επίθ. & (σπάν.-λαϊκό) χεροπιαστός ΣΥΝ. απτός 1. (μτφ.) συγκεκριμένος, υπαρκτός, φανερός: ~ή: βελτίωση (: αληθινή, ορατή)/βοήθεια (= έμπρακτη). ~ό: αποτέλεσμα/γεγονός/παράδειγμα. ~οί: στόχοι (: προσιτοί, ρεαλιστικοί· ΑΝΤ. ανέφικτοι). ~ά: δεδομένα/οφέλη/στοιχεία/τεκμήρια (: πραγματικά). Υπάρχουν ~ές αποδείξεις για την ενοχή του. Βλ. αφηρημένος, θεωρητ-, υποθετ-, φανταστ-ικός. 2. που γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις, κυρ. μέσω της όρασης και της αφής· που έχει φυσική υπόσταση: ~ή: πραγματικότητα (ΑΝΤ. εικονική). ~ά: αντικείμενα (: υλικά)/σημάδια. Βλ. θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων. ● επίρρ.: χειροπιαστά | |
| 56734 | χειροπόδαρα | χει-ρο-πό-δα-ρα επίρρ. (προφ.) & (λαϊκό) χεροπόδαρα: από τα χέρια και τα πόδια: δεμένος ~.|| (μτφ.) Μας έχουν/κρατούν ~ (: μας ελέγχουν, δεν είμαστε ελεύθεροι να πράξουμε όπως θέλουμε). | |
| 56735 | χειροποίητος | , η, ο χει-ρο-ποί-η-τος επίθ.: που έχει φτιαχτεί με το χέρι, που δεν αποτελεί προϊόν μαζικής παραγωγής ή δεν έχει αγοραστεί έτοιμος: ~ες: δαντέλες (βλ. κοπανέλι)/κάρτες/κατασκευές (= χειροτεχνίες). ~α: έπιπλα/κεντήματα/κοσμήματα/χαλιά.|| ~ες: μαρμελάδες/πίτες. ~α: γλυκά/ζυμαρικά (βλ. κουρκουμπίνες, μακαρούνες). Πβ. παραδοσιακός, σπιτικός. Βλ. αγοραστός, α~, -ποίητος. ΑΝΤ. μηχανοποίητος ● Ουσ.: χειροποίητο (το): ενν. αντικείμενο: η ομορφιά/ποιότητα/τέχνη του ~ου. Πβ. χειροτέχνημα. [< αρχ. χειροποίητος, αγγλ. handmade] | |
| 56736 | χειροπράκτης | χει-ρο-πρά-κτης ουσ. (αρσ.) & χειροπρακτικός & (λόγ.) χειροπράκτωρ (ο/η): επαγγελματίας που εξασκεί τη χειροπρακτική. Βλ. κινησιοθεραπευτής. [< αγγλ. chiropractor, 1904, γαλλ. chiropracteur, 1937] | |
| 56737 | χειροπρακτική | χει-ρο-πρα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): θεραπευτική μέθοδος που βασίζεται στην αντίληψη ότι τα προβλήματα του κινητικού συστήματος οφείλονται σε διαταραχές του νευρικού συστήματος και στοχεύει στην αντιμετώπιση και πρόληψή τους με ειδικούς χειρισμούς και μαλάξεις στη σπονδυλική στήλη ή γενικότ. στο ερειστικό σύστημα, χωρίς εγχείρηση ή χρήση φαρμάκων. Βλ. εναλλακτική ιατρική, κινησιοθεραπεία, οστεοπαθητική. [< αγγλ. chiropractic, 1899, γαλλ. chiropractie, 1938, chiropractique] | |
| 56738 | χειροπρακτικός | , ή, ό χει-ρο-πρα-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χειροπρακτική: ~ή: μέθοδος/τεχνική. [< αγγλ. chiropractic, 1899] | |
| 56739 | χειροπρίονο | χει-ρο-πρί-ο-νο ουσ. (ουδ.): χειροκίνητο πριόνι. | |
| 56740 | χειρόπτερα | χει-ρό-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.-συνηθέστ.) -έρων}: ΖΩΟΛ. τάξη θηλαστικών (επιστ. ονομασ. Chiroptera), κυρ. εντομοφάγων, τα οποία μπορούν να πετούν χάρη στη δερμάτινη μεμβράνη που ενώνει τα δάχτυλα των μπροστινών τους ποδιών. Βλ. νυχτερίδα, νυχτοβάτης, φρουτοφάγος. [< γαλλ. cheiroptères, αγγλ. Cheiroptera] | |
| 56741 | χειροσφαίριση | χει-ρο-σφαί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. χάντμπολ. | |
| 56743 | χειροτερεύω | χει-ρο-τε-ρεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χειροτέρ-εψε κ. -ευσε, -έψει κ. -εύσει, χειροτερεύ-οντας} ΑΝΤ. καλυτερεύω 1. γίνομαι χειρότερος, επιδεινώνομαι: Το πρόβλημα ~ει μέρα με τη μέρα. Η επίδοσή του στα μαθήματα όλο και/όσο πάει και ~ει. Η κατάσταση ~εψε αισθητά/ταχύτατα. ΑΝΤ. βελτιώνομαι. 2. κάνω κάτι χειρότερο από ό,τι είναι: Παράγοντες που ~ουν την ποιότητα ζωής/την υγεία. Τα ψέματα ~εψαν τη θέση του. ΣΥΝ. επιδεινώνω ΑΝΤ. βελτιώνω, καλυτερεύω (2) [< γαλλ. détériorer, γαλλ. verschlechtern] | |
| 56744 | χειρότερος | , η, ο χει-ρό-τε-ρος επίθ. 1. (συγκρ. του επιθέτου κακός) που αξιολογείται ως πιο κακός συγκριτικά με κάποιον άλλο: ~ του αναμενόμενου (πβ. κατώτερος). Αντί να βελτιωθεί, γίνεται ~. Στη ~η περίπτωση/των περιπτώσεων. Η κατάσταση αποδείχθηκε πολύ ~η (: πιο δύσκολη) απ' όσο περίμενα/υπολόγιζα. Η ημιμάθεια είναι ~η από την αμάθεια. Έχουμε αντιμετωπίσει/δει και ~α. Συνεχίζει να κάνει τα ίδια και ~α. Βλ. τρισ~. ΑΝΤ. καλύτερος (1) 2. (ως υπερθ. με τη συνοδεία οριστικού άρθρου) που κρίνεται ως ο πιο κακός από όλους τους ομοειδείς του: ο ~ εγκληματίας/εχθρός/μαθητής. Ο ~ (= μεγαλύτερος) κίνδυνος/πόνος. Ο ~ και καταστροφικότερος πόλεμος/χειμώνας. Επιβεβαιώθηκαν οι ~οι εφιάλτες/φόβοι μου. Το ημίχρονο άρχισε με τους ~ους (: τους πιο δυσμενείς) οιωνούς. Η ~η ανάμνηση/επιλογή/στιγμή (της καριέρας μου)/τιμωρία (βλ. επώδυνος). Η δεύτερη ~η επίδοση. Η ~η από άποψη εμφάνισης (: η πιο άσχημη). Είναι η ~η (: η πιο ακατάλληλη) ώρα για να του μιλήσεις. Έφυγε με τις ~ες εντυπώσεις (ΑΝΤ. καλύτερες). Διανύω μια από τις ~ες περιόδους/φάσεις της ζωής μου. ΣΥΝ. χείριστος ● Ουσ.: χειρότερο (το): η πλέον άσχημη κατάσταση: Φοβάμαι το ~. Τα ~ έρχονται/πέρασαν. Γλίτωσε/ξεπέρασε τα ~α. Προσπάθειες να αποτραπούν τα ~α. (Προ)ετοιμαστείτε για τα ~α. Υπάρχουν και ~α. ● επίρρ.: χειρότερα ● ΣΥΜΠΛ.: χειρότερη/χειρίστη περίπτωση: ΠΛΗΡΟΦ. κατάσταση η οποία αναγκάζει αλγόριθμο ή δομή δεδομένων να καταναλώσει τον περισσότερο χρόνο ή τους περισσότερους πόρους. [< αγγλ. worst-case, 1964] ● ΦΡ.: (και) μη χειρότερα: ως απευχή για να αποτραπεί το ίδιο ή μεγαλύτερο κακό· τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν ακόμα πιο άσχημα: Περαστικά σου και ~ ~! Και ~ ~ (να λες), θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί., ό,τι χειρότερο: το πιο κακό: Το να μείνεις χωρίς δουλειά είναι ~ ~. ΑΝΤ. ό,τι καλύτερο, απ' το κακό στο χειρότερο βλ. κακό, κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα) βλ. πέρυσι, ούτε στον χειρότερο εχθρό μου βλ. εχθρός, τόσο το καλύτερο/το χειρότερο βλ. τόσο [< αρχ. χειρότερος] | |
| 56745 | χειροτεχνείο | [χειροτεχνεῖο] χει-ρο-τε-χνεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο χειροτεχνίας. | |
| 56746 | χειροτέχνημα | χει-ρο-τέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε αποτελεί προϊόν χειροτεχνίας: ντόπια/παραδοσιακά ~ατα. ~ατα από ξύλο. Έκθεση ~άτων. Βλ. εργόχειρο, μακραμέ, ονειροπαγίδα, πλεκτό, -τέχνημα. ΣΥΝ. χειροτεχνία (2) [< μτγν. χειροτέχνημα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ