Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57340-57360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56873χιλιομετροχρέωσηχι-λιο-με-τρο-χρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σύστημα χρέωσης διοδίων ανάλογα με τα χιλιόμετρα που έχει διανύσει ένα όχημα.
56874χιλιοπαρακαλώβλ. παρακαλώ, χιλιο-
56875χιλιοστόχι-λιο (κ. λι-ο)-στό ουσ. (ουδ.) ΜΕΤΡΟΛ. 1. χιλιοστόμετρο: χαρτόνι (πάχους) ... ~ών. Σφαίρες (διαμετρήματος) ... ~ών.|| (κατ' επέκτ.) Απόσταση λίγων/μερικών ~ών (: πολύ μικρή). 2. καθένα από τα χίλια ίσα μέρη στα οποία υποδιαιρείται μια μονάδα μέτρησης: ένα ~ του αμπέρ (= μιλιαμπέρ)/βατ (= μιλιβάτ)/βολτ (= μιλιβόλτ)/γραμμαρίου (= χιλιοστόγραμμο)/δευτερολέπτου (σύμβ. ms)/κιλού (= γραμμάριο)/λίτρου (= χιλιοστόλιτρο)/μπαρ (= μιλιμπάρ).|| Με ακρίβεια ~ού (= με πολύ μεγάλη ακρίβεια). ● ΦΡ.: ούτε (ένα) χιλιοστό (μτφ.-προφ.): ούτε στο ελάχιστο, καθόλου: Δεν θα κάνουμε ~ ~ πίσω!, το ένα χιλιοστό (προφ.-εμφατ.): για δήλωση πολύ μικρής ποσότητας: Δεν έκανε ούτε ~ ~ από αυτά που πέτυχε ο προκάτοχός του., χιλιοστό (προς) χιλιοστό (μτφ.-προφ.): αργά και προσεκτικά· με μεγάλη ακρίβεια: Κινούνται ~ ~. Υπολογισμός ~ ~. Βλ. σπιθαμή προς σπιθαμή.
56876χιλιοστο- & χιλιοστό-: ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης που δηλώνει υποπολλαπλάσια μονάδων, ίσων με το ένα χιλιοστό: χιλιοστό-λιτρο/~μετρο. Βλ. μιλι-.
56877χιλιοστόγραμμοχι-λιο-στό-γραμ-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άμμου} (σύμβ. mg): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του βάρους, ισοδύναμη με ένα χιλιοστό του γραμμαρίου: Δισκίο/δόση των ... ~ων. Λαμβάνει ημερησίως ... ~α ασβεστίου/σιδήρου/φαρμάκου. ΣΥΝ. μιλιγκράμ [< γαλλ. milligramme]
56878χιλιοστόλιτροχι-λιο-στό-λι-τρο ουσ. (ουδ.) {-ων (λόγ.) -ίτρων} (σύμβ. ml): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του όγκου, ισοδύναμη με ένα χιλιοστό του λίτρου: εκατό ~α νερού. ΣΥΝ. εμέλ, μιλιλίτρ [< γαλλ.-αγγλ. millilitre]
56879χιλιοστομετρικός, ή, ό χι-λιο-στο-με-τρι-κός επίθ.: ΜΕΤΡΟΛ. που σχετίζεται με τα χιλιοστόμετρα: ~ό: χαρτί (= μιλιμετρέ). ~ά: μήκη κύματος (βλ. μικροκύματα). [< γαλλ. millimétrique, αγγλ. millimetric, 1962]
56880χιλιοστόμετροχι-λιο-στό-με-τρο ουσ. (ουδ.) (συντομ. χιλ., σύμβ. mm): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του μήκους, ισοδύναμη με ένα χιλιοστό του μέτρου: πλάτος/ύψος ... ~α. Μέση ετήσια βροχόπτωση ... ~α. Βλ. χιλιοστο-, -μετρο. ΣΥΝ. μιλιμέτρ, χιλιοστό (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. κυβικός, τετραγωνικό μέτρο/χιλιόμετρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. τετραγωνικός [< γαλλ. millimètre]
56881χιλιοστός, ή, ό χι-λι-ο-στός αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 1000ός, ,Α/,α στην Ελληνική, λατ. Μ): που αντιπροσωπεύει τον αριθμό χίλια (1.000) σε μια ακολουθία ή σειρά: η ~ή επέτειος (= χιλιετηρίδα). Ο ~ επισκέπτης (του Μουσείου). Το ~ό εννιακοσιοστό ... έτος. Βλ. -οστός. ● ΦΡ.: για χιλιοστή/πολλοστή/μυριοστή φορά (εμφατ.): για κάτι που συμβαίνει ή έχει ειπωθεί πολλές φορές, με αποτέλεσμα να έχει καταντήσει κουραστικό: Ακούω το ίδιο πράγμα ~ ~! Βαρέθηκα πια! [< αρχ. χιλιοστός]
56882χιλιοφορεμένοςη, ο χι-λιο-φο-ρε-μέ-νος επίθ.: πολυφορεμένος: ~α: ρούχα. || ~ες: απόψεις.
56883χιλιόχρονος, η, ο χι-λιό-χρο-νος επίθ. 1. ως ευχή σε κάποιον που έχει γενέθλια ή σπανιότ. την ονομαστική του εορτή, να ζήσει πολλά χρόνια: ~ κι ευτυχισμένος! ΣΥΝ. πολύχρονος (2) 2. που έχει διάρκεια ζωής χιλίων ή (εμφατ.) πάρα πολλών χρόνων: ~η: αυτοκρατορία/παράδοση. Βλ. χιλιο-, -χρονος. ΣΥΝ. χιλιετής
56884χίμαιραχί-μαι-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) ανέφικτος στόχος, απατηλό όνειρο, απραγματοποίητος πόθος: η ~ της ευτυχίας. Η προσπάθεια για ... αποδεικνύεται/μοιάζει με (άπιαστη) ~. Κυνηγά ~ες. Πβ. αυταπάτη, ονειροφαντασία, ουτοπία, ψευδαίσθηση. 2. ΒΙΟΛ. διαγονιδιακός οργανισμός. Πβ. μωσαϊκό, υβρίδιο. Βλ. ανασυνδυασμένο DNA. 3. ΜΥΘ. (συνήθ. με κεφαλ. Χ) τέρας με κεφάλι και σώμα λιονταριού, κεφάλι κατσίκας στη ράχη του και φιδίσια ουρά, το οποίο έβγαζε φωτιά από το στόμα. Βλ. γρύπας, λάμια.χίμαιρες (οι): ΙΧΘΥΟΛ. τάξη ψαριών που ζουν στα βάθη των ωκεανών, έχουν μαύρο ή καφέ-γκρι χρώμα, μήκος μέχρι και δύο μέτρα, χόνδρινο σκελετό, δηλητηριώδη άκανθα στη ράχη και ουρά που μοιάζει με μαστίγιο: Οι ~ είναι υφομοταξία των χονδριχθύων. [< γαλλ. chimère, αγγλ. chimera 3: αρχ. Χίμαιρα]
56885χιμαιρικός, ή, ό χι-μαι-ρι-κός επίθ. 1. (λόγ.) ανέφικτος, απραγματοποίητος, ουτοπικός: ~οί: στόχοι. ~ές: ιδέες/προσδοκίες. ~ά: όνειρα. 2. ΒΙΟΛ. που έχει περισσότερους από έναν γενετικούς κώδικες: ~ό: αντίσωμα/γονίδιο. [< γαλλ. chimérique, αγγλ. chimerical]
56886χιμάωχι-μά-ω ρ. (αμτβ.) {χιμ-άς ..., -ώντας | χίμ-ηξα, -ήξει} & χιμώ & χυμάω & χυμώ: κινούμαι με ταχύτητα και επιθετική διάθεση, ορμώ: (για θηρίο, σκυλί:) ~ηξε καταπάνω του να τον κατασπαράξει.|| Δεν τόλμησα να μιλήσω και ~ηξαν (= έπεσαν) πάνω μου να με φάνε.|| (μτφ.) ~ήξαν (σαν τα αρπακτικά) στην πατρική περιουσία. Πβ. μουντάρω.
56887χιμπατζήςχι-μπα-τζής ουσ. (αρσ.) {χιμπατζήδες} & χιμπαντζής 1. ΖΩΟΛ. ανθρωποειδής πίθηκος της δυτικής και κεντρικής Αφρικής (επιστ. ονομασ. Pan troglodytes) με σκούρο καφέ τρίχωμα και άτριχο πρόσωπο, ο οποίος διακρίνεται για την κοινωνικότητα και την ευστροφία του και θεωρείται ο πιο κοντινός συγγενής του ανθρώπου: πυγμαίος ~. Βλ. αυστραλοπίθηκος, γίββωνας, γορίλας, μακάκος, ουρακοτάγκος, πρωτεύοντα. 2. (μτφ.) άνδρας μεγαλόσωμος, έντονα μελαχρινός, με χοντρά χαρακτηριστικά. Βλ. πιθηκομούρης. [< γαλλ. chimpanzé]
56888χιμώβλ. χιμάω
56889χιναγιάναχι-να-γιά-να ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΘΡΗΣΚ. η πρώτη και πιο συντηρητική από τις δύο μεγάλες σχολές του βουδισμού, η οποία δίνει έμφαση στην προσωπική σωτηρία μέσα από τον διαλογισμό και την αυτοπειθαρχία. Βλ. μαχαγιάνα. [< αγγλ. hinayana]
56890χινάριχι-να-ρι & χινάκι & χινόπουλο ουσ. (ουδ.) (αργκό): η ισοπαλία και το αντίστοιχο σύμβολο Χ σε προγνωστικά αγώνων ποδοσφαίρου.
56891χινοπωριάτικος, η, ο βλ. φθινοπωριάτικος
56892χινόπωροβλ. φθινόπωρο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.