| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56733 | χειροπιαστός | , ή, ό χει-ρο-πια-στός επίθ. & (σπάν.-λαϊκό) χεροπιαστός ΣΥΝ. απτός 1. (μτφ.) συγκεκριμένος, υπαρκτός, φανερός: ~ή: βελτίωση (: αληθινή, ορατή)/βοήθεια (= έμπρακτη). ~ό: αποτέλεσμα/γεγονός/παράδειγμα. ~οί: στόχοι (: προσιτοί, ρεαλιστικοί· ΑΝΤ. ανέφικτοι). ~ά: δεδομένα/οφέλη/στοιχεία/τεκμήρια (: πραγματικά). Υπάρχουν ~ές αποδείξεις για την ενοχή του. Βλ. αφηρημένος, θεωρητ-, υποθετ-, φανταστ-ικός. 2. που γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις, κυρ. μέσω της όρασης και της αφής· που έχει φυσική υπόσταση: ~ή: πραγματικότητα (ΑΝΤ. εικονική). ~ά: αντικείμενα (: υλικά)/σημάδια. Βλ. θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων. ● επίρρ.: χειροπιαστά | |
| 56734 | χειροπόδαρα | χει-ρο-πό-δα-ρα επίρρ. (προφ.) & (λαϊκό) χεροπόδαρα: από τα χέρια και τα πόδια: δεμένος ~.|| (μτφ.) Μας έχουν/κρατούν ~ (: μας ελέγχουν, δεν είμαστε ελεύθεροι να πράξουμε όπως θέλουμε). | |
| 56735 | χειροποίητος | , η, ο χει-ρο-ποί-η-τος επίθ.: που έχει φτιαχτεί με το χέρι, που δεν αποτελεί προϊόν μαζικής παραγωγής ή δεν έχει αγοραστεί έτοιμος: ~ες: δαντέλες (βλ. κοπανέλι)/κάρτες/κατασκευές (= χειροτεχνίες). ~α: έπιπλα/κεντήματα/κοσμήματα/χαλιά.|| ~ες: μαρμελάδες/πίτες. ~α: γλυκά/ζυμαρικά (βλ. κουρκουμπίνες, μακαρούνες). Πβ. παραδοσιακός, σπιτικός. Βλ. αγοραστός, α~, -ποίητος. ΑΝΤ. μηχανοποίητος ● Ουσ.: χειροποίητο (το): ενν. αντικείμενο: η ομορφιά/ποιότητα/τέχνη του ~ου. Πβ. χειροτέχνημα. [< αρχ. χειροποίητος, αγγλ. handmade] | |
| 56736 | χειροπράκτης | χει-ρο-πρά-κτης ουσ. (αρσ.) & χειροπρακτικός & (λόγ.) χειροπράκτωρ (ο/η): επαγγελματίας που εξασκεί τη χειροπρακτική. Βλ. κινησιοθεραπευτής. [< αγγλ. chiropractor, 1904, γαλλ. chiropracteur, 1937] | |
| 56737 | χειροπρακτική | χει-ρο-πρα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): θεραπευτική μέθοδος που βασίζεται στην αντίληψη ότι τα προβλήματα του κινητικού συστήματος οφείλονται σε διαταραχές του νευρικού συστήματος και στοχεύει στην αντιμετώπιση και πρόληψή τους με ειδικούς χειρισμούς και μαλάξεις στη σπονδυλική στήλη ή γενικότ. στο ερειστικό σύστημα, χωρίς εγχείρηση ή χρήση φαρμάκων. Βλ. εναλλακτική ιατρική, κινησιοθεραπεία, οστεοπαθητική. [< αγγλ. chiropractic, 1899, γαλλ. chiropractie, 1938, chiropractique] | |
| 56738 | χειροπρακτικός | , ή, ό χει-ρο-πρα-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χειροπρακτική: ~ή: μέθοδος/τεχνική. [< αγγλ. chiropractic, 1899] | |
| 56739 | χειροπρίονο | χει-ρο-πρί-ο-νο ουσ. (ουδ.): χειροκίνητο πριόνι. | |
| 56740 | χειρόπτερα | χει-ρό-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.-συνηθέστ.) -έρων}: ΖΩΟΛ. τάξη θηλαστικών (επιστ. ονομασ. Chiroptera), κυρ. εντομοφάγων, τα οποία μπορούν να πετούν χάρη στη δερμάτινη μεμβράνη που ενώνει τα δάχτυλα των μπροστινών τους ποδιών. Βλ. νυχτερίδα, νυχτοβάτης, φρουτοφάγος. [< γαλλ. cheiroptères, αγγλ. Cheiroptera] | |
| 56741 | χειροσφαίριση | χει-ρο-σφαί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. χάντμπολ. | |
| 56742 | χειροτέρευση | χει-ρο-τέ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (σπάν.-προφ.) χειροτέρεψη & χειροτέρεμα: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χειροτερεύω: ~ της θέσης του κατηγορούμενου (πβ. επιβάρυνση)/του καιρού/των συμπτωμάτων (μιας νόσου). Αναμένεται δραματική/ραγδαία ~ του βιοτικού επιπέδου/της οικονομίας/των όρων και συνθηκών εργασίας/της ποιότητας ζωής. Παρατηρείται απότομη ~ της κατάστασης της υγείας του. ΣΥΝ. επιδείνωση ΑΝΤ. βελτίωση, καλυτέρευση [< γαλλ. détérioration, γερμ. Verschlechterung] | |
| 56743 | χειροτερεύω | χει-ρο-τε-ρεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χειροτέρ-εψε κ. -ευσε, -έψει κ. -εύσει, χειροτερεύ-οντας} ΑΝΤ. καλυτερεύω 1. γίνομαι χειρότερος, επιδεινώνομαι: Το πρόβλημα ~ει μέρα με τη μέρα. Η επίδοσή του στα μαθήματα όλο και/όσο πάει και ~ει. Η κατάσταση ~εψε αισθητά/ταχύτατα. ΑΝΤ. βελτιώνομαι. 2. κάνω κάτι χειρότερο από ό,τι είναι: Παράγοντες που ~ουν την ποιότητα ζωής/την υγεία. Τα ψέματα ~εψαν τη θέση του. ΣΥΝ. επιδεινώνω ΑΝΤ. βελτιώνω, καλυτερεύω (2) [< γαλλ. détériorer, γαλλ. verschlechtern] | |
| 56744 | χειρότερος | , η, ο χει-ρό-τε-ρος επίθ. 1. (συγκρ. του επιθέτου κακός) που αξιολογείται ως πιο κακός συγκριτικά με κάποιον άλλο: ~ του αναμενόμενου (πβ. κατώτερος). Αντί να βελτιωθεί, γίνεται ~. Στη ~η περίπτωση/των περιπτώσεων. Η κατάσταση αποδείχθηκε πολύ ~η (: πιο δύσκολη) απ' όσο περίμενα/υπολόγιζα. Η ημιμάθεια είναι ~η από την αμάθεια. Έχουμε αντιμετωπίσει/δει και ~α. Συνεχίζει να κάνει τα ίδια και ~α. Βλ. τρισ~. ΑΝΤ. καλύτερος (1) 2. (ως υπερθ. με τη συνοδεία οριστικού άρθρου) που κρίνεται ως ο πιο κακός από όλους τους ομοειδείς του: ο ~ εγκληματίας/εχθρός/μαθητής. Ο ~ (= μεγαλύτερος) κίνδυνος/πόνος. Ο ~ και καταστροφικότερος πόλεμος/χειμώνας. Επιβεβαιώθηκαν οι ~οι εφιάλτες/φόβοι μου. Το ημίχρονο άρχισε με τους ~ους (: τους πιο δυσμενείς) οιωνούς. Η ~η ανάμνηση/επιλογή/στιγμή (της καριέρας μου)/τιμωρία (βλ. επώδυνος). Η δεύτερη ~η επίδοση. Η ~η από άποψη εμφάνισης (: η πιο άσχημη). Είναι η ~η (: η πιο ακατάλληλη) ώρα για να του μιλήσεις. Έφυγε με τις ~ες εντυπώσεις (ΑΝΤ. καλύτερες). Διανύω μια από τις ~ες περιόδους/φάσεις της ζωής μου. ΣΥΝ. χείριστος ● Ουσ.: χειρότερο (το): η πλέον άσχημη κατάσταση: Φοβάμαι το ~. Τα ~ έρχονται/πέρασαν. Γλίτωσε/ξεπέρασε τα ~α. Προσπάθειες να αποτραπούν τα ~α. (Προ)ετοιμαστείτε για τα ~α. Υπάρχουν και ~α. ● επίρρ.: χειρότερα ● ΣΥΜΠΛ.: χειρότερη/χειρίστη περίπτωση: ΠΛΗΡΟΦ. κατάσταση η οποία αναγκάζει αλγόριθμο ή δομή δεδομένων να καταναλώσει τον περισσότερο χρόνο ή τους περισσότερους πόρους. [< αγγλ. worst-case, 1964] ● ΦΡ.: (και) μη χειρότερα: ως απευχή για να αποτραπεί το ίδιο ή μεγαλύτερο κακό· τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν ακόμα πιο άσχημα: Περαστικά σου και ~ ~! Και ~ ~ (να λες), θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί., ό,τι χειρότερο: το πιο κακό: Το να μείνεις χωρίς δουλειά είναι ~ ~. ΑΝΤ. ό,τι καλύτερο, απ' το κακό στο χειρότερο βλ. κακό, κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα) βλ. πέρυσι, ούτε στον χειρότερο εχθρό μου βλ. εχθρός, τόσο το καλύτερο/το χειρότερο βλ. τόσο [< αρχ. χειρότερος] | |
| 56745 | χειροτεχνείο | [χειροτεχνεῖο] χει-ρο-τε-χνεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο χειροτεχνίας. | |
| 56746 | χειροτέχνημα | χει-ρο-τέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε αποτελεί προϊόν χειροτεχνίας: ντόπια/παραδοσιακά ~ατα. ~ατα από ξύλο. Έκθεση ~άτων. Βλ. εργόχειρο, μακραμέ, ονειροπαγίδα, πλεκτό, -τέχνημα. ΣΥΝ. χειροτεχνία (2) [< μτγν. χειροτέχνημα] | |
| 56747 | χειροτέχνης | χει-ρο-τέ-χνης ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με κάποια χειροτεχνική δραστηριότητα. Βλ. μάστορας, τεχνίτης. [< αρχ. χειροτέχνης ‘τεχνίτης’] | |
| 56748 | χειροτεχνία | χει-ρο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) 1. χειροποίητη κατασκευή χρηστικών ή διακοσμητικών αντικειμένων από απλά υλικά· συνεκδ. το αντίστοιχο σχολικό μάθημα στο Δημοτικό: ελληνική/λαϊκή ~. Είδη/προϊόντα ~ας. Βλ. άυλη (πολιτιστική) κληρονομιά, λαϊκή τέχνη.|| (ως καλλιτεχνική δραστηριότητα:) Εργαστήριο (= χειροτεχνείο)/μπλοκ/σετ/χαρτιά (βλ. γκοφρέ, γλασέ, κανσόν)/χρώματα ~ας. Βλ. οριγκάμι, χαρτο-κολλητική, -κοπτική, -τεχνία. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) χειροτέχνημα: παραδοσιακές ~ες. Παιδικές/χριστουγεννιάτικες ~ες. ~ες μαθητών/από πηλό. 3. (συνεκδ.) η αντίστοιχη βιοτεχνική μονάδα. Βλ. οικοτεχνία. [< αρχ. χειροτεχνία ‘χειρωνακτική εργασία ή τέχνη’] | |
| 56749 | χειροτεχνικός | , ή, ό χει-ρο-τε-χνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χειροτεχνία: ~ές: δημιουργίες/δραστηριότητες/κατασκευές. [< αρχ. χειροτεχνικός] | |
| 56750 | χειροτεχνώ | [χειροτεχνῶ] χει-ρο-τε-χνώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χειροτεχν-εί, -ώντας | χειροτέχν-ησε, -ήσει, -ημένος} (λόγ.): κατασκευάζω χειροτεχνήματα: αντικείμενα ~ημένα με μεράκι. Βλ. φιλοτεχνώ. [< αρχ. χειροτεχνῶ] | |
| 56751 | χειροτονητήριος | , α, ο, χει-ρο-το-νη-τή-ρι-ος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στη χειροτόνηση: ~ος: λόγος του νέου μητροπολίτη … ~α: ομιλία. | |
| 56752 | χειροτονία | χει-ρο-το-νί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) χειροτόνηση 1. ΕΚΚΛΗΣ. ιεροτελεστία κατά την οποία ο επίσκοπος, βάζοντας το χέρι του στο κεφάλι του χειροτονούμενου, τον προάγει σε έναν από τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης· το μυστήριο της ιεροσύνης: επισκοπική/ιερατική ~. ~ διακόνου/πρεσβυτέρου. Πβ. χειροθεσία. Βλ. άξιος! άξιος!, αποστολική διαδοχή, διά της επιθέσεως/δι' επιθέσεως των χειρών, πρεσβεία. 2. ΑΡΧ. ψηφοφορία με ανάταση του χεριού. [< μτγν. χειροτονία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ