Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57300-57320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56833χθες & χτεςεπίρρ. & (προφ.) εχθές, εχτές 1. η ακριβώς προηγούμενη μέρα της σημερινής: Ήρθε ~. ~ (το) βράδυ. Αγνοείται από ~ το μεσημέρι. Βλ. αύριο.|| Λες και ήταν/μου φαίνεται σαν ~ που ... ΣΥΝ. εψές & ψες 2. (κατ' επέκτ.) στο παρελθόν, πριν από λίγο καιρό: ο κόσμος ~ και σήμερα (= άλλοτε και τώρα). Τίποτα δεν είναι όπως ~. Μέχρι ~ μου έλεγε πως ... ● Ουσ.: χθες (το): το παρελθόν: εικόνες/επαγγέλματα του ~ (και του σήμερα). Μνήμες από το ~. ● ΦΡ.: χθες προχθές: πριν από λίγες μέρες, απροσδιόριστα: ~ ~ διάβασα ότι ... Βλ. τις προάλλες. [< αρχ. χθές, μεσν. χτες]
56834χθεσινοβραδινός, ή, ό χθε-σι-νο-βρα-δι-νός επίθ. & (προφ.) χτεσινοβραδινός: που συνέβη το χθεσινό βράδυ: ~ός: αγώνας. ~ή: συγκέντρωση/συνάντηση.|| (ως ουσ.) Μετά τα ~ά (ενν. γεγονότα), ...
56835χθεσινός, ή, ό χθε-σι-νός επίθ. & (προφ.) χτεσινός 1. που συνέβη χθες: η ~ή απόφαση/μέρα/νύχτα. Το ~ό συμβάν. Πβ. ψεσινός. Βλ. προ~.|| (ως ουσ.) Μετά τα ~ά (ενν. γεγονότα, επεισόδια), ... 2. (μτφ.) που δεν είναι πρόσφατος· ανεπίκαιρος: ~α: νέα (ΑΝΤ. φρέσκα). 3. (σπάν.) του παρελθόντος: ο ~ κόσμος. ● ΦΡ.: δεν είναι χθεσινός (μτφ.-προφ.): υπάρχει από παλιά, δεν είναι καινούργιος: ~ ~ στη δουλειά (: δδιαθέτει μεγάλη εμπειρία).|| Η διαφθορά ~ ~ό φαινόμενο., ξαναζεσταμένο/χθεσινό φαγητό/φαΐ βλ. ξαναζεσταίνω [< μτγν. χθεσινός]
56836χθόνιος, α, ο χθό-νι-ος επίθ. (λόγ.) 1. ΜΥΘ. που σχετίζεται με τον Άδη, με τον κάτω κόσμο και κατ΄επέκτ. με τα έγκατα της Γης: ~οι θεοί/~ες θεότητες. ~ Ερμής (= ψυχοπομπός). 2. επίγειος: ~ες: δυνάμεις.|| (ως ουσ.) Το ουράνιο και το ~ο. 3. (μτφ.) δόλιος, ύπουλος: ~ες: σκέψεις. Πβ. κατα~, υπο~. [< αρχ. χθόνιος]
56837χιεπιφών.: (συνήθ. σε επανάληψη) για να δηλωθεί γελάκι: ~ ~! Πολύ αστείο! Πβ. χα. [< λ. ηχομιμητ.]
56838χι1ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το εικοστό δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: ~ κεφαλαίο (Χ). ~ μικρό (χ). ● ΦΡ.: χ (ψ, ω) & (σπάν.) x y z (πρόφ. χι, ψι, ζεντ): για να δηλωθεί κάτι πολύ αόριστα: Για ~ ~ λόγους. [< αρχ. χεῖ, μτγν. χῖ]
56839χι2ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σχήμα, σχηματισμός Χ: Διέγραψε όλο το κείμενο με ένα μεγάλο ~. Σημειώστε ~ στο τετραγωνάκι, για να δηλώσετε τη σωστή απάντηση. Βλ. τικ3.|| (μτφ.-προφ.) Βάλε (ένα) ~ σε ό,τι σε στενοχωρεί (: πάψε να σκέφτεσαι).|| (νεαν. αργκό) Έφαγε/του έριξε ~. Πβ. χυλόπιτα. ● ΦΡ.: σημειώσατε 1/2/Χ 1. (σε αποτελέσματα ποδοσφαιρικών αγώνων) νίκησε ο γηπεδούχος, ο φιλοξενούμενος ή ήρθαν ισοπαλία, αντίστοιχα. 2. (μτφ.-προφ.) επικρατεί ο πρώτος από τους αναφερόμενους, ο δεύτερος ή είναι ισοδύναμοι αντίστοιχα: οικονομία-ποιότητα: ~ ~. [< γαλλ. Χ]
56840χιάζωχι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {συνήθ. μεσοπαθ.} (επιστ.): διασταυρώνω σε σχήμα Χ: Ίνες/νευρώνες που ~ονται. [< μτγν. χιάζω]
56841χιακός, ή, ό χι-α-κός επίθ. (επίσ.): χιώτικος. [< μτγν. χιακός]
56842χίασμαχί-α-σμα ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. διασταύρωση των νεύρων ή των χρωματίδων: οπτικό ~. [< μτγν. χίασμα ΄χιαστή διάταξη΄, γαλλ.-αγγλ. chiasma]
56843χιασμόςχι-α-σμός ουσ. (αρσ.) (επιστ.) 1. ΦΙΛΟΛ. χιαστό σχήμα. 2. διασταύρωση σε σχήμα Χ: (ΚΑΛ.ΤΕΧΝ., στη γλυπτική των κλασικών χρόνων) ~ των κινήσεων.|| (ΑΝΑΤ.) ~ των πυραμίδων. [< 1: μτγν. χιασμός, γαλλ. chiasme, αγγλ. chiasmus]
56844χιαστίχι-α-στί επίρρ. (λόγ.) ΣΥΝ. σταυροειδώς, σταυρωτά 1. σε σχήμα Χ: Χέρια πιασμένα ~. (ΜΑΘ.) Πολλαπλασιάζω ~. (ως επίθ.) ~ σύνδεση/σύρματα/τσάντα (: που κρέμεται στον ώμο διαγώνια). Άγκυρες (: σύμβολο του Λιμενικού Σώματος)/δέσιμο/χαρακιές ~. 2. (σε ομαδικά αθλήματα) για ομάδες οι οποίες αγωνίζονται μεταξύ τους σε διασταυρωμένα ζεύγη, με βάση την κατάταξή τους σε ομίλους: (ως επίθ.) ~ ματς/παιχνίδια. [< μτγν. χιαστί]
56845χιαστός, ή, ό χι-α-στός επίθ.: που έχει σχήμα, μορφή Χ: ~ός: σταυρός. ~ή: διάταξη/σύνδεση. ~ές: γραμμές/τιράντες. ΣΥΝ. σταυροειδής, σταυρωτός ● ΣΥΜΠΛ.: χιαστό (σχήμα): ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου στο οποίο δύο λέξεις ή φράσεις που αναφέρονται σε δύο προηγούμενες λέξεις ή φράσεις εκφέρονται αντίστροφα, έτσι ώστε τοποθετημένες σχηματικά να δημιουργούν μεταξύ τους Χ: π.χ. του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει. Όταν σε βλέπω χαίρομαι, λυπούμαι όταν σε χάσω. Βλ. υπερβατό σχήμα., χιαστός σύνδεσμος & (προφ.) χιαστός: ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο συνδέσμους που βρίσκονται στο κέντρο του γόνατος και σταθεροποιούν την άρθρωσή του: πρόσθιος και οπίσθιος ~ ~. Ρήξη ~ού. [< μτγν. χιαστός]
56846χιλι-βλ. χιλιο-.
56847χιλιάδα

χι-λιά-δα ουσ. (θηλ.): σύνολο χιλίων ομοειδών στοιχείων: (ΜΑΘ.) δεκάδα, εκατοντάδα και ~ (: χίλιες μονάδες). Καμιά ~ άρθρα (: περίπου χίλια). Διαδηλωτές που συνέρρεαν κατά ~ες. Βλ. -άδα.χιλιάδες (οι) 1. ως απόλυτο αριθμητικό: δέκα ~ συγκεντρωμένοι πολίτες. Πέντε ~ τόνοι (τροφίμων). Το έτος δύο ~ είκοσι ... Ποσό διακοσίων ~ων ευρώ.|| (πάρα πολλοί) ~ κόσμου (σπανιότ. κόσμος). Δεκάδες ~ πρόσφυγες. Εκατοντάδες, ή καλύτερα ~ τα θύματα του σεισμού. 2. (μτφ.-εμφατ., συνήθ. για κάτι δυσάρεστο) πάρα πολλοί και διάφοροι: ~ στενοχώριες. Με ταλανίζουν ~ έγνοιες/σκέψεις. Του το έχω πει ~ φορές, αλλά δε λέει να το καταλάβει! Πβ. εκατοντάδες, μυριάδες, χίλιοι (δυο).|| ~ ευχές (: πολλές). ● ΦΡ.: τα μισά της χιλιάδας, πεντακόσια: φράση που απευθύνεται σε κάποιον ο οποίος αφαιρείται ξαφνικά σε μια παρέα. ΣΥΝ. είναι/ζει στον κόσμο του/στον δικό του κόσμο/σε άλλο κόσμο/στην κοσμάρα του [< αρχ. χιλιάς]

56848χιλιάζωχι-λιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: να τα χιλιάσεις! ευχή που δίνεται 1. σε πρόσωπο συνήθ. την ημέρα των γενεθλίων του ή κατά τον εορτασμό επετείου: Να ζήσεις και ~ ~! ~ ~, ό,τι επιθυμείς!|| Να τα χιλιάσετε (: να ζήσετε πολλά χρόνια μαζί)! ΣΥΝ. να τα εκατοστίσεις! 2. σε κάποιον για να έχει ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία: ~ ~ τα βραβεία! [< μεσν. χιλιάζω]
56849χιλιάκριβος, η, ο χι-λιά-κρι-βος επίθ. (επιτατ.-λογοτ.): πολύτιμος· που έχει πολύ μεγάλη χρηματική αξία ή κυρ. σημασία: ~α: δώρα.|| ~η: λευτεριά (= ανεκτίμητη). Πβ. μονάκριβος.
56850χιλιανός, ή, ό χι-λι-α-νός επίθ. & χιλιανικός & (προφ.) χιλιάνικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Χιλή ή/και τους Χιλιανούς: ~ή: υπηκοότητα.
56851Χιλιανός, ΧιλιανήΧι-λι-α-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Χιλή ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη χιλιανή υπηκοότητα.
56852χιλιαπλάσιος, α, ο & (σπάν.) χιλιοπλάσιος βλ. -πλάσιος, χιλιο- & χιλιό- & χιλι-

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.