| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56793 | χερούλι | χε-ρού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): χειρολαβή: μεταλλικό ~. Το ~ της κατσαρόλας/της πόρτας (= πόμολο). Δίσκος με ~ια (= χέρια). [< μεσν. χερούλι] | |
| 56794 | χερσαίος | , α, ο [χερσαῖος] χερ-σαί-ος επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή υπάρχει στην ξηρά: ~α: διάβαση (βλ. στενά)/διαδρομή/επικοινωνία/ζώνη (βλ. αιγιαλός). ~ο: τείχος. ~ες: εκτάσεις/μεταφορές (πβ. οδικός· βλ. εναέριος)/περιοχές (= ηπειρωτικές)/συγκοινωνίες. ~α: εδάφη/μεταφορικά μέσα/οχήματα (βλ. τροχοφόρο)/σύνορα. Πβ. χέρσος.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ος: αποκλεισμός. ~α: εισβολή/επέμβαση/επίθεση (βλ. αεροπορ-, ναυτ-ικός). ~ες: βάσεις/δυνάμεις/επιχειρήσεις/μονάδες. ~α: στρατεύματα.|| (ΟΙΚΟΛ.-ΒΟΤ.) ~α: βιοποικιλότητα (βλ. υδάτινος)/πανίδα. ~ο: περιβάλλον (πβ. γήινος). ~α: οικοσυστήματα (βλ. λιμναίος, ποτάμιος)/φυτά.|| (ΖΩΟΛ.) ~α: ασπόνδυλα/ερπετά/ζώα/θηλαστικά/μαλάκια (βλ. γαστερόποδα)/σπονδυλωτά.|| (ΓΕΩΛ.) ~ες: αποθέσεις. Βλ. -αίος. ΑΝΤ. θαλάσσιος [< αρχ. χερσαῖος] | |
| 56795 | χερσόνησος | χερ-σό-νη-σος ουσ. (θηλ.) {χερσονήσ-ου}: ΓΕΩΓΡ. μεγάλο κομμάτι ξηράς που εισχωρεί στη θάλασσα: η Βαλκανική/Σκανδιναβική ~. Η ~ του Αγίου Όρους/Άθω (ή αθωνική ~). Βλ. ακρωτήριο, κόλπος, λαιμός. [< αρχ. χερσόνησος] | |
| 56796 | χέρσος | , ος/α, ο χέρ-σος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν έχει οργωθεί· ακαλλιέργητος: ~ος: τόπος (= χερσότοπος). ~ο: κομμάτι (γης). ~ες: εκτάσεις. ~α: χωράφια. Πβ. άγονος. 2. χερσαίος, ηπειρωτικός. ● Ουσ.: χέρσο (το): ενν. έδαφος, μέρος., χέρσος (η): χερσαίο περιβάλλον· ξηρά: τα ζώα της ~ου και της θάλασσας. [< αρχ. χέρσος] | |
| 56797 | χερσότοπος | χερ-σό-το-πος ουσ. (αρσ.): χέρσα έκταση γης. Βλ. -τοπος. | |
| 56798 | χερτζ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & χερτς (συντομ. Hz): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της συχνότητας ίση με έναν κύκλο ανά δευτερόλεπτο. Βλ. γιγα-, κιλο-, μεγα-χέρτζ. [< γερμ. Hertz, αγγλ. hertz, περ. 1928, γαλλ. ~, 1930, γερμ. ανθρ. H. R. Ηertz] | |
| 56799 | χέσιμο | χέ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χέζω. Πβ. αφόδευση.|| (μτφ.) Μου έριξε ένα ~ (πβ. μπινελίκι). ● Υποκ.: χεσιματάκι (το) ● ΦΡ.: είναι για χέσιμο (προφ.): είναι άξιος επικριτικών σχολίων ή περιφρόνησης. | |
| 56800 | χέστης | χέ-στης ουσ. (αρσ.) (προφ.): δειλός, φοβητσιάρης. Πβ. κατουρλής. | |
| 56801 | χέστρα | χέ-στρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. λεκάνη τουαλέτας. 2. χέστης. | |
| 56802 | χετζ φαντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΟΙΚΟΝ. εταιρεία επενδύσεων με μικρό αριθμό επενδυτών, η οποία χρησιμοποιεί τεχνικές υψηλού κινδύνου για μεγιστοποίηση των κερδών: κερδοσκοπικά ~ς. [< αγγλ. hedge fund, 1966] | |
| 56803 | χέω | χέ-ω ρ. (μτβ.) (αρχαιοπρ.): χύνω. Βλ. δια~, εγ~, εκ~. [< αρχ. χέω] | |
| 56804 | χηλή | χη-λή ουσ. (θηλ.) ΖΩΟΛ. 1. η οπλή των ιπποειδών ή το διχαλωτό νύχι των μηρυκαστικών. 2. καθένα από τα δύο στοματικά εξαρτήματα με τη μορφή λαβίδων, τα οποία φέρουν ορισμένα αρθρόποδα, για τη σύλληψη και θανάτωση των θηραμάτων τους: οι ~ές της αράχνης/του σκορπιού. Βλ. δαγκάνα. [< αρχ. χηλή] | |
| 56805 | χηλοειδές | χη-λο-ει-δές ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης βλάβη του δέρματος μετά από τραυματισμό, η οποία οφείλεται σε υπερβολική ανάπτυξη συνδετικού ιστού και επεκτείνεται και πέρα από τα όρια του αρχικού τραύματος: υπερτροφικές ουλές και ~ή. [< γαλλ. chéloïde, αγγλ. cheloid] | |
| 56806 | χηλοειδής | , ής, ές χη-λο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το χηλοειδές: ~είς: ουλές. Βλ. -ειδής. | |
| 56807 | χημεία | χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. (κ. με κεφαλ. Χ) επιστήμη που μελετά τις ιδιότητες, τη σύνθεση και την ατομική και μοριακή δομή της ύλης, καθώς και τις μεταβολές που υφίσταται· συνεκδ. το διδασκόμενο μάθημα και το αντίστοιχο βιβλίο: ατμοσφαιρική/βιοναλυτική/βιολογική (= βιο~)/βιομηχανική/γενική/γεωργική/δομική/εγκληματολογική/εφαρμοσμένη/θαλάσσια/θεωρητική/κλινική/πυρηνική/συνθετική/υπολογιστική/φαρμακευτική ~. ~ εδάφους/μετάλλων/περιβάλλοντος (= περιβαλλοντική ~)/πολυμερών/υλικών/φυσικών προϊόντων. ~ του αίματος/της ατμόσφαιρας. Βλ. αγρο~, ανοσοϊστο~, ανοσο~, γεω~, ηλεκτρο~, θερμο~, ιστο~, κβαντο~, κυτταρο~, μικρο~, νευρο~, πετρο~, ραδιο~, στερεο~, φαρμακο~, φυσικο~, φωτο~, θετικές επιστήμες, φυσικές επιστήμες.|| Χρώματα οικολογικά ή ήπιας ~ας (= χημικής σύστασης). 2. (μτφ.) έλξη ή συμπάθεια μεταξύ δύο προσώπων, ταύτιση, ταίριασμα των χαρακτήρων τους: ερωτική/σεξουαλική ~. Δεν υπάρχει ~ (μεταξύ τους)/δεν έχουν ~ (= δεν κολλούν, δεν ταιριάζουν). ● χημείες (οι) (αργκό) 1. χημικά σκευάσματα, αναβολικά· ναρκωτικά: Παίρνει ~. 2. μάγια, μαγικά. Βλ. αλχημεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ανόργανη χημεία & (λόγ.) ανόργανος χημεία: κλάδος που μελετά τη σύσταση, δομή, ταξινόμηση και ονοματολογία των ανόργανων ενώσεων., ιατρική χημεία: κλάδος με αντικείμενό του την εφαρμογή των γνώσεων της χημείας στους επιστημονικούς τομείς που σχετίζονται με την ιατρική (φυσιολογία, φαρμακολογία)., οργανική χημεία: κλάδος που μελετά τη σύσταση, δομή, ταξινόμηση και ονοματολογία των οργανικών ενώσεων: πειραματική ~ ~., Αναλυτική Χημεία βλ. αναλυτικός, κβαντική χημεία βλ. κβαντικός, πράσινη χημεία βλ. πράσινος, χημεία τροφίμων βλ. τρόφιμα [< μτγν. χυμεία 'τέχνη της ένωσης των μετάλλων' < αρχ. χυμός, μεσν. χημεία, γαλλ. chimie, αγγλ. chemistry] | |
| 56808 | χημείο | [χημεῖο] χη-μεί-ο ουσ. (ουδ.): χημικό εργαστήριο: ~ (αναλύσεων) κρασιού/νερού. Το ~ του σχολείου. ● ΣΥΜΠΛ.: (Γενικό) Χημείο του Κράτους (ακρ. ΓΧΚ): κρατική υπηρεσία αρμόδια κυρ. για τη θέσπιση των όρων που πρέπει να πληρούν τα διάφορα προϊόντα προκειμένου να διατεθούν στην κατανάλωση, για τη διενέργεια εργαστηριακών ελέγχων για εξακρίβωση της καταλληλότητάς τους και για την επιθεώρηση των χώρων παρασκευής και διάθεσής τους. [< γαλλ. laboratoire de chimie] | |
| 56809 | χημειοεμβολισμός | χη-μει-ο-εμ-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. έγχυση χημειοθεραπευτικών στις αρτηρίες για την αντιμετώπιση του καρκίνου. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. chemo infusion] | |
| 56810 | χημειοθεραπεία | χη-μει-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. αντιμετώπιση ογκολογικών νόσων μέσω της χορήγησης δραστικών χημικών ουσιών: εντατική/επικουρική/κυτταροτοξική/συμπληρωματική/συνδυασμένη ~. ~ καρκίνου. Δόσεις/κύκλοι ~ας. Οι παρενέργειες της ~ας. Βλ. ακτινο-, ορμονο-θεραπεία, αντιμεταβολίτες, φωτο~. 2. (καταχρ.) χημειοπροφύλαξη. [< γαλλ. chimiothérapie, 1911, γερμ. Chemotherapie, 1907, αγγλ. chemotherapy, 1910] | |
| 56811 | χημειοθεραπευτικός | , ή, ό χη-μει-ο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με τη χημειοθεραπεία: ~ή: αγωγή. ~ές: ουσίες. ~ά: σκευάσματα/σχήματα. ● Ουσ.: χημειοθεραπευτικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ενν. φάρμακα. [< γαλλ. chimiothérapique, 1922, γερμ. chemotherapeutisch, αγγλ. chemotherapeutic, 1907] | |
| 56812 | χημειομετρία | χη-μει-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. εφαρμογή των μαθηματικών και της στατιστικής στη μέτρηση και ανάλυση χημικών δεδομένων· συνεκδ. ο αντίστοιχος κλάδος. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. chimiométrie, αγγλ. chemometrics] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ