Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57360-57380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56893χιον-βλ. χιονο-.
56894χιονάνθρωποςχιο-νάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): ανθρωπόμορφη φιγούρα κατασκευασμένη από μπάλες χιονιού. Βλ. -άνθρωπος. ● ΣΥΜΠΛ.: χιονάνθρωπος των Ιμαλαΐων: γιέτι. [< αγγλ. Himalayan snowman, 1959] [< αγγλ. snow-man]
56895χιονάτος, η, ο [χιονᾶτος] χιο-νά-τος επίθ. (κυρ. λογοτ.) 1. λευκός σαν χιόνι: ~α: μαλλιά/σύννεφα. Πβ. χιονώδης. 2. χιονισμένος. ● Ουσ.: Χιονάτη (η) 1. ηρωίδα παραμυθιού· συνεκδ. το αντίστοιχο παραμύθι: η ~ και οι επτά νάνοι. Βλ. Κοκκινοσκουφίτσα, Σταχτοπούτα. 2. (μετωνυμ.) όμορφη κοπέλα με λευκό δέρμα και μαύρα μαλλιά. [< γερμ. Schneewittchen, γαλλ. Blanche-Neige] [< μεσν. χιονάτος]
56896χιονένιος, ια, ιο χιο-νέ-νιος επίθ. (λογοτ.): που έχει δημιουργηθεί από χιόνι· χιονισμένος. Βλ. -ένιος.
56897χιόνιχιό-νι ουσ. (ουδ.) {χιον-ιού} 1. ΜΕΤΕΩΡ. νερό που πέφτει από τα σύννεφα στη γη, με τη μορφή ελαφρών λευκών παγοκρυστάλλων, ενωμένων συνήθ. σε νιφάδες: απάτητο/αφράτο/παχύ/πυκνό/τεχνητό (βλ. χιόνωση)/φρέσκο/ψιλό (βλ. χιονόνερο) ~. ~ στις κορυφές των βουνών (πβ. χιονούρα). Αλυσίδες (= χιονοαλυσίδες)/λάστιχα (= χιονολάστιχα)/μπάλες (= χιονόμπαλες) ~ιού. Παιχνίδια (βλ. χιονάνθρωπος, χιονοπόλεμος)/σκι στο ~. Δρόμοι κλειστοί από το ~. Χωριά αποκλεισμένα από τα ~ια (βλ. αποχιονισμός, εκχιονιστήρας). Προβλήματα από το ~ (= την χιονόπτωση). Χριστούγεννα με ~ια. Εκδρομή στα ~ια (: σε ορεινές χιονισμένες περιοχές). Έπεσε/έριξε πολύ ~ (= χιόνισε). Έλιωσε το ~ (βλ. μαύρος πάγος). Έχει μισό μέτρο ~. Γλιστρώ στο ~ (βλ. έλκηθρο, παγοπέδιλο). Τα πάντα είναι σκεπασμένα με ~ (= χιονοσκέπαστα· βλ. ντύνομαι στα λευκά). Αναμένονται ~ια στα ορεινά. Βλ. κατακρημνίσματα, μελανοστρώματα.|| Λευκός σαν (το) ~ (= χιονόλευκος). Βλ. χιονο-. 2. (κατ΄επέκτ.) λευκές κουκκίδες που εμφανίζονται στην οθόνη τηλεόρασης, λόγω κακής λήψης του σήματος. Βλ. παράσιτα. ● Υποκ.: χιονάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανικό χιόνι & (σπάν.) αστικό/μολυσμενο χιόνι: φαινόμενο τεχνητής χιονόπτωσης που οφείλεται στη μόλυνση του περιβάλλοντος. [< γαλλ. neige industrielle, αγγλ. industrial snow, γαλλ. neige de pollution, neige urbaine] ● ΦΡ.: γράφεται στο χιόνι (μτφ.-προφ.): δεν τηρείται, παραγράφεται: Υποσχέσεις/χρέη που ~ονται ~., μέχρι να πατήσεις μαύρο χιόνι (απειλητ.-αργκό): για πάντα, συνέχεια: Θα σε κυνηγώ, ~ ~. Πβ. μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα., σαν τα χιόνια! (προφ.-συνήθ. ειρων.): σε κάποιον που τον βλέπουμε μετά από πολύ καιρό: Βρε, βρε, ~ ~! Πβ. καλώς τα μάτια μου τα δυο. Βλ. βουνό με βουνό δεν σμίγει. ΣΥΝ. σαν τα μάραθα!, μαθημένα/συνηθισμένα τα βουνά στα/από τα χιόνια βλ. βουνό, το 'στρωσε (το χιόνι) βλ. στρώνω [< μεσν. χιόνι < μτγν. χιόνιον < αρχ. χιών]
56898χιονιάχιο-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): χιονιάς. ● χιονιές (οι) 1. (αργκό) χιονόμπαλες· κατ' επέκτ. χιονοπόλεμος. 2. (λαϊκό-λογοτ.) χιόνια.
56899χιονιάςχιο-νιάς ουσ. (αρσ.): καιρός που χαρακτηρίζεται από χαμηλές θερμοκρασίες και συνήθ. χιονοπτώσεις: βαρύς/τσουχτερός ~. Κύμα ~ιά. Σε κλοιό ~ιά (: σε λευκό κλοιό). (μτφ.) ~-φονιάς (= φονικός).
56900χιονίζειχιο-νί-ζει ρ. (αμτβ.) {χιόνι-σε, χιονί-σει, χιονίζ-οντας, χιονι-σμένος | σπάν. χιονίζ-εται, χιονί-στηκε, -στεί}: ρίχνει χιόνι: ~ ασταμάτητα/στα ορεινά. ~σε και το 'στρωσε/κατά τη διάρκεια της νύχτας.|| ~στηκε η πόλη (= καλύφθηκε με χιόνι, ντύθηκε στα λευκά). ● ΦΡ.: βρέξει χιονίσει βλ. βρέχω [< αρχ. χιονίζει]
56901χιονισμένος, η, ο χιο-νι-σμέ-νος επίθ.: καλυμμένος με χιόνι: ~ο: δάσος/τοπίο. ~οι: δρόμοι (βλ. αλατιέρα). ~ες: κορυφές/πίστες (χιονοδρομικού κέντρου)/πλαγιές/πόλεις/στέγες. ~α: βουνά/δέντρα/σπίτια. Ξυπνήσαμε και ήταν όλα ~α. Πβ. λευκός, χιον-άτος, -ένιος, -ώδης, χιονοσκέπαστος.|| ~ο: σκηνικό (καιρού). ~α: Χριστούγεννα. [< μεσν. χιονισμένος]
56902χιονίστρεςχιο-νί-στρες ουσ. (θηλ.) (οι): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του δέρματος που οφείλεται στο ψύχος· χαρακτηρίζεται από μικρές κόκκινες οιδηματώδεις περιοχές στα δάχτυλα των ποδιών και των χεριών ή/και στα πτερύγια των αυτιών, φαγούρα και αίσθημα καψίματος: Έβγαλε ~. Βλ. ερύθημα, κρυοπάγημα.
56903χιονο- & χιονό- & χιον-: το χιόνι ως α' συνθετικό λέξεων: χιονο-δρόμιο/~θύελλα/~πέδιλο/~στρόβιλος (βλ. ανεμο-). Χιονό-μπαλα/~νερο/~πτωση (βλ. βροχό-). Χιον-άνθρωπος.
56904χιονοαλυσίδεςχιο-νο-α-λυ-σί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. χιονοαλυσίδα} & (σπάν.) χιοναλυσίδες (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. αντιολισθητικές αλυσίδες. Βλ. χιονολάστιχα.
56905χιονόβροχοχιο-νό-βρο-χο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χιονόνερο.
56906χιονοδρομίαχιο-νο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. το άθλημα του σκι: αγωνιστική/ορειβατική ~. ~ αντοχής (βλ. δίαθλο)/καταβάσεων. Εθνική ομάδα/Ελληνική Ομοσπονδία/είδη/εξοπλισμός (βλ. χιονοπέδιλο)/σχολή ~ας. Βλ. -δρομία. [< γαλλ. ski]
56907χιονοδρομικός, ή, ό χιο-νο-δρο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χιονοδρομία: ~ός: όμιλος/τουρισμός. ~ή: εκδρομή/περίοδος (ή σεζόν). ~ό: θέρετρο. ~ές: δραστηριότητες/εγκαταστάσεις/εξορμήσεις/πίστες (= χιονοδρόμια). ● ΣΥΜΠΛ.: χιονοδρομικό κέντρο & (προφ.) χιονοδρομικό: οριοθετημένος και οργανωμένος χώρος στην πλαγιά ενός βουνού, με χιόνωση και όλες τις απαραίτητες υποδομές για τη διεξαγωγή χειμερινών σπορ και άλλων δραστηριοτήτων: οι αναβατήρες/το σαλέ του ~ού ~ου. Κλειστό παραμένει το ~ λόγω ομίχλης/χιονοθύελλας.
56908χιονοδρόμιοχιο-νο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): χιονοδρομική πίστα. Βλ. -δρόμιο.
56909χιονοδρόμοςχιο-νο-δρό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. σκιέρ. Βλ. -δρόμος.
56910χιονοθύελλαχιο-νο-θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. καιρικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από ανέμους μεγάλης έντασης και χιονόπτωση: έντονη/ισχυρή/σφοδρή/φονική ~. Βλ. ανεμοθύελλα. [< γαλλ. tempête de neige, γερμ. Schneesturm]
56911χιονοκάλυψηχιο-νο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. κάλυψη μιας επιφάνειας με χιόνι. Βλ. παγοκάλυψη. [< αγγλ. snow cover, 1919]
56912χιονοκαταιγίδαχιο-νο-κα-ται-γί-δα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. χιονοθύελλα ή χιόνι με αστραπές και βροντές. [< αγγλ. thundersnow]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.