Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57320-57340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56848χιλιάζωχι-λιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: να τα χιλιάσεις! ευχή που δίνεται 1. σε πρόσωπο συνήθ. την ημέρα των γενεθλίων του ή κατά τον εορτασμό επετείου: Να ζήσεις και ~ ~! ~ ~, ό,τι επιθυμείς!|| Να τα χιλιάσετε (: να ζήσετε πολλά χρόνια μαζί)! ΣΥΝ. να τα εκατοστίσεις! 2. σε κάποιον για να έχει ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία: ~ ~ τα βραβεία! [< μεσν. χιλιάζω]
56849χιλιάκριβος, η, ο χι-λιά-κρι-βος επίθ. (επιτατ.-λογοτ.): πολύτιμος· που έχει πολύ μεγάλη χρηματική αξία ή κυρ. σημασία: ~α: δώρα.|| ~η: λευτεριά (= ανεκτίμητη). Πβ. μονάκριβος.
56850χιλιανός, ή, ό χι-λι-α-νός επίθ. & χιλιανικός & (προφ.) χιλιάνικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Χιλή ή/και τους Χιλιανούς: ~ή: υπηκοότητα.
56851Χιλιανός, ΧιλιανήΧι-λι-α-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Χιλή ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη χιλιανή υπηκοότητα.
56852χιλιαπλάσιος, α, ο & (σπάν.) χιλιοπλάσιος βλ. -πλάσιος, χιλιο- & χιλιό- & χιλι-
56853χιλιάραχι-λιά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μοτοσικλέτα χιλίων κυβικών: κόντρες με ~ες.|| (ως επίθ.) ~ μηχανή. 2. για συσκευή ή διάταξη χιλίων μονάδων (μέτρησης): ~ βιντεοκάμερα/κάρτα (δικτύου)/μνήμη (υπολογιστή). 3. (παλαιότ.) γυάλινο μπουκάλι χωρητικότητας περ. δυόμισι οκάδων: δύο ~ες κρασί/ούζο. ● ΦΡ.: καμιά ... -αριά/εκατοστή/χιλιάρα βλ. κανείς
56854χιλιάρικοχι-λιά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. χίλια ευρώ. Βλ. -άρικο. 2. (παλαιότ.) χαρτονόμισμα χιλίων δραχμών. ● Υποκ.: χιλιαρικάκι (το)
56855χιλιασμόςχι-λι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. κίνημα που πιστεύει στη χιλιετή βασιλεία του Χριστού στη Γη, η οποία θα προηγηθεί της Δευτέρας Παρουσίας. [< γαλλ. millénarisme, αγγλ. chiliasm]
56856χιλιαστήςχι-λι-α-στής ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. οπαδός του χιλιασμού. Πβ. ιεχωβάς. [< μεσν. χιλιαστής, αγγλ. chiliast]
56857χιλιαστικός, ή, ό χι-λι-α-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον χιλιασμό: ~ή: πίστη. ~ές: αντιλήψεις. [< αγγλ. chiliastic]
56858χιλιετηρίδαχι-λι-ε-τη-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. επέτειος χιλίων ετών. Βλ. -ετηρίδα. 2. χιλιετία. [< μτγν. χιλιετηρίς]
56859χιλιετής, ής, ές βλ. -ετής, χιλιο-
56860χιλιετίαχι-λι-ε-τί-α ουσ. (θηλ.): περίοδος χιλίων ετών: η δεύτερη ~ (μ.Χ.). Στο κατώφλι/λυκαυγές/λυκόφως/ξεκίνημα/χάραμα της νέας ~ας (πβ. μιλένιουμ). Ευρήματα που χρονολογούνται από την πρώτη ~ π.Χ. Βλ. αιώνας, -ετία. ΣΥΝ. χιλιετηρίδα (2) [< μτγν. χιλιετία]
56861χιλιο- & χιλιό-: ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης, που αντιπροσωπεύει το πολλαπλάσιο κατά χίλια: χιλιό-λιτρο/~μετρο.|| Χιλιό-γραμμο.|| Χιλιό-κυκλος.
56862χιλιο- & χιλιό- & χιλι-α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. είναι ίσο με χίλια: χιλι-ετής.|| (ευχετ.-εμφατ.) Χιλιό-χρονος! Πβ. πολυ-. 2. (επιτατ.) γίνεται πολλές φορές, σε υπερβολικό βαθμό, με ένταση: χιλιο-ευχαριστώ/~παρακαλώ (πβ. θερμο-).|| Χιλιο-ειπωμένος (πβ. ξανα-)/~φορεμένος (πβ. πολυ-).
56863χιλιόγραμμοχι-λιό-γραμ-μο ουσ. (ουδ.) {χιλιογράμμ-ου} (συντομ. χγρ., σύμβ. kg): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της μάζας ισοδύναμη με χίλια γραμμάρια. Βλ. χιλιο-. ΣΥΝ. κιλό [< γαλλ. kilogramme, αγγλ. kilogram(me)]
56864χιλιοειπωμένος, η, ο βλ. ειπωμένος, χιλιο-
56865χιλιοευχαριστώβλ. ευχαριστώ, χιλιο-
56866χίλιοι, ιες, ια χί-λιοι αριθμητ. επίθ. απόλ. 1. σύνολο χιλίων μονάδων, συνήθ. πραγμάτων ή προσώπων: ~ιοι: κάτοικοι.|| ~ιοι: τόνοι. ~ια: λίτρα/μέτρα/μίλια/στρέμματα. Αποζημίωση/πρόστιμο ~ίων ευρώ. (λόγ.) Ποσοστό επί τοις χιλίοις (βλ. επί τοις εκατό). Τέτοιο θέαμα θα δεις μια φορά στα ~ια χρόνια (: πολύ σπάνια). Δεν υπάρχει ούτε μία στις ~ιες πιθανότητες να κερδίσει (: καμία πιθανότητα). Βλ. τρισ~. 2. (εμφατ.) πάρα πολλοί και διάφοροι, αναρίθμητοι: ~ιες ευχές! ~ιες φορές (= πολύ) καλύτερα να ... Με ~ιες προφυλάξεις. Το μυαλό του παίρνει ~ιες στροφές το δευτερόλεπτο (: είναι πολύ έξυπνος). ~ια ευχαριστώ/συγγνώμη! Δέχτηκε μετά από ~ια παρακάλια. Έγινα ~ια κομμάτια για να τους εξυπηρετήσω (: προσπάθησα πολύ). Έχεις τα ~ια δίκια του κόσμου (: έχεις απόλυτο δίκιο). Πβ. άπειρος. ΣΥΝ. μύριοι (2) ● Ουσ.: χίλια (το) {άκλ.}: ο ακέραιος φυσικός αριθμός 1000 ή το σύνολο χιλίων μονάδων: ~ γραμμάρια (= 1 κιλό)/μέτρα (= 1 χιλιόμετρο). Κλίμακα ένα προς ~.|| (σε χρονολογία:) Γεννήθηκε το ~ εννιακόσια πενήντα. ● ΦΡ.: πάω/τρέχω(/πηγαίνω) με χίλια: (για οδηγό) τρέχω με πολύ μεγάλη ταχύτητα: (κ. μτφ.) Η ομάδα ~ει ~ (: έχει σημειώσει πολλές συνεχείς νίκες)., χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις!: λέγεται σε άτομο που εμφανίζεται τη στιγμή που γίνεται λόγος γι΄αυτό., χίλιες και μια νύχτες (από την ομώνυμη συλλογή παραμυθιών): για να δηλωθεί ότι κάτι ήταν γοητευτικό και παραμυθένιο., χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε (, ένας κακός δεν χωρεί) (παροιμ.): οι καλότροποι άνθρωποι βολεύονται, ακόμα και όταν υπάρχει πολυκοσμία. Πβ. όλοι οι καλοί χωράνε., (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων βλ. καρδινάλιος, εκατό τοις εκατό/εκατό (σ)τα εκατό/χίλια τα εκατό/χίλια τοις εκατό βλ. εκατό, με (τα) χίλια (δυο) ζόρια βλ. ζόρι, μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις βλ. εικόνα, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, χίλιες/εκατό φορές βλ. φορά, χίλιοι δυο βλ. δύο & δυο, χίλιοι μύριοι βλ. μύριοι, χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι βλ. καλόγερος [< αρχ. χίλιοι]
56867χιλιόκυκλοςχι-λι-ό (κ. λιο)-κυ-κλος ουσ. (αρσ.) {χιλιοκύκλ-ων, συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.) (σύμβ. Κc): ΜΕΤΡΟΛ. κιλοχέρτζ. Βλ. χιλιο-. [< αγγλ. kilocycle, 1921]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.