| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56813 | χημειομετρικός | , ή, ό χη-μει-ο-με-τρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη χημειομετρία: ~ή: ανάλυση. ~ές: μέθοδοι/τεχνικές. [< γαλλ. chimiométrique, αγγλ. chemometric] | |
| 56814 | χημειοπροφύλαξη | χη-μει-ο-προ-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προληπτική χορήγηση αντιβιοτικού φαρμάκου, με σκοπό την αποτροπή ανάπτυξης συγκεκριμένης νόσου ή λοίμωξης· προφυλακτική αντιβίωση: αντιμικροβιακή ~ (: πριν από οδοντιατρικές ή χειρουργικές επεμβάσεις). ΣΥΝ. χημειοθεραπεία (2) [< γαλλ. chimioprophylaxie, αγγλ. chemoprophylaxis, 1931, chemoprevention, 1976] | |
| 56815 | χημειοτακτικός | , ή, ό χη-μει-ο-τα-κτι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τη χημειοταξία: ~ή: δράση. [< γαλλ. chimiotactique, αγγλ. chemotactic] | |
| 56816 | χημειοτακτισμός | χη-μει-ο-τα-κτι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. χημειοταξία: ~ των ηωσινόφιλων. Διαταραχή του ~ού. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. chimiotactisme] | |
| 56817 | χημειοταξία | χη-μει-ο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. μετακίνηση προς ή απομάκρυνση κυττάρων από τη θέση όπου έχει συντελεστεί μια χημική (ανοσολογική) αντίδραση, ως απάντηση στο συγκεκριμένο ερέθισμα. ΣΥΝ. χημειοτακτισμός [< αγγλ. chemotaxis, γαλλ. chimiotactisme] | |
| 56818 | χημειοϋποδοχείς | [χημειοϋποδοχεῖς] χη-μει-ο-ϋ-πο-δο-χείς ουσ. (αρσ.) (οι): ΙΑΤΡ. νευρικές απολήξεις οι οποίες δέχονται χημικά ερεθίσματα: κύτταρα-~. Βλ. γευστικοί κάλυκες. [< αγγλ. chemoreceptors, 1906, γαλλ. chimiorécepteurs, 1950, chémorécepteurs] | |
| 56819 | χημειοφωταύγεια | χη-μει-ο-φω-ταύ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. φωταύγεια παραγόμενη κατά τη διάρκεια ορισμένων χημικών αντιδράσεων. [< γαλλ. chimioluminescence, 1929, αγγλ. chemiluminescence] | |
| 56820 | χημικός | , ή, ό χη-μι-κός επίθ. ΧΗΜ. 1. που σχετίζεται με τη χημεία: ~ός: δείκτης/έλεγχος προϊόντων. ~ή: βιομηχανία/επεξεργασία/ουσία/σύσταση. ~ό: διάλυμα/πείραμα. ~οί: αντιδραστήρες/διαλύτες. ~ές: διαδικασίες/διεργασίες. ~ά: δεδομένα/ερεθίσματα. Βλ. βιο~, ηλεκτρο~, ραδιο~, στερεο~, φυσικο~, φωτο~.|| ~ή: Θερμοδυναμική/Μηχανική/Ωκεανογραφία. Βλ. νευρο~. 2. που αναφέρεται στη σύνθεση χημικών ουσιών ή προϊόντων· κατ' επέκτ. που προκαλείται από τη χρήση χημικών: ~ός: καθαρισμός (βλ. βιολογικός). ~ό: πίλινγκ. ~ές: βαφές/προσμείξεις. ~ά: απόβλητα/απορρυπαντικά/λιπάσματα/τρόφιμα.|| (ΟΙΚΟΛ.) ~ή: ρύπανση. ~ό: νέφος.|| ~οί: ψεκασμοί (με φυτοφάρμακα).|| ~ή: (και πυρηνική) απειλή (ενν. πολέμου). ● Ουσ.: χημικά (τα) 1. προϊόντα σε υγρή, αέρια ή στερεή μορφή, με αρνητικές συνήθ. επιπτώσεις στο περιβάλλον και τον ανθρώπινο οργανισμό: βελτιωτικά/βιομηχανικά/διαβρωτικά/επικίνδυνα/περιβαλλοντικά/τοξικά ~. ~ επεξεργασίας νερού/καθαρισμού/ψεκασμού. Βλ. πετρο~.|| Καλλιέργειες χωρίς (αγροτικά) ~ (: φυτοφάρμακα/λιπάσματα). 2. ενν. αέρια ή σπανιότ. όπλα: Οι αστυνομικοί έκαναν χρήση ~ών (βλ. δακρυ-, καπνο-γόνα).|| Επίθεση με ~., Χημικό (το) (προφ.): το αντίστοιχο πανεπιστημιακό τμήμα. ● επίρρ.: χημικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: χημική ενέργεια: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. το σύνολο της δυναμικής ενέργειας που απαιτείται για τη συγκρότηση μορίων χημικών ενώσεων, κάτω από την επίδραση ηλεκτρομαγνητικών δυνάμεων. [< γαλλ. énergie chimique, αγγλ. chemical energy] , χημική τουαλέτα: τύπος μεταφερόμενης τουαλέτας στην οποία γίνεται χρήση υγρών χημικών, διαλυμένων σε νερό, για τον καθαρισμό των λυμάτων: ~ ~ αεροπλάνου/τροχόσπιτου. ~ές ~ες δημόσιας χρήσης. [< αγγλ. chemical toilet] , χημικός μηχανικός: απόφοιτος της Σχολής Χημικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου, ο οποίος ασχολείται με τον σχεδιασμό των εγκαταστάσεων και την παραγωγή προϊόντων στη χημική βιομηχανία. [< αγγλ. chemical engineer] , βιολογικός/πυρηνικός/χημικός πόλεμος βλ. πόλεμος, χημικά όπλα βλ. όπλο, χημικά/πολεμικά αέρια βλ. αέριο, χημική ανάλυση, χημική δίαιτα βλ. δίαιτα, χημική κινητική βλ. κινητική, χημική συγγένεια βλ. συγγένεια, χημικό στοιχείο βλ. στοιχείο, χημικό χαρτί βλ. χαρτί, χημικός τύπος βλ. τύπος [< γαλλ. chimique, αγγλ. chemic(al)] | |
| 56821 | χημικός | χη-μι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη χημεία· ειδικότ. καθηγητής Χημείας: ~ ναυτιλίας. [< γαλλ. chimiste, αγγλ. chemist] | |
| 56822 | χημισμός | χη-μι-σμός ουσ. (αρσ.): το σύνολο των χημικών αντιδράσεων που συντελούνται σε κάποιο σώμα, οι χημικές του ιδιότητες. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. chimisme, αγγλ. chemism] | |
| 56823 | χήνα | χή-να ουσ. (θηλ.) {χην-ών}: οικόσιτο νηκτικό πτηνό με γκρι ή άσπρο χρώμα (επιστ. ονομασ. Anser anser): εκτροφή/κυνήγι ~ας. Αβγά/πούπουλα/φτερά ~ας. Ο λαιμός/το ράμφος της ~ας. Σμήνος από ~ες. Βλ. αγριόχηνα, κύκνος, πάπια.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Γεμιστή/ψητή ~. Κρέας/πατέ ~ας. ● Υποκ.: χηνούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πόδι της χήνας (προφ.): ρυτίδες γύρω από τα μάτια., βήμα/βάδισμα (της) χήνας βλ. βήμα ● ΦΡ.: η κότα με τα χρυσά αβγά/που κάνει/γεννά τα χρυσά αβγά βλ. κότα [< μεσν. χήνα] | |
| 56824 | χηνάκι | χη-νά-κι ουσ. (ουδ.): νεαρή χήνα, χηνόπουλο. Πβ. χηνάρι. | |
| 56825 | χηνάρι | χη-νά-ρι ουσ. (ουδ.): (λαϊκό) χηνάκι. [< μεσν. χηνάρι] | |
| 56826 | χηνόμορφα | χη-νό-μορ-φα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΡΝΙΘ. τάξη πτηνών στην οποία ανήκουν οι χήνες. Βλ. στεγανόποδα. [< γαλλ. ansériformes] | |
| 56827 | χήρα | χή-ρα ουσ. (θηλ.): γυναίκα που έχει χηρεύσει: η ~ του εκλιπόντος. Έμεινε ~. ~ες και ορφανά. Βλ. ζωντο~, χήρος. ● ΣΥΜΠΛ.: εύθυμη χήρα (ειρων.): για γυναίκα της οποίας η συμπεριφορά και η εξωτερική εμφάνιση δίνουν την εντύπωση πως δεν έχει λυπηθεί ιδιαίτερα για τον θάνατο του συζύγου της. [< γερμ. Die lustige Witwe, 1905, οπερέτα του Φρ. Λέχαρ] , μαύρη χήρα: ΖΩΟΛ. δηλητηριώδης αράχνη (επιστ. ονομασ. Latrodectus mactans) με στρογγυλό μαύρο ή καφέ σώμα, το θηλυκό της οποίας έχει κόκκινο σχηματισμό στο κάτω μέρος της κοιλιάς και συχνά τρώει το αρσενικό μετά το ζευγάρωμα. [< αγγλ. black widow] ● ΦΡ.: (κάνει) σαν τη χήρα στο κρεβάτι (προφ.-ειρων.): για κάποιον πολύ ανυπόμονο., σαν κλαμένη χήρα: (προφ.) με αξιολύπητο ύφος., κλαίν'/κλαίνε οι χήρες, κλαίν'/κλαίνε κι οι παντρεμένες βλ. κλαίω, ο οβολός της χήρας βλ. οβολός [< αρχ. χήρα] | |
| 56828 | χηρεία | χη-ρεί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. η κατάσταση της χήρας ή του χήρου: σύνταξη ~ας (βλ. επιζών). Βλ. μονογονεϊκότητα, ορφάνια. 2. (μτφ.) η κατάσταση στην οποία περιέρχεται μια θέση εξαιτίας θανάτου ή απομάκρυνσης, παραίτησης, συνταξιοδότησης του κατόχου της: ~ έδρας (στο Κοινοβούλιο)/του (Πατριαρχικού) Θρόνου. Σε περίπτωση ~ας της θέσης του Προέδρου, ... Η Επισκοπή είναι/βρίσκεται/κηρύχθηκε/(δια)τελεί εν/σε ~. [< 1: αρχ. χηρεία] | |
| 56829 | χηρεμένος | χη-ρευ-ά-με-νος ουσ. (αρσ.), χηρευάμενη (η) (λαϊκό): χήρος. | |
| 56830 | χηρεύω | χη-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {χήρ-εψε, -έψει, χηρεύ-οντας, λόγ. μτχ. ενεστ. χηρεύ-ων, -ουσα, ον} (λόγ.): μένω χωρίς σύζυγο εξαιτίας του θανάτου του/της: ~εψε νέα.|| (επίσ.) Απονομή μερίσματος σε ορφανικές και ~ουσες οικογένειες (των Ενόπλων Δυνάμεων). ● χηρεύει (μτφ.): (για θέση) μένει κενή, εξαιτίας θανάτου ή απομάκρυνσης, παραίτησης, συνταξιοδότησης του κατόχου της: ~εψε ο Οικουμενικός Θρόνος. Η έδρα (καθηγητή) έχει ~έψει από το ... ~ουσες: Μητροπόλεις. [< αρχ. χηρεύω] | |
| 56831 | χήρος | [χῆρος] χή-ρος ουσ. (αρσ.): άνδρας που έχει χηρεύσει. Βλ. ζωντο~, χήρα. [< αρχ. χῆρος] | |
| 56832 | χθαμαλός | , ή, ό χθα-μα-λός επίθ. (αρχαιοπρ.) 1. χαμηλός. 2. (μτφ.) ταπεινός. [< 1: αρχ. χθαμαλός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ