| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4801 | αντιστρέφω | [ἀντιστρέφω] α-ντι-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {αντέστρε-ψα, αντιστρά-φηκε (λόγ. αντεστράφη), αντιστρα-φεί, αντεστραμμένος κ. (σπανιότ.) αντιστραμμένος}: μεταβάλλω τη φορά, τη διάταξη ή τη σημασία, την κατάσταση προς την αντίθετή της: ~ αριθμούς/γράμματα/εικόνες/την κλεψύδρα (= αναποδογυρίζω)/(ΜΑΘ.) τους όρους κλάσματος (: κάνω τον παρονομαστή αριθμητή και τον αριθμητή παρονομαστή)/την πολικότητα/το ρεύμα.|| (μτφ.) ~ μια άποψη (= ανατρέπω)/επιχειρήματα/ένα ερώτημα/το (αρνητικό/θετικό) κλίμα. Οι τελευταίες εξελίξεις ~ψαν την οικονομική κατάσταση. Πβ. αναστρέφω. ● βλ. αντεστραμμένος [< αρχ. ἀντιστρέφω, γαλλ. inverser] | |
| 4802 | αντιστρέψιμος | , η, ο [ἀντιστρέψιμος] α-ντι-στρέ-ψι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση, να μεταβληθεί, να αντιστραφεί: ~η: διαδικασία. Δύσκολα ~η κατάσταση. Μερικώς ~ο φαινόμενο.|| (ΙΑΤΡ.) Σοβαρές και μη ~ες βλάβες/παρενέργειες.|| (ΜΑΘ.) ~ος: πίνακας. ~ο: στοιχείο. ΣΥΝ. αναστρέψιμος (1), αντιστρεπτός ΑΝΤ. ανεπίστρεπτος [< γαλλ. réversible, αγγλ. reversible] | |
| 4803 | αντιστρεψιμότητα | [ἀντιστρεψιμότητα] α-ντι-στρε-ψι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του αντιστρέψιμου: ~ ενεργειών/πράξεων. Η μη ~ των γεγονότων/του χρόνου. (ΨΥΧΟΛ.-ΠΑΙΔΑΓ.) Η ~ της σκέψης. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αναστρεψιμότητα (1), αντιστρεπτότητα 2. ΓΛΩΣΣ. δυνατότητα αναγωγής μέσω της γραφής μιας λέξης, συνήθ. κύριου ονόματος, στη μορφή της αντίστοιχης ξένης λέξης: η αρχή της ~ας (π.χ. Σωσσύρ < γαλλ. Saussure. Βλ. απλογράφηση). [< αγγλ. reversibility, γαλλ. réversibilité] | |
| 4804 | αντιστροφή | [ἀντιστροφή] α-ντι-στρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) μεταβολή φοράς, διάταξης ή κατάστασης προς την αντίθετή της: αυτόματη/κατακόρυφη/οριζόντια ~. ~ ειδώλου/πίνακα. (ΠΑΙΔΑΓ.-ΨΥΧΟΛ.) ~ συλλαβών (: ως ένδειξη μαθησιακών δυσκολιών).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αλφαριθμητικού/εικόνας (βλ. περιστροφή)/ψηφίων.|| (ΦΥΣ.) ~ πολικότητας/ροής/φάσης.|| (ΒΙΟΛ.) ~ φύλου σε είδη ψαριών.|| (μτφ.) Απότομη/σταδιακή/σταθερή ~. ~ κλίματος/ρόλων. Ο μαθητής παρουσίασε βελτίωση και ~ της αρνητικής εικόνας του πρώτου τριμήνου. Βλ. αναστροφή, ανατροπή. 2. ΓΡΑΜΜ. μετακίνηση της σειράς των όρων της πρότασης (Υποκείμενο-Ρήμα σε Ρήμα-Υποκείμενο). [< αρχ. ἀντιστροφή, γαλλ. inversion] | |
| 4805 | αντίστροφος | , η, ο [ἀντίστροφος] α-ντί-στρο-φος επίθ.: που έχει την ακριβώς αντίθετη φορά, διάταξη, σημασία: ~ος: σχεδιασμός. ~η: δημοπρασία (: κατά την οποία γίνονται προσφορές από υποψήφιους πελάτες)/διαδικασία/εικόνα/(ΟΙΚΟΝ.) εφοδιαστική αλυσίδα/κίνηση (τροχού)/μετάφραση (: από φυσική γλώσσα σε ξένη ή νεκρή)/(ΗΛΕΚΤΡ.) πόλωση/πορεία/προοπτική/σειρά/σχέση/φορά. ~ο: ερώτημα/πρόβλημα/ρεύμα. Πβ. ανάστροφος, ανεστραμμένος.|| (ΜΑΘ.) ~ος: μετασχηματισμός. ~η: εξίσωση/συνάρτηση. ~α: σημεία/στοιχεία. Βλ. αντίθετος, -στροφος. ● Ουσ.: αντίστροφο (το): αντίθετη έννοια, κατάσταση λόγω σειράς, σημασίας: Ισχύει/συμβαίνει το (ακριβώς) ~ (= ανάποδο). Η ακτινοβολία μετατρέπεται σε ύλη και το ~. ● επίρρ.: αντίστροφα & (λόγ.) αντιστρόφως: Μετρώ ~. Κάθε μέρα πηγαίνει Αθήνα-Πάτρα και ~ (πβ. και τ' ανάπαλιν). ● ΣΥΜΠΛ.: αντίστροφη μεταγραφή: ΒΙΟΛ. διαδικασία σύνθεσης μονόκλωνου DNA από RNA, με τη βοήθεια του ενζύμου αντίστροφη μεταγραφάση, η οποία συμβαίνει μόνο κατά τον πολλαπλασιασμό των ρετροϊών. [< αγγλ. reverse transcription, 1971] , αντίστροφη μέτρηση 1. (μτφ.) για σύντομο χρονικό διάστημα που προηγείται της έναρξης γεγονότος ή της λήξης προθεσμίας και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη εντατικοποίηση των ρυθμών προετοιμασίας: Ξεκίνησε η ~ ~ για το μεγάλο ραντεβού της εθνικής ομάδας ανδρών. Πβ. η αρχή του τέλους, ώρα μηδέν. 2. μέτρηση από τους μεγαλύτερους προς τους μικρότερους αριθμούς και κυρ. προς το μηδέν: Άρχισε η ~ ~ για την εκτόξευση του πυραύλου. [< αγγλ. countdown, 1953] , αντίστροφη μηχανική & (σπάν.) ανάστροφη μηχανική: ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία με την οποία ένα σύστημα αναλύεται, ώστε να βρεθούν τα δομικά στοιχεία του και οι μεταξύ τους σχέσεις. [< αγγλ. reverse engineering] , αντίστροφη όσμωση: ΧΗΜ. διέλευση γλυκού, καθαρού νερού μέσα από ημιπερατή συνθετική μεμβράνη, όταν ασκηθεί (υψηλή) πίεση από την πλευρά πυκνότερου διαλύματος, όπως θαλασσινού ή υφάλμυρου νερού, και η αντίστοιχη μέθοδος: αφαλάτωση/δημιουργία (πόσιμου ή αρδευτικού) νερού με ~ ~. Μονάδες/(οικιακά) συστήματα/φίλτρα ~ης ~ης. Βλ. απιονισμός, αποσκλήρυνση, φίλτρανση. [< αγγλ. reverse osmosis, 1955] , αντίστροφο λεξικό: στο οποίο οι λέξεις κατατάσσονται βάσει της αντίστροφης αλφαβητικής σειράς, ξεκινώντας δηλ. από το τελικό γράμμα., αντίστροφοι αριθμοί: ΜΑΘ. που το γινόμενό τους είναι η μονάδα (1)., αντίστροφος πίνακας & (σπάν.) ανάστροφος πίνακας: ΜΑΘ. πίνακας που προκύπτει από την αντικατάσταση των γραμμών με τις στήλες και των στηλών με τις γραμμές., Αντίστροφη Γενετική βλ. γενετική, αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος [< αρχ. ἀντίστροφος, γαλλ. inverse] | |
| 4806 | αντιστύλι | [ἀντιστύλι] α-ντι-στύ-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. οτιδήποτε, συνήθ. δοκάρι, χρησιμοποιείται για να στηρίξει κάτι: Η πέτρα στηρίζεται λοξά με ένα ξύλο για ~. Πβ. (αντ)έρεισμα, αντιστήριγμα. 2. (μτφ.) καθετί, συνήθ. πρόσωπο, που προσφέρει συναισθηματική και ηθική υποστήριξη και προστασία. Πβ. αποκούμπι, στήριγμα, στυλοβάτης, στύλος. [< μεσν. αντιστύλι] | |
| 4807 | αντισυγκέντρωση | [ἀντισυγκέντρωση] α-ντι-συ-γκέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.): συγκέντρωση σε ένδειξη διαμαρτυρίας για άλλη που γίνεται την ίδια χρονική στιγμή. Πβ. αντιδιαδήλωση. | |
| 4808 | αντισυλληπτικά | [ἀντισυλληπτικά] α-ντι-συλ-λη-πτι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΙΑΤΡ. αντισυλληπτικά χάπια: ~ τρίτης γενιάς. ~ό έκτακτης ανάγκης (πβ. χάπι της επόμενης μέρας). Βλ. διάφραγμα, προφυλακτικό, σπιράλ. [< αγγλ. contraceptives, γαλλ. anticonceptionnels, 1905] | |
| 4809 | αντισυλληπτικός | , ή, ό [ἀντισυλληπτικός] α-ντι-συλ-λη-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει ή μειώνει την πιθανότητα σύλληψης: ~ός: δακτύλιος. ~ή: προστασία/συσκευή (βλ. σπιράλ). ~ό: επίθεμα. Χημικές ~ές ουσίες. ● ΣΥΜΠΛ.: αντισυλληπτικό χάπι & (επίσ.) αντισυλληπτικό δισκίο: ΦΑΡΜΑΚ. σκεύασμα που περιέχει ορμόνες και αναστέλλει την ωορρηξία, προλαμβάνοντας τη σύλληψη: Παίρνω ~ ~. Συνδυασμένα ~ά ~ια (οιστρογόνων-προγεστερόνης). Πβ. αντισυλληπτικά, χάπι. [< αγγλ. contraceptive pill , γαλλ. pilule contraceptive (/anticonceptionnelle), 1957, διαδόθηκε περ. το 1970] [< αγγλ. contraceptive] | |
| 4810 | αντισύλληψη | [ἀντισύλληψη] α-ντι-σύλ-λη-ψη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος που εμποδίζει τη σύλληψη, προλαμβάνοντας την κύηση: ανδρική/γυναικεία/επείγουσα (βλ. χάπι της επόμενης μέρας)/ορμονική ~. Έλεγχος γεννήσεων και ~. Πβ. προφύλαξη. [< αγγλ. contraception, γαλλ. ~, 1929] | |
| 4811 | αντισυμβαλλόμενος | , η, ο [ἀντισυμβαλλόμενος] α-ντι-συμ-βαλ-λό-με-νος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ένου}: ΝΟΜ. το δεύτερο από τα δύο νομικά ή φυσικά πρόσωπα που συμμετέχει σε μια σύμβαση: ~η: εταιρεία/τράπεζα. ~οι: επιτηδευματίες. ~ες: χώρες.|| (ως ουσ.) Επιλέξιμοι/κεντρικοί/κύριοι ~οι. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των ~ένων. Βλ. συμβάλλομαι. | |
| 4812 | αντισυμβατικός | , ή, ό [ἀντισυμβατικός] α-ντι-συμ-βα-τι-κός επίθ. 1. που αντιτίθεται στα καθιερωμένα πρότυπα, τις κοινωνικές συμβάσεις: ~ός: τρόπος σκέψης/χαρακτήρας. ~ή: προσωπικότητα/συμπεριφορά/σχέση. ~ό: πνεύμα. ~ές: ιδέες. Έργα πρωτότυπα, προκλητικά και ~ά. ΣΥΝ. αντικομφορμιστικός 2. ΝΟΜ. που είναι αντίθετος με τους όρους μιας σύμβασης: ~ή χρήση του ακινήτου. ● επίρρ.: αντισυμβατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. anticonventional] | |
| 4813 | αντισυμβατικότητα | [ἀντισυμβατικότητα] α-ντι-συμ-βα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αντισυμβατικού: η ~ μιας επιλογής/ιδέας/συμπεριφοράς. ΣΥΝ. αντικομφορμισμός ΑΝΤ. κομφορμισμός, συμβατικότητα | |
| 4814 | αντισυναδελφικός | , ή, ό [ἀντισυναδελφικός] α-ντι-συ-να-δελ-φι-κός επίθ.: που θίγει τους συναδέλφους, που στρέφεται εναντίον τους: ~ή: στάση/συμπεριφορά. ~ό: κλίμα. ΑΝΤ. συναδελφικός ● επίρρ.: αντισυναδελφικά | |
| 4815 | αντισυναδελφικότητα | [ἀντισυναδελφικότητα] α-ντι-συ-να-δελ-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): η ιδιότητα του αντισυναδελφικού. | |
| 4816 | αντισυνδικαλιστικός | , ή, ό [ἀντισυνδικαλιστικός] α-ντι-συν-δι-κα-λι-στι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον συνδικαλισμό και τις αρχές του: ~ή: δράση. ~ές: ενέργειες. Η διοίκηση της εταιρείας εφαρμόζει σκληρή ~ή στάση. ● επίρρ.: αντισυνδικαλιστικά | |
| 4817 | αντισύνοδος | [ἀντισύνοδος] α-ντι-σύ-νο-δος ουσ. (θηλ.): σύνοδος αντίθετη προς αυτή των επίσημων Αρχών: λαϊκή ~. | |
| 4818 | αντισυνταγματάρχης | [ἀντισυνταγματάρχης] α-ντι-συ-νταγ-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον ταγματάρχη και κατώτερος από τον συνταγματάρχη κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον αντιπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, τον αντισμήναρχο της Πολεμικής Αεροπορίας, τον αστυνομικό υποδιευθυντή της Ελληνικής Αστυνομίας και τον αντιπύραρχο της Πυροσβεστικής. [< γαλλ. lieutenant-colonel] | |
| 4819 | αντισυνταγματικός | , ή, ό [ἀντισυνταγματικός] α-ντι-συ-νταγ-μα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος: ~ή: πράξη. ~ό: νομοσχέδιο. ~ές: ρυθμίσεις. ~ά: μέτρα. ~οί και παράνομοι περιορισμοί. Ο νόμος κηρύχθηκε/κρίθηκε ~. Βλ. άνομος, παράνομος. ΑΝΤ. συνταγματικός (1) ● επίρρ.: αντισυνταγματικά & (λόγ.) ~ώς [-ῶς] [< γαλλ. anticonstitutionnel, inconstitutionnel] | |
| 4820 | αντισυνταγματικότητα | [ἀντισυνταγματικότητα] α-ντι-συ-νταγ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ιδιότητα του αντισυνταγματικού: η ~ των αποφάσεων/του καθεστώτος. Ένσταση ~ας. Προσβαλλόμενος για ~ νόμος. Πβ. α-, παρα-νομία. ΑΝΤ. συνταγματικότητα [< γαλλ. inconstitutionnalité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ