| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56787 | χεροδύναμος | , η, ο βλ. χειροδύναμος | |
| 56788 | χερόμυλος | βλ. χειρόμυλος | |
| 56789 | χεροπιαστός | , ή, ό βλ. χειροπιαστός | |
| 56790 | χεροπόδαρα | βλ. χειροπόδαρα | |
| 56791 | Χερουβείμ | Χε-ρου-βείμ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & Χερουβίμ: ΕΚΚΛΗΣ. τάγμα αγγέλων, φρουρών του Παραδείσου μετά την πτώση των πρωτοπλάστων· (σπανιότ. στον εν.) καθένας από τους αγγέλους που ανήκουν σε αυτό και εικονίζονται συνήθ. ως φτερωτά παιδιά. Βλ. ουράνια ιεραρχία, Σεραφείμ. [< μτγν. χερουβ(ε)ίμ] | |
| 56792 | χερουβικός | , ή, ό χε-ρου-βι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τα Χερουβείμ: ~ός: θρόνος. Βλ. αγγελ-, σεραφ-ικός. ● Ουσ.: χερουβικό (το): ύμνος της Θείας Λειτουργίας, που ψάλλεται σε αργό μέλος μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εισόδου. Βλ. κοινωνικό(ν). [< μτγν. χερουβικός] | |
| 56793 | χερούλι | χε-ρού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): χειρολαβή: μεταλλικό ~. Το ~ της κατσαρόλας/της πόρτας (= πόμολο). Δίσκος με ~ια (= χέρια). [< μεσν. χερούλι] | |
| 56794 | χερσαίος | , α, ο [χερσαῖος] χερ-σαί-ος επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή υπάρχει στην ξηρά: ~α: διάβαση (βλ. στενά)/διαδρομή/επικοινωνία/ζώνη (βλ. αιγιαλός). ~ο: τείχος. ~ες: εκτάσεις/μεταφορές (πβ. οδικός· βλ. εναέριος)/περιοχές (= ηπειρωτικές)/συγκοινωνίες. ~α: εδάφη/μεταφορικά μέσα/οχήματα (βλ. τροχοφόρο)/σύνορα. Πβ. χέρσος.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ος: αποκλεισμός. ~α: εισβολή/επέμβαση/επίθεση (βλ. αεροπορ-, ναυτ-ικός). ~ες: βάσεις/δυνάμεις/επιχειρήσεις/μονάδες. ~α: στρατεύματα.|| (ΟΙΚΟΛ.-ΒΟΤ.) ~α: βιοποικιλότητα (βλ. υδάτινος)/πανίδα. ~ο: περιβάλλον (πβ. γήινος). ~α: οικοσυστήματα (βλ. λιμναίος, ποτάμιος)/φυτά.|| (ΖΩΟΛ.) ~α: ασπόνδυλα/ερπετά/ζώα/θηλαστικά/μαλάκια (βλ. γαστερόποδα)/σπονδυλωτά.|| (ΓΕΩΛ.) ~ες: αποθέσεις. Βλ. -αίος. ΑΝΤ. θαλάσσιος [< αρχ. χερσαῖος] | |
| 56795 | χερσόνησος | χερ-σό-νη-σος ουσ. (θηλ.) {χερσονήσ-ου}: ΓΕΩΓΡ. μεγάλο κομμάτι ξηράς που εισχωρεί στη θάλασσα: η Βαλκανική/Σκανδιναβική ~. Η ~ του Αγίου Όρους/Άθω (ή αθωνική ~). Βλ. ακρωτήριο, κόλπος, λαιμός. [< αρχ. χερσόνησος] | |
| 56796 | χέρσος | , ος/α, ο χέρ-σος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν έχει οργωθεί· ακαλλιέργητος: ~ος: τόπος (= χερσότοπος). ~ο: κομμάτι (γης). ~ες: εκτάσεις. ~α: χωράφια. Πβ. άγονος. 2. χερσαίος, ηπειρωτικός. ● Ουσ.: χέρσο (το): ενν. έδαφος, μέρος., χέρσος (η): χερσαίο περιβάλλον· ξηρά: τα ζώα της ~ου και της θάλασσας. [< αρχ. χέρσος] | |
| 56797 | χερσότοπος | χερ-σό-το-πος ουσ. (αρσ.): χέρσα έκταση γης. Βλ. -τοπος. | |
| 56798 | χερτζ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & χερτς (συντομ. Hz): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της συχνότητας ίση με έναν κύκλο ανά δευτερόλεπτο. Βλ. γιγα-, κιλο-, μεγα-χέρτζ. [< γερμ. Hertz, αγγλ. hertz, περ. 1928, γαλλ. ~, 1930, γερμ. ανθρ. H. R. Ηertz] | |
| 56799 | χέσιμο | χέ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χέζω. Πβ. αφόδευση.|| (μτφ.) Μου έριξε ένα ~ (πβ. μπινελίκι). ● Υποκ.: χεσιματάκι (το) ● ΦΡ.: είναι για χέσιμο (προφ.): είναι άξιος επικριτικών σχολίων ή περιφρόνησης. | |
| 56800 | χέστης | χέ-στης ουσ. (αρσ.) (προφ.): δειλός, φοβητσιάρης. Πβ. κατουρλής. | |
| 56801 | χέστρα | χέ-στρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. λεκάνη τουαλέτας. 2. χέστης. | |
| 56802 | χετζ φαντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΟΙΚΟΝ. εταιρεία επενδύσεων με μικρό αριθμό επενδυτών, η οποία χρησιμοποιεί τεχνικές υψηλού κινδύνου για μεγιστοποίηση των κερδών: κερδοσκοπικά ~ς. [< αγγλ. hedge fund, 1966] | |
| 56803 | χέω | χέ-ω ρ. (μτβ.) (αρχαιοπρ.): χύνω. Βλ. δια~, εγ~, εκ~. [< αρχ. χέω] | |
| 56804 | χηλή | χη-λή ουσ. (θηλ.) ΖΩΟΛ. 1. η οπλή των ιπποειδών ή το διχαλωτό νύχι των μηρυκαστικών. 2. καθένα από τα δύο στοματικά εξαρτήματα με τη μορφή λαβίδων, τα οποία φέρουν ορισμένα αρθρόποδα, για τη σύλληψη και θανάτωση των θηραμάτων τους: οι ~ές της αράχνης/του σκορπιού. Βλ. δαγκάνα. [< αρχ. χηλή] | |
| 56805 | χηλοειδές | χη-λο-ει-δές ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης βλάβη του δέρματος μετά από τραυματισμό, η οποία οφείλεται σε υπερβολική ανάπτυξη συνδετικού ιστού και επεκτείνεται και πέρα από τα όρια του αρχικού τραύματος: υπερτροφικές ουλές και ~ή. [< γαλλ. chéloïde, αγγλ. cheloid] | |
| 56806 | χηλοειδής | , ής, ές χη-λο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το χηλοειδές: ~είς: ουλές. Βλ. -ειδής. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ