| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56753 | χειροτονώ | [χειροτονῶ] χει-ρο-το-νώ ρ. (μτβ.) {χειροτον-εί, -ώντας | χειροτόν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: ΕΚΚΛΗΣ. (για επίσκοπο) τελώ χειροτονία: ~ήθηκε Μητροπολίτης. Πβ. χειροθετώ, χρίζω. ΣΥΝ. προχειρίζω [< μτγν. χειροτονῶ] | |
| 56754 | χειρουργείο | [χειρουργεῖο] χει-ρουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) ΙΑΤΡ. 1. αίθουσα νοσοκομείου κατάλληλα εξοπλισμένη για τη διενέργεια χειρουργικών επεμβάσεων: σηπτικό/σύγχρονο ~. Γάντια/είδη/εργαλεία/ιματισμός/μάσκα/μπλούζα/ποδονάρια/τραπέζι/υλικά ~ου. Η προϊσταμένη του ~ου. (για ασθενή) Μπήκε στο/βγήκε από το ~.|| (σπάν.) Κινητό ~ (= κινητή χειρουργική μονάδα). 2. (προφ.-συνεκδ.) χειρουργική επέμβαση: απλό/βαρύ/δύσκολο ~. ~ ρουτίνας. Επείγοντα/πειραματικά/προγραμματισμένα/τακτικά ~α. ~ καρδιάς/καταρράκτη. Αναβολή του ~ου. Ανάρρωση μετά το ~. ● ΣΥΜΠΛ.: χειρουργείο μιας ημέρας: που δεν απαιτεί νοσηλεία. [< 1: γαλλ. salle d'opération] | |
| 56755 | χειρουργήσιμος | , η, ο χει-ρουρ-γή-σι-μος επίθ. (λόγ.): εγχειρήσιμος. | |
| 56756 | χειρουργική | χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. αντιμετώπιση κλινικών καταστάσεων με εγχείρηση· (κατ' επέκτ., κ. με κεφαλ. Χ) ο αντίστοιχος κλάδος της ιατρικής: αρθροσκοπική/γναθοπροσωπική/γυναικολογική/ενδοσκοπική/κλινική/κτηνιατρική/λαπαροσκοπική/ορθοπαιδική/ρομποτική ~. ~ γόνατος/δέρματος/θώρακος/καταρράκτη/σπονδυλικής στήλης. Ελάχιστα επεμβατική ~. Πβ. εγχειρητική. Βλ. αγγειο~, γναθο~, ηλεκτρο~, καρδιο~, κρυο~, μικρο~, νευρο~, παιδο~, τηλε~. 2. (συνεκδ.) το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: αισθητική χειρουργική: επεμβατική αποκατάσταση σωματικών ατελειών ή ανωμαλιών· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος κλάδος της πλαστικής χειρουργικής: ~ ~ με λέιζερ. ~ ~ βλεφάρων (= βλεφαροπλαστική)/προσώπου/στήθους. Βλ. ρινοπλαστική., γενική χειρουργική: κλάδος της χειρουργικής που ειδικεύεται κυρ. στις επεμβάσεις κοιλίας., διαθλαστική χειρουργική: βελτίωση ή διόρθωση της αμετρωπίας, μέσω της επεμβατικής μεταβολής του σχήματος του κερατοειδούς ή της τοποθέτησης ενδοφακών· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος κλάδος της οφθαλμολογίας: ~ ~ με λέιζερ., επανορθωτική χειρουργική: επέμβαση για την επανόρθωση μετατραυματικών ή μετεγχειρητικών σωματικών ή/και δερματικών δυσμορφιών· κατ΄επέκτ. ο αντίστοιχος κλάδος της πλαστικής χειρουργικής: ~ ~ μετά από μαστεκτομή. [< γαλλ. chirurgie réparatrice] , ορθογναθική χειρουργική βλ. ορθογναθικός, παιδιατρική χειρουργική βλ. παιδιατρικός, πλαστική χειρουργική βλ. πλαστικός, χειρουργική της κλειδαρότρυπας βλ. κλειδαρότρυπα [< μτγν. χειρουργική (τέχνη), αγγλ. surgery, γαλλ. chirurgie] | |
| 56757 | χειρουργικός | , ή, ό χει-ρουρ-γι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την εγχείρηση ή τη χειρουργική: ~ός: ασθενής/διαχωρισμός σιαμαίων/εξοπλισμός/θάλαμος/χρόνος. ~ή: αντιμετώπιση (της παχυσαρκίας)/αποκατάσταση/αφαίρεση (κύστης)/διακοπή κύησης. ~ό: ατσάλι/κρεβάτι/μικροσκόπιο/νυστέρι. ~ές: διορθώσεις/επιπλοκές/λοιμώξεις. ~ά: γάντια/δίοπτρα. Πβ. εγχειρητικός.|| ~ή: Αναισθησιολογία/Εμφυτευματολογία/Ογκολογία/Ορθοπαιδική/Οφθαλμολογία/Τραυματολογία. Βλ. ηλεκτρο~, καρδιο~, κρυο~, μικρο~, νευρο~. 2. (αργκό, κυρ. στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ) που γίνεται με καλυμμένο τρόπο, προσεκτικά: ~ή: διαιτησία. ● επίρρ.: χειρουργικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: με χειρουργική επέμβαση: Ο όγκος πρέπει να αφαιρεθεί ~. ● ΣΥΜΠΛ.: χειρουργική επέμβαση: εγχείρηση. [< αγγλ. surgical operation, γαλλ. intervention chirurgicale] ● ΦΡ.: με χειρουργική ακρίβεια βλ. ακρίβεια1 [< αρχ. χειρουργικός, γαλλ. chirurgical] | |
| 56758 | χειρούργος | [χειροῦργος] χει-ρούρ-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (επίσ.) χειρουργός 1. γιατρός που εξασκεί τη χειρουργική: αισθητικός/γενικός/ειδικευόμενος/ειδικός/εφημερεύων/θεράπων ~. ~ καρδιάς (= καρδιοχειρουργός)/θώρακος/μεταμοσχεύσεων. ~ ογκολόγος.|| Ρομπότ ~. 2. γιατρός που εκτελεί συγκεκριμένες χειρουργικές επεμβάσεις στα σημεία του σώματος που βρίσκονται στο πεδίο της ειδίκευσής του: ~ γυναικολόγος/ορθοπαιδικός/ουρολόγος/οφθαλμίατρος/ωτορινολαρυγγολόγος. ~ οδοντίατρος. ~ κτηνίατρος. Ενδοσκοπικός χειρουργός. Βλ. γναθο-, μικρο-, νευρο-, παιδο-χειρουργός, -ουργός1. ● ΣΥΜΠΛ.: πλαστικός-επανορθωτικός χειρουργός βλ. πλαστικός ● ΦΡ.: με χειρουργική ακρίβεια βλ. ακρίβεια1 [< μτγν. χειρουργός 'αυτός που ασκεί μια τέχνη με τα χέρια', γαλλ. chirurgien] | |
| 56759 | χειρουργώ | [χειρουργῶ] χει-ρουρ-γώ ρ. (μτβ.) {χειρουργ-είς ..., -ώντας | χειρούργ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος} 1. υποβάλλω κάποιον σε χειρουργική επέμβαση: Τον ~ούσαν για ... ώρες. ~ήθηκε στα μάτια. Νοσηλεύτηκε και πρόκειται να ~ηθεί. 2. (αργκό, κυρ. στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ, για διαιτητή) επιβάλλω με έντεχνο τρόπο ποινές σε μια ομάδα προκειμένου να ευνοηθεί η αντίπαλός της. ● Μτχ.: χειρουργημένος , η, ο: ~ο: πόδι. Αισθητική βελτίωση/επίδεση της ~ης περιοχής. Ενοχλήσεις στο ~ο του γόνατο.|| (για πρόσ.) ~ πρόσφατα για αφαίρεση όγκου/χολής. Είναι ~ στη μέση.|| (ως ουσ.) Η κατάσταση/μετεγχειρητική πορεία του ~ου. ΑΝΤ. ανεγχείρητος [< αρχ. χειρουργῶ] | |
| 56760 | χειροφίλημα | χει-ρο-φί-λη-μα ουσ. (ουδ.) {χειροφιλήμ-ατα} 1. φίλημα του χεριού γυναίκας από άνδρα, κυρ. παλαιότ. σε ένδειξη ευγένειας, ή του χεριού υψηλού ή αξιοσέβαστου προσώπου, ως έκφραση σεβασμού. Βλ. χειραψία. 2. (μτφ.) δουλοπρεπής στάση, υποτακτική συμπεριφορά: φιλοφρονήσεις και ~ατα. Πβ. γλείψιμο. [< γαλλ. baisemain] | |
| 56761 | χειροφρενιά | χει-ρο-φρε-νιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (αργκό): στροφή του οχήματος που γίνεται με χρήση του χειρόφρενου, ενώ έχει αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, και έχει ως αποτέλεσμα οι πίσω τροχοί να μπλοκάρουν, το όχημα να χάνει την πρόσφυσή του και να γλιστρά: Τραβάει ~ιές. Βλ. ανάποδο τιμόνι, κωλιά, παντιλίκια, σπινιάρισμα, τετ α κε. [< αμερικ. handbrake turn, 1968] | |
| 56762 | χειρόφρενο | χει-ρό-φρε-νο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. χειροκίνητο φρένο για την ακινητοποίηση σταματημένου οχήματος: ηλεκτρικό/μηχανικό/υδραυλικό ~. Φούσκα ~ου. Βάζω/δένω/σηκώνω/τραβώ (το) ~. Κατεβάζω/λύνω (το) ~ (: για να μπορέσει το όχημα να κινηθεί και πάλι). ΣΥΝ. χειροκίνητη πέδη. Βλ. λεβιέ, ποδόφρενο. 2. (μτφ.) απεργία οδηγών Μέσων Μαζικής Μεταφοράς: ~ στις αστικές συγκοινωνίες. ● χειρόφρενα (τα) (αργκό): χειροφρενιές. [< αγγλ. handbrake, γαλλ. frein à main] | |
| 56763 | χείρων | , ων, ον χεί-ρων επίθ. {χείρ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (αρχαιοπρ.): χειρότερος. ● ΦΡ.: (και έσται) η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης βλ. πλάνη1, εκ/μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον βλ. βέλτιστος, επί τα βελτίω/επί τα χείρω βλ. επί & επ' & εφ' [< αρχ. χείρων] | |
| 56764 | χειρώνακτας | χει-ρώ-να-κτας ουσ. (αρσ.) (επίσ.) & (σπάν.) χειρωνάκτης & (αρχαιοπρ.) χειρώναξ: πρόσωπο που κάνει χειρωνακτική εργασία: ανειδίκευτοι ~ες. (ως επίθ.) ~ες: εργάτες. [< αρχ. χειρῶναξ, γαλλ. manœuvre] | |
| 56765 | χειρωνακτικός | , ή, ό χει-ρω-να-κτι-κός επίθ.: που γίνεται με τα χέρια: ~ή: εργασία (ΑΝΤ. πνευματική). ~ά: επαγγέλματα (βλ. εργάτης, μάστορας, τεχνίτης).|| ~ές: δεξιότητες/δραστηριότητες/τέχνες (π.χ. γλυπτική, ζωγραφική, κεραμική).|| ~ή: εισαγωγή δεδομένων (ΑΝΤ. αυτόματη). ● επίρρ.: χειρωνακτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. χειρωνακτικός, γαλλ. manuel] | |
| 56766 | χέλι | χέ-λι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. σαρκοφάγο ψάρι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Anguilla anguilla), με μακρόστενο σώμα, όπως αυτό του φιδιού, γλοιώδες δέρμα, συνήθ. σκουρόχρωμη ράχη και ανοιχτόχρωμη κοιλιά: ηλεκτρικό/ηλεκτροφόρο ~. Βλ. άποδα, κυπρίνος, λάμπραινα, μουγγρί, σμέρνα.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Καπνιστό ~.|| (μτφ.) Κορμί σαν ~ (: ευλύγιστο). Κολυμπά σαν ~. ● ΦΡ.: ξεγλιστρά/γλιστρά σαν (το) χέλι: ξεφεύγει με δεξιοτεχνία από δύσκολες ή επικίνδυνες καταστάσεις: Σε κρίσιμες ερωτήσεις, ~ ~ (: ελίσσεται, υπεκφεύγει). ~ησε ~ μέσα απ' τα χέρια της Αστυνομίας. [< γαλλ. glisser comme une anguille ] [< μεσν. χέλι] | |
| 56767 | χελιδόνα | χε-λι-δό-να ουσ. (θηλ.) 1. (λογοτ.) θηλυκό χελιδόνι. 2. ΛΑΟΓΡ. (κυρ. παλαιότ.) έθιμο του Μαρτίου κατά το οποίο τα παιδιά γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, κρατώντας ομοίωμα χελιδονιού και τραγουδώντας κάλαντα, για να υποδεχτούν την άνοιξη· το συγκεκριμένο ομοίωμα ή τα σχετικά κάλαντα (χελιδονίσματα). | |
| 56768 | χελιδόνι | χε-λι-δό-νι ουσ. (ουδ.) {χελιδον-ιού | -ιών}: ΟΡΝΙΘ. εντομοφάγο αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Hirundo rustica) με σώμα σκουρόχρωμο στο πάνω μέρος και λευκό στο κάτω, μακριές μυτερές φτερούγες και διχαλωτή ουρά: ο ερχομός των ~ιών ως προάγγελος της άνοιξης. Τα ~ια χτίζουν τις φωλιές τους. Βλ. νερο-, πετρο-χελίδονο. ● Υποκ.: χελιδονάκι (το) ● ΦΡ.: ένας κούκος/ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη βλ. άνοιξη [< μτγν. χελιδόνιον ‘χελιδονάκι’ < αρχ. χελιδών] | |
| 56769 | χελιδονίσματα | χε-λι-δο-νί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χελιδόνισμα}: ΛΑΟΓΡ. ανοιξιάτικα κάλαντα που συνόδευαν κυρ. παλαιότ. το έθιμο της χελιδόνας. [< μτγν. χελιδόνισμα] | |
| 56770 | χελιδονοφωλιά | χε-λι-δο-νο-φω-λιά ουσ. (θηλ.) 1. φωλιά χελιδονιού. 2. ΜΑΓΕΙΡ. (κατ' επέκτ.) γαρνιτούρα αντίστοιχου σχήματος: γαρίδες σε ~. Πβ. φωλιά. ● χελιδονοφωλιές (οι): ΜΑΓΕΙΡ. εκλεκτό έδεσμα (σούπα) της κινεζικής κουζίνας. [< 2: γαλλ. nid d'hirondelle] | |
| 56771 | χελιδονόχορτο | χε-λι-δο-νό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. δακτυλίτιδα. | |
| 56772 | χελιδονόψαρο | χε-λι-δο-νό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. κοινή ονομασία ψαριών του αφρού (οικογ. Εxocoetidae) τα οποία μπορούν να πετούν για μικρό χρονικό διάστημα έξω από το νερό και έχουν μακρόστενο σώμα και πτερύγια που μοιάζουν με φτερά. Βλ. καπόνι, -ψαρο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ