| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56853 | χιλιάρα | χι-λιά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μοτοσικλέτα χιλίων κυβικών: κόντρες με ~ες.|| (ως επίθ.) ~ μηχανή. 2. για συσκευή ή διάταξη χιλίων μονάδων (μέτρησης): ~ βιντεοκάμερα/κάρτα (δικτύου)/μνήμη (υπολογιστή). 3. (παλαιότ.) γυάλινο μπουκάλι χωρητικότητας περ. δυόμισι οκάδων: δύο ~ες κρασί/ούζο. ● ΦΡ.: καμιά ... -αριά/εκατοστή/χιλιάρα βλ. κανείς | |
| 56854 | χιλιάρικο | χι-λιά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. χίλια ευρώ. Βλ. -άρικο. 2. (παλαιότ.) χαρτονόμισμα χιλίων δραχμών. ● Υποκ.: χιλιαρικάκι (το) | |
| 56855 | χιλιασμός | χι-λι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. κίνημα που πιστεύει στη χιλιετή βασιλεία του Χριστού στη Γη, η οποία θα προηγηθεί της Δευτέρας Παρουσίας. [< γαλλ. millénarisme, αγγλ. chiliasm] | |
| 56856 | χιλιαστής | χι-λι-α-στής ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. οπαδός του χιλιασμού. Πβ. ιεχωβάς. [< μεσν. χιλιαστής, αγγλ. chiliast] | |
| 56857 | χιλιαστικός | , ή, ό χι-λι-α-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον χιλιασμό: ~ή: πίστη. ~ές: αντιλήψεις. [< αγγλ. chiliastic] | |
| 56858 | χιλιετηρίδα | χι-λι-ε-τη-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. επέτειος χιλίων ετών. Βλ. -ετηρίδα. 2. χιλιετία. [< μτγν. χιλιετηρίς] | |
| 56859 | χιλιετής | , ής, ές βλ. -ετής, χιλιο- | |
| 56860 | χιλιετία | χι-λι-ε-τί-α ουσ. (θηλ.): περίοδος χιλίων ετών: η δεύτερη ~ (μ.Χ.). Στο κατώφλι/λυκαυγές/λυκόφως/ξεκίνημα/χάραμα της νέας ~ας (πβ. μιλένιουμ). Ευρήματα που χρονολογούνται από την πρώτη ~ π.Χ. Βλ. αιώνας, -ετία. ΣΥΝ. χιλιετηρίδα (2) [< μτγν. χιλιετία] | |
| 56861 | χιλιο- & χιλιό- | : ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης, που αντιπροσωπεύει το πολλαπλάσιο κατά χίλια: χιλιό-λιτρο/~μετρο.|| Χιλιό-γραμμο.|| Χιλιό-κυκλος. | |
| 56862 | χιλιο- & χιλιό- & χιλι- | α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. είναι ίσο με χίλια: χιλι-ετής.|| (ευχετ.-εμφατ.) Χιλιό-χρονος! Πβ. πολυ-. 2. (επιτατ.) γίνεται πολλές φορές, σε υπερβολικό βαθμό, με ένταση: χιλιο-ευχαριστώ/~παρακαλώ (πβ. θερμο-).|| Χιλιο-ειπωμένος (πβ. ξανα-)/~φορεμένος (πβ. πολυ-). | |
| 56863 | χιλιόγραμμο | χι-λιό-γραμ-μο ουσ. (ουδ.) {χιλιογράμμ-ου} (συντομ. χγρ., σύμβ. kg): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της μάζας ισοδύναμη με χίλια γραμμάρια. Βλ. χιλιο-. ΣΥΝ. κιλό [< γαλλ. kilogramme, αγγλ. kilogram(me)] | |
| 56864 | χιλιοειπωμένος | , η, ο βλ. ειπωμένος, χιλιο- | |
| 56865 | χιλιοευχαριστώ | βλ. ευχαριστώ, χιλιο- | |
| 56866 | χίλιοι | , ιες, ια χί-λιοι αριθμητ. επίθ. απόλ. 1. σύνολο χιλίων μονάδων, συνήθ. πραγμάτων ή προσώπων: ~ιοι: κάτοικοι.|| ~ιοι: τόνοι. ~ια: λίτρα/μέτρα/μίλια/στρέμματα. Αποζημίωση/πρόστιμο ~ίων ευρώ. (λόγ.) Ποσοστό επί τοις χιλίοις (βλ. επί τοις εκατό). Τέτοιο θέαμα θα δεις μια φορά στα ~ια χρόνια (: πολύ σπάνια). Δεν υπάρχει ούτε μία στις ~ιες πιθανότητες να κερδίσει (: καμία πιθανότητα). Βλ. τρισ~. 2. (εμφατ.) πάρα πολλοί και διάφοροι, αναρίθμητοι: ~ιες ευχές! ~ιες φορές (= πολύ) καλύτερα να ... Με ~ιες προφυλάξεις. Το μυαλό του παίρνει ~ιες στροφές το δευτερόλεπτο (: είναι πολύ έξυπνος). ~ια ευχαριστώ/συγγνώμη! Δέχτηκε μετά από ~ια παρακάλια. Έγινα ~ια κομμάτια για να τους εξυπηρετήσω (: προσπάθησα πολύ). Έχεις τα ~ια δίκια του κόσμου (: έχεις απόλυτο δίκιο). Πβ. άπειρος. ΣΥΝ. μύριοι (2) ● Ουσ.: χίλια (το) {άκλ.}: ο ακέραιος φυσικός αριθμός 1000 ή το σύνολο χιλίων μονάδων: ~ γραμμάρια (= 1 κιλό)/μέτρα (= 1 χιλιόμετρο). Κλίμακα ένα προς ~.|| (σε χρονολογία:) Γεννήθηκε το ~ εννιακόσια πενήντα. ● ΦΡ.: πάω/τρέχω(/πηγαίνω) με χίλια: (για οδηγό) τρέχω με πολύ μεγάλη ταχύτητα: (κ. μτφ.) Η ομάδα ~ει ~ (: έχει σημειώσει πολλές συνεχείς νίκες)., χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις!: λέγεται σε άτομο που εμφανίζεται τη στιγμή που γίνεται λόγος γι΄αυτό., χίλιες και μια νύχτες (από την ομώνυμη συλλογή παραμυθιών): για να δηλωθεί ότι κάτι ήταν γοητευτικό και παραμυθένιο., χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε (, ένας κακός δεν χωρεί) (παροιμ.): οι καλότροποι άνθρωποι βολεύονται, ακόμα και όταν υπάρχει πολυκοσμία. Πβ. όλοι οι καλοί χωράνε., (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων βλ. καρδινάλιος, εκατό τοις εκατό/εκατό (σ)τα εκατό/χίλια τα εκατό/χίλια τοις εκατό βλ. εκατό, με (τα) χίλια (δυο) ζόρια βλ. ζόρι, μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις βλ. εικόνα, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, χίλιες/εκατό φορές βλ. φορά, χίλιοι δυο βλ. δύο & δυο, χίλιοι μύριοι βλ. μύριοι, χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι βλ. καλόγερος [< αρχ. χίλιοι] | |
| 56867 | χιλιόκυκλος | χι-λι-ό (κ. λιο)-κυ-κλος ουσ. (αρσ.) {χιλιοκύκλ-ων, συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.) (σύμβ. Κc): ΜΕΤΡΟΛ. κιλοχέρτζ. Βλ. χιλιο-. [< αγγλ. kilocycle, 1921] | |
| 56868 | χιλιόλιτρο | χι-λι-ό (κ. λιο)-λι-τρο ουσ. (ουδ.) {-ων (λόγ.) -ίτρων} (σύμβ. ml): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του όγκου ισοδύναμη με χίλια λίτρα: βιοντίζελ/ποσότητα ... ~ων. Η τιμή της βενζίνης ανήλθε στα ... ευρώ ανά/το ~ο. Βλ. -λιτρος, χιλιο-. [< γαλλ.-αγγλ. kilolitre, αγγλ. kiloliter] | |
| 56869 | χιλιομετρητής | χι-λιο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. (σε όχημα) όργανο απεικόνισης της συνολικής απόστασης (σε χιλιόμετρα) που έχει διανυθεί: ημερήσιος/μερικός/συνολικός/ψηφιακός ~. Ο ~ του αυτοκινήτου/της μοτοσικλέτας/του ποδηλάτου. ~ ταξιδίου. Η ένδειξη/η οθόνη του ~ή. Μηδενίζω τον ~ή. Πβ. χιλιομετροδείκτης. Βλ. -μετρητής, στροφό-, ταχύ-μετρο. ΣΥΝ. κοντέρ | |
| 56870 | χιλιομετρικός | , ή, ό χι-λιο-με-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το χιλιόμετρο: ~ός: δείκτης/έλεγχος/περιορισμός (αυτοκινήτου)/χάρτης. ~ή: αποζημίωση (σε εργαζόμενους που κάνουν χρήση αυτοκινήτου)/έκταση/σήμανση. ~ές: αποστάσεις/διαδρομές. Αυτοκίνητο με υψηλή ~ή απόδοση. Πινακίδες ~ών ενδείξεων. Βλ. χιλιο-. ● επίρρ.: χιλιομετρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: χιλιομετρική θέση & χιλιομετρικό σημείο: η ακριβής τοποθεσία μετρημένη σε χιλιόμετρα: έργο οδοποιίας στη ~ ~ ... της εθνικής οδού. Ατύχημα στο ~ ~ ... της σιδηροδρομικής γραμμής. Επικίνδυνες ~ές θέσεις., χιλιομετρικός τόνος βλ. τόνος2 [< γαλλ. kilométrique, αγγλ. kilometric] | |
| 56871 | χιλιόμετρο | χι-λιό-με-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.-συνηθέστ.) -έτρου} (συντομ. χλμ., σύμβ. km): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του μήκους, ισοδύναμη με χίλια μέτρα: διαδρομή ενός ~ου. Στο εξηκοστό ~ της εθνικής οδού (βλ. χιλιομετρική θέση). Αγώνας δρόμου είκοσι ~έτρων. Το αεροδρόμιο απέχει περίπου τριάντα ~α από την πόλη. Οδηγεί/τρέχει με εκατό ~α την ώρα. Διένυσε ... ~α μέσα σε ... ώρες. Βλ. -μετρο, χιλιο-.|| (μτφ.) Ουρά ~έτρων στην εφορία (= πολύ μεγάλη). Βρίσκονται ~α μπροστά από την εποχή τους (: είναι πιο προηγμένοι). ● ΣΥΜΠΛ.: όρθιο χιλιόμετρο (προφ.) 1. (χιουμορ.) για κάποιον ή κάτι πολύ ψηλό. Βλ. ξυλάγγουρο, τάπα. 2. {στον πληθ.} ως ευχή σε κάποιον που έχει αποκτήσει καινούργια μοτοσικλέτα, να έχει ασφαλή οδήγηση: Πολλά και καλά ~α ~α! Βλ. καλο-ρίζικος, -τάξιδος., τετραγωνικό μέτρο/χιλιόμετρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. τετραγωνικός ● ΦΡ.: χιλιόμετρα/μίλια μακριά βλ. μακριά [< γαλλ. kilomètre, αγγλ. kilometer] | |
| 56872 | χιλιομετροδείκτης | χι-λιο-με-τρο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.) 1. (στην εθνική οδό) οδικό σήμα που δείχνει το τέλος κάθε διανυόμενου χιλιόμετρου. Βλ. -δείκτης. 2. ΤΕΧΝΟΛ. χιλιομετρητής. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ