| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56908 | χιονοδρόμιο | χιο-νο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): χιονοδρομική πίστα. Βλ. -δρόμιο. | |
| 56909 | χιονοδρόμος | χιο-νο-δρό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. σκιέρ. Βλ. -δρόμος. | |
| 56910 | χιονοθύελλα | χιο-νο-θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. καιρικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από ανέμους μεγάλης έντασης και χιονόπτωση: έντονη/ισχυρή/σφοδρή/φονική ~. Βλ. ανεμοθύελλα. [< γαλλ. tempête de neige, γερμ. Schneesturm] | |
| 56911 | χιονοκάλυψη | χιο-νο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. κάλυψη μιας επιφάνειας με χιόνι. Βλ. παγοκάλυψη. [< αγγλ. snow cover, 1919] | |
| 56912 | χιονοκαταιγίδα | χιο-νο-κα-ται-γί-δα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. χιονοθύελλα ή χιόνι με αστραπές και βροντές. [< αγγλ. thundersnow] | |
| 56913 | χιονοκουβέρτες | χιο-νο-κου-βέρ-τες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. χιονοκουβέρτα}: ΤΕΧΝΟΛ. αντιολισθητικά καλύμματα που τοποθετούνται στα ελαστικά οχήματος για ασφαλή οδήγηση σε χιονισμένο ή παγωμένο δρόμο. Βλ. χιονο-αλυσίδες, -λάστιχα. | |
| 56914 | χιονολάστιχα | χιο-νο-λά-στι-χα ουσ. (ουδ.) (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικά λάστιχα κατάλληλα για οδήγηση σε χιόνι ή/και πάγο. Βλ. χιονοαλυσίδες. | |
| 56915 | χιονόλευκος | , η, ο χιο-νό-λευ-κος επίθ. (λογοτ.): λευκός σαν χιόνι: ~ο: μάρμαρο (βλ. λυχνίτης). Πβ. κατάλευκος, χιον-άτος, -ώδης. [< γερμ. schneeweiß] | |
| 56916 | χιονόμπαλα | χιο-νό-μπα-λα ουσ. (θηλ.): μπάλα από χιόνι. Βλ. χιονοπόλεμος. ΣΥΝ. χιονόσφαιρα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: βρόμικες χιονόμπαλες: χαρακτηρισμός για τους κομήτες επειδή θεωρείται ότι ο πυρήνας τους αποτελείται κυρ. από πάγο. [< αγγλ. snowball] | |
| 56917 | χιονόνερο | χιο-νό-νε-ρο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) νερόχιονο: ΜΕΤΕΩΡ. μορφή υετού που αποτελείται από σταγόνες βροχής και λιωμένες εν μέρει νιφάδες χιονιού. Βλ. -νερο. ΣΥΝ. χιονόβροχο ● χιονόνερα (τα) (προφ.): νερά που δημιουργούνται από το λιώσιμο του χιονιού. Βλ. απορροή. | |
| 56918 | χιονονιφάδα | χιο-νο-νι-φά-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: νιφάδα χιονιού και η σχετική απεικόνισή της: διακοσμητικές/κρεμαστές ~ες. Εντυπωσιακές/πολύχρωμες ~ες από χαρτί. | |
| 56919 | χιονοπέδιλο | χιο-νο-πέ-δι-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: καθένα από τα δύο επίπεδα, συνήθ. μακρόστενα εξαρτήματα, που προσαρμόζονται στις μπότες του σκιέρ, για να είναι δυνατή η ολίσθηση στο χιόνι. Πβ. σκι. Βλ. χιονοσανίδα.|| (κατ' επέκτ.) Τα ~α του έλκηθρου (= ολισθητήρες). [< γερμ. Schneeschuh] | |
| 56920 | χιονοπόλεμος | χιο-νο-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.): παιχνίδι στο χιόνι, κατά το οποίο ο ένας ρίχνει χιονόμπαλες στον άλλο. Πβ. χιονιές. [< γαλλ. bataille de neige] | |
| 56921 | χιονόπτωση | χιο-νό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. πτώση χιονιού: έντονη/πυκνή/συνεχής ~. Δρόμοι κλειστοί λόγω ~ης. Αραιές/ασθενείς/ισχυρές/πρόσκαιρες/σποραδικές/σφοδρές ~ώσεις. Προβλήματα από τις ~ώσεις. Αναμένονται ~ώσεις (= θα χιονίσει).|| Τεχνητή ~ (: βιομηχανικό χιόνι). Βλ. παγο-, χιονο-θύελλα, χιονόστρωση, -πτωση. [< γερμ. Schneefall] | |
| 56922 | χιονοσανίδα | χιο-νο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.): σανίδα του σνόουμπορντ· συνεκδ. το αντίστοιχο άθλημα. Βλ. χιονοπέδιλο. | |
| 56923 | χιονοσκέπαστος | , η, ο χιο-νο-σκέ-πα-στος επίθ. & (λόγ.) χιονοσκεπής, ής, ές (λογοτ.): σκεπασμένος με χιόνι: ~ες: κορυφές. ~α: βουνά. Πβ. χιονισμένος. Βλ. -σκεπής. [< γερμ. schneebedeckt] | |
| 56924 | χιονοστιβάδα | χιο-νο-στι-βά-δα ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλη μάζα από χιόνι και συνήθ. πέτρες, η οποία ολισθαίνει με μεγάλη ταχύτητα σε βουνοπλαγιά: τεράστια/φονική ~. Νεκροί από ~. Κίνδυνος (πρόκλησης) ~ων. Τους καταπλάκωσε/παρέσυρε ~. Βλ. ανεμοσούρι, κατολίσθηση. 2. (μτφ.) φαινόμενο, συνήθ. αρνητικό ή δυσάρεστο, που εξελίσσεται πολύ γρήγορα και ανεξέλεγκτα: ~ αλλαγών/απεργιών/διαμαρτυριών/κινητοποιήσεων. Ακολούθησε ~ αντιδράσεων/εξελίξεων (πβ. βροχή, καταιγισμός, κατακλυσμός, μπαράζ, ορυμαγδός, χείμαρρος). Εξάπλωση με ταχύτητα ~ας. Οι αποκαλύψεις πήραν διαστάσεις/μορφή/χαρακτήρα ~ας. 3. ΟΙΚΟΝ. μεταβολή του μέσου επιτοκίου του χρέους, με ρυθμό μεγαλύτερο από τον ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. 4. ΦΥΣ. συνεχής αύξηση του αριθμού των ηλεκτρονίων και των θετικών ιόντων σε αέριο στο οποίο εφαρμόζεται ηλεκτρικό πεδίο, ως αποτέλεσμα ιονισμού με κρούσεις: φαινόμενο ~ας. [< 1: γερμ. Lawine 2,4: αγγλ. avalanche 3: αγγλ. snowball effect] | |
| 56925 | χιονοστρόβιλος | χιο-νο-στρό-βι-λος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. ψυχρός βόρειος άνεμος μεγάλης έντασης, ο οποίος παρατηρείται κυρ. στη Βόρεια Αμερική και συνοδεύεται από στροβιλιζόμενο χιόνι. Βλ. ανεμοστρόβιλος. [< γαλλ. tourbillon de neige] | |
| 56926 | χιονόστρωση | χιο-νό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σχηματισμός στρώσης χιονιού λόγω έντονης ή συνεχούς χιονόπτωσης ή χιονοθύελλας· συνεκδ. η αντίστοιχη στρώση: ελαφριά/μερική/ολική ~. Ρεκόρ/χάρτης ~ης.|| ~ ύψους ... Βλ. -στρωση. | |
| 56927 | χιονόσφαιρα | χιο-νό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. καλλωπιστικός θάμνος (επιστ. ονομασ. Viburnum opulus) με λευκά άνθη και μικρούς στρογγυλούς κοκκινωπούς καρπούς. Πβ. βιβούρνο. 2. χιονόμπαλα. [< γερμ. Schneeball] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ