Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57280-57300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56807χημείαχη-μεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. (κ. με κεφαλ. Χ) επιστήμη που μελετά τις ιδιότητες, τη σύνθεση και την ατομική και μοριακή δομή της ύλης, καθώς και τις μεταβολές που υφίσταται· συνεκδ. το διδασκόμενο μάθημα και το αντίστοιχο βιβλίο: ατμοσφαιρική/βιοναλυτική/βιολογική (= βιο~)/βιομηχανική/γενική/γεωργική/δομική/εγκληματολογική/εφαρμοσμένη/θαλάσσια/θεωρητική/κλινική/πυρηνική/συνθετική/υπολογιστική/φαρμακευτική ~. ~ εδάφους/μετάλλων/περιβάλλοντος (= περιβαλλοντική ~)/πολυμερών/υλικών/φυσικών προϊόντων. ~ του αίματος/της ατμόσφαιρας. Βλ. αγρο~, ανοσοϊστο~, ανοσο~, γεω~, ηλεκτρο~, θερμο~, ιστο~, κβαντο~, κυτταρο~, μικρο~, νευρο~, πετρο~, ραδιο~, στερεο~, φαρμακο~, φυσικο~, φωτο~, θετικές επιστήμες, φυσικές επιστήμες.|| Χρώματα οικολογικά ή ήπιας ~ας (= χημικής σύστασης). 2. (μτφ.) έλξη ή συμπάθεια μεταξύ δύο προσώπων, ταύτιση, ταίριασμα των χαρακτήρων τους: ερωτική/σεξουαλική ~. Δεν υπάρχει ~ (μεταξύ τους)/δεν έχουν ~ (= δεν κολλούν, δεν ταιριάζουν).χημείες (οι) (αργκό) 1. χημικά σκευάσματα, αναβολικά· ναρκωτικά: Παίρνει ~. 2. μάγια, μαγικά. Βλ. αλχημεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ανόργανη χημεία & (λόγ.) ανόργανος χημεία: κλάδος που μελετά τη σύσταση, δομή, ταξινόμηση και ονοματολογία των ανόργανων ενώσεων., ιατρική χημεία: κλάδος με αντικείμενό του την εφαρμογή των γνώσεων της χημείας στους επιστημονικούς τομείς που σχετίζονται με την ιατρική (φυσιολογία, φαρμακολογία)., οργανική χημεία: κλάδος που μελετά τη σύσταση, δομή, ταξινόμηση και ονοματολογία των οργανικών ενώσεων: πειραματική ~ ~., Αναλυτική Χημεία βλ. αναλυτικός, κβαντική χημεία βλ. κβαντικός, πράσινη χημεία βλ. πράσινος, χημεία τροφίμων βλ. τρόφιμα [< μτγν. χυμεία 'τέχνη της ένωσης των μετάλλων' < αρχ. χυμός, μεσν. χημεία, γαλλ. chimie, αγγλ. chemistry]
56808χημείο[χημεῖο] χη-μεί-ο ουσ. (ουδ.): χημικό εργαστήριο: ~ (αναλύσεων) κρασιού/νερού. Το ~ του σχολείου. ● ΣΥΜΠΛ.: (Γενικό) Χημείο του Κράτους (ακρ. ΓΧΚ): κρατική υπηρεσία αρμόδια κυρ. για τη θέσπιση των όρων που πρέπει να πληρούν τα διάφορα προϊόντα προκειμένου να διατεθούν στην κατανάλωση, για τη διενέργεια εργαστηριακών ελέγχων για εξακρίβωση της καταλληλότητάς τους και για την επιθεώρηση των χώρων παρασκευής και διάθεσής τους. [< γαλλ. laboratoire de chimie]
56809χημειοεμβολισμόςχη-μει-ο-εμ-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. έγχυση χημειοθεραπευτικών στις αρτηρίες για την αντιμετώπιση του καρκίνου. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. chemo infusion]
56810χημειοθεραπείαχη-μει-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. αντιμετώπιση ογκολογικών νόσων μέσω της χορήγησης δραστικών χημικών ουσιών: εντατική/επικουρική/κυτταροτοξική/συμπληρωματική/συνδυασμένη ~. ~ καρκίνου. Δόσεις/κύκλοι ~ας. Οι παρενέργειες της ~ας. Βλ. ακτινο-, ορμονο-θεραπεία, αντιμεταβολίτες, φωτο~. 2. (καταχρ.) χημειοπροφύλαξη. [< γαλλ. chimiothérapie, 1911, γερμ. Chemotherapie, 1907, αγγλ. chemotherapy, 1910]
56811χημειοθεραπευτικός, ή, ό χη-μει-ο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με τη χημειοθεραπεία: ~ή: αγωγή. ~ές: ουσίες. ~ά: σκευάσματα/σχήματα. ● Ουσ.: χημειοθεραπευτικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ενν. φάρμακα. [< γαλλ. chimiothérapique, 1922, γερμ. chemotherapeutisch, αγγλ. chemotherapeutic, 1907]
56812χημειομετρίαχη-μει-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. εφαρμογή των μαθηματικών και της στατιστικής στη μέτρηση και ανάλυση χημικών δεδομένων· συνεκδ. ο αντίστοιχος κλάδος. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. chimiométrie, αγγλ. chemometrics]
56813χημειομετρικός, ή, ό χη-μει-ο-με-τρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη χημειομετρία: ~ή: ανάλυση. ~ές: μέθοδοι/τεχνικές. [< γαλλ. chimiométrique, αγγλ. chemometric]
56814χημειοπροφύλαξηχη-μει-ο-προ-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προληπτική χορήγηση αντιβιοτικού φαρμάκου, με σκοπό την αποτροπή ανάπτυξης συγκεκριμένης νόσου ή λοίμωξης· προφυλακτική αντιβίωση: αντιμικροβιακή ~ (: πριν από οδοντιατρικές ή χειρουργικές επεμβάσεις). ΣΥΝ. χημειοθεραπεία (2) [< γαλλ. chimioprophylaxie, αγγλ. chemoprophylaxis, 1931, chemoprevention, 1976]
56815χημειοτακτικός, ή, ό χη-μει-ο-τα-κτι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τη χημειοταξία: ~ή: δράση. [< γαλλ. chimiotactique, αγγλ. chemotactic]
56816χημειοτακτισμόςχη-μει-ο-τα-κτι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. χημειοταξία: ~ των ηωσινόφιλων. Διαταραχή του ~ού. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. chimiotactisme]
56817χημειοταξίαχη-μει-ο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. μετακίνηση προς ή απομάκρυνση κυττάρων από τη θέση όπου έχει συντελεστεί μια χημική (ανοσολογική) αντίδραση, ως απάντηση στο συγκεκριμένο ερέθισμα. ΣΥΝ. χημειοτακτισμός [< αγγλ. chemotaxis, γαλλ. chimiotactisme]
56818χημειοϋποδοχείς[χημειοϋποδοχεῖς] χη-μει-ο-ϋ-πο-δο-χείς ουσ. (αρσ.) (οι): ΙΑΤΡ. νευρικές απολήξεις οι οποίες δέχονται χημικά ερεθίσματα: κύτταρα-~. Βλ. γευστικοί κάλυκες. [< αγγλ. chemoreceptors, 1906, γαλλ. chimiorécepteurs, 1950, chémorécepteurs]
56819χημειοφωταύγειαχη-μει-ο-φω-ταύ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. φωταύγεια παραγόμενη κατά τη διάρκεια ορισμένων χημικών αντιδράσεων. [< γαλλ. chimioluminescence, 1929, αγγλ. chemiluminescence]
56820χημικός, ή, ό χη-μι-κός επίθ. ΧΗΜ. 1. που σχετίζεται με τη χημεία: ~ός: δείκτης/έλεγχος προϊόντων. ~ή: βιομηχανία/επεξεργασία/ουσία/σύσταση. ~ό: διάλυμα/πείραμα. ~οί: αντιδραστήρες/διαλύτες. ~ές: διαδικασίες/διεργασίες. ~ά: δεδομένα/ερεθίσματα. Βλ. βιο~, ηλεκτρο~, ραδιο~, στερεο~, φυσικο~, φωτο~.|| ~ή: Θερμοδυναμική/Μηχανική/Ωκεανογραφία. Βλ. νευρο~. 2. που αναφέρεται στη σύνθεση χημικών ουσιών ή προϊόντων· κατ' επέκτ. που προκαλείται από τη χρήση χημικών: ~ός: καθαρισμός (βλ. βιολογικός). ~ό: πίλινγκ. ~ές: βαφές/προσμείξεις. ~ά: απόβλητα/απορρυπαντικά/λιπάσματα/τρόφιμα.|| (ΟΙΚΟΛ.) ~ή: ρύπανση. ~ό: νέφος.|| ~οί: ψεκασμοί (με φυτοφάρμακα).|| ~ή: (και πυρηνική) απειλή (ενν. πολέμου). ● Ουσ.: χημικά (τα) 1. προϊόντα σε υγρή, αέρια ή στερεή μορφή, με αρνητικές συνήθ. επιπτώσεις στο περιβάλλον και τον ανθρώπινο οργανισμό: βελτιωτικά/βιομηχανικά/διαβρωτικά/επικίνδυνα/περιβαλλοντικά/τοξικά ~. ~ επεξεργασίας νερού/καθαρισμού/ψεκασμού. Βλ. πετρο~.|| Καλλιέργειες χωρίς (αγροτικά) ~ (: φυτοφάρμακα/λιπάσματα). 2. ενν. αέρια ή σπανιότ. όπλα: Οι αστυνομικοί έκαναν χρήση ~ών (βλ. δακρυ-, καπνο-γόνα).|| Επίθεση με ~., Χημικό (το) (προφ.): το αντίστοιχο πανεπιστημιακό τμήμα. ● επίρρ.: χημικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: χημική ενέργεια: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. το σύνολο της δυναμικής ενέργειας που απαιτείται για τη συγκρότηση μορίων χημικών ενώσεων, κάτω από την επίδραση ηλεκτρομαγνητικών δυνάμεων. [< γαλλ. énergie chimique, αγγλ. chemical energy] , χημική τουαλέτα: τύπος μεταφερόμενης τουαλέτας στην οποία γίνεται χρήση υγρών χημικών, διαλυμένων σε νερό, για τον καθαρισμό των λυμάτων: ~ ~ αεροπλάνου/τροχόσπιτου. ~ές ~ες δημόσιας χρήσης. [< αγγλ. chemical toilet] , χημικός μηχανικός: απόφοιτος της Σχολής Χημικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου, ο οποίος ασχολείται με τον σχεδιασμό των εγκαταστάσεων και την παραγωγή προϊόντων στη χημική βιομηχανία. [< αγγλ. chemical engineer] , βιολογικός/πυρηνικός/χημικός πόλεμος βλ. πόλεμος, χημικά όπλα βλ. όπλο, χημικά/πολεμικά αέρια βλ. αέριο, χημική ανάλυση, χημική δίαιτα βλ. δίαιτα, χημική κινητική βλ. κινητική, χημική συγγένεια βλ. συγγένεια, χημικό στοιχείο βλ. στοιχείο, χημικό χαρτί βλ. χαρτί, χημικός τύπος βλ. τύπος [< γαλλ. chimique, αγγλ. chemic(al)]
56821χημικόςχη-μι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη χημεία· ειδικότ. καθηγητής Χημείας: ~ ναυτιλίας. [< γαλλ. chimiste, αγγλ. chemist]
56822χημισμόςχη-μι-σμός ουσ. (αρσ.): το σύνολο των χημικών αντιδράσεων που συντελούνται σε κάποιο σώμα, οι χημικές του ιδιότητες. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. chimisme, αγγλ. chemism]
56823χήναχή-να ουσ. (θηλ.) {χην-ών}: οικόσιτο νηκτικό πτηνό με γκρι ή άσπρο χρώμα (επιστ. ονομασ. Anser anser): εκτροφή/κυνήγι ~ας. Αβγά/πούπουλα/φτερά ~ας. Ο λαιμός/το ράμφος της ~ας. Σμήνος από ~ες. Βλ. αγριόχηνα, κύκνος, πάπια.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Γεμιστή/ψητή ~. Κρέας/πατέ ~ας. ● Υποκ.: χηνούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πόδι της χήνας (προφ.): ρυτίδες γύρω από τα μάτια., βήμα/βάδισμα (της) χήνας βλ. βήμα ● ΦΡ.: η κότα με τα χρυσά αβγά/που κάνει/γεννά τα χρυσά αβγά βλ. κότα [< μεσν. χήνα]
56824χηνάκιχη-νά-κι ουσ. (ουδ.): νεαρή χήνα, χηνόπουλο. Πβ. χηνάρι.
56825χηνάριχη-νά-ρι ουσ. (ουδ.): (λαϊκό) χηνάκι. [< μεσν. χηνάρι]
56826χηνόμορφαχη-νό-μορ-φα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΡΝΙΘ. τάξη πτηνών στην οποία ανήκουν οι χήνες. Βλ. στεγανόποδα. [< γαλλ. ansériformes]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.