Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57380-57400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56913χιονοκουβέρτεςχιο-νο-κου-βέρ-τες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. χιονοκουβέρτα}: ΤΕΧΝΟΛ. αντιολισθητικά καλύμματα που τοποθετούνται στα ελαστικά οχήματος για ασφαλή οδήγηση σε χιονισμένο ή παγωμένο δρόμο. Βλ. χιονο-αλυσίδες, -λάστιχα.
56914χιονολάστιχαχιο-νο-λά-στι-χα ουσ. (ουδ.) (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικά λάστιχα κατάλληλα για οδήγηση σε χιόνι ή/και πάγο. Βλ. χιονοαλυσίδες.
56915χιονόλευκος, η, ο χιο-νό-λευ-κος επίθ. (λογοτ.): λευκός σαν χιόνι: ~ο: μάρμαρο (βλ. λυχνίτης). Πβ. κατάλευκος, χιον-άτος, -ώδης. [< γερμ. schneeweiß]
56916χιονόμπαλαχιο-νό-μπα-λα ουσ. (θηλ.): μπάλα από χιόνι. Βλ. χιονοπόλεμος. ΣΥΝ. χιονόσφαιρα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: βρόμικες χιονόμπαλες: χαρακτηρισμός για τους κομήτες επειδή θεωρείται ότι ο πυρήνας τους αποτελείται κυρ. από πάγο. [< αγγλ. snowball]
56917χιονόνεροχιο-νό-νε-ρο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) νερόχιονο: ΜΕΤΕΩΡ. μορφή υετού που αποτελείται από σταγόνες βροχής και λιωμένες εν μέρει νιφάδες χιονιού. Βλ. -νερο. ΣΥΝ. χιονόβροχο ● χιονόνερα (τα) (προφ.): νερά που δημιουργούνται από το λιώσιμο του χιονιού. Βλ. απορροή.
56918χιονονιφάδαχιο-νο-νι-φά-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: νιφάδα χιονιού και η σχετική απεικόνισή της: διακοσμητικές/κρεμαστές ~ες. Εντυπωσιακές/πολύχρωμες ~ες από χαρτί.
56919χιονοπέδιλοχιο-νο-πέ-δι-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: καθένα από τα δύο επίπεδα, συνήθ. μακρόστενα εξαρτήματα, που προσαρμόζονται στις μπότες του σκιέρ, για να είναι δυνατή η ολίσθηση στο χιόνι. Πβ. σκι. Βλ. χιονοσανίδα.|| (κατ' επέκτ.) Τα ~α του έλκηθρου (= ολισθητήρες). [< γερμ. Schneeschuh]
56920χιονοπόλεμοςχιο-νο-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.): παιχνίδι στο χιόνι, κατά το οποίο ο ένας ρίχνει χιονόμπαλες στον άλλο. Πβ. χιονιές. [< γαλλ. bataille de neige]
56921χιονόπτωσηχιο-νό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. πτώση χιονιού: έντονη/πυκνή/συνεχής ~. Δρόμοι κλειστοί λόγω ~ης. Αραιές/ασθενείς/ισχυρές/πρόσκαιρες/σποραδικές/σφοδρές ~ώσεις. Προβλήματα από τις ~ώσεις. Αναμένονται ~ώσεις (= θα χιονίσει).|| Τεχνητή ~ (: βιομηχανικό χιόνι). Βλ. παγο-, χιονο-θύελλα, χιονόστρωση, -πτωση. [< γερμ. Schneefall]
56922χιονοσανίδαχιο-νο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.): σανίδα του σνόουμπορντ· συνεκδ. το αντίστοιχο άθλημα. Βλ. χιονοπέδιλο.
56923χιονοσκέπαστος, η, ο χιο-νο-σκέ-πα-στος επίθ. & (λόγ.) χιονοσκεπής, ής, ές (λογοτ.): σκεπασμένος με χιόνι: ~ες: κορυφές. ~α: βουνά. Πβ. χιονισμένος. Βλ. -σκεπής. [< γερμ. schneebedeckt]
56924χιονοστιβάδαχιο-νο-στι-βά-δα ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλη μάζα από χιόνι και συνήθ. πέτρες, η οποία ολισθαίνει με μεγάλη ταχύτητα σε βουνοπλαγιά: τεράστια/φονική ~. Νεκροί από ~. Κίνδυνος (πρόκλησης) ~ων. Τους καταπλάκωσε/παρέσυρε ~. Βλ. ανεμοσούρι, κατολίσθηση. 2. (μτφ.) φαινόμενο, συνήθ. αρνητικό ή δυσάρεστο, που εξελίσσεται πολύ γρήγορα και ανεξέλεγκτα: ~ αλλαγών/απεργιών/διαμαρτυριών/κινητοποιήσεων. Ακολούθησε ~ αντιδράσεων/εξελίξεων (πβ. βροχή, καταιγισμός, κατακλυσμός, μπαράζ, ορυμαγδός, χείμαρρος). Εξάπλωση με ταχύτητα ~ας. Οι αποκαλύψεις πήραν διαστάσεις/μορφή/χαρακτήρα ~ας. 3. ΟΙΚΟΝ. μεταβολή του μέσου επιτοκίου του χρέους, με ρυθμό μεγαλύτερο από τον ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. 4. ΦΥΣ. συνεχής αύξηση του αριθμού των ηλεκτρονίων και των θετικών ιόντων σε αέριο στο οποίο εφαρμόζεται ηλεκτρικό πεδίο, ως αποτέλεσμα ιονισμού με κρούσεις: φαινόμενο ~ας. [< 1: γερμ. Lawine 2,4: αγγλ. avalanche 3: αγγλ. snowball effect]
56925χιονοστρόβιλοςχιο-νο-στρό-βι-λος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. ψυχρός βόρειος άνεμος μεγάλης έντασης, ο οποίος παρατηρείται κυρ. στη Βόρεια Αμερική και συνοδεύεται από στροβιλιζόμενο χιόνι. Βλ. ανεμοστρόβιλος. [< γαλλ. tourbillon de neige]
56926χιονόστρωσηχιο-νό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σχηματισμός στρώσης χιονιού λόγω έντονης ή συνεχούς χιονόπτωσης ή χιονοθύελλας· συνεκδ. η αντίστοιχη στρώση: ελαφριά/μερική/ολική ~. Ρεκόρ/χάρτης ~ης.|| ~ ύψους ... Βλ. -στρωση.
56927χιονόσφαιραχιο-νό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. καλλωπιστικός θάμνος (επιστ. ονομασ. Viburnum opulus) με λευκά άνθη και μικρούς στρογγυλούς κοκκινωπούς καρπούς. Πβ. βιβούρνο. 2. χιονόμπαλα. [< γερμ. Schneeball]
56928χιονούραχιο-νού-ρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (κυρ. στην ορειβασία): όγκος χιονιού που δεν έχει λιώσει: ~ες στην κορυφή/στις πλαγιές του βουνού. Βλ. -ούρα2.
56929χιονώδης, ης, ες χιο-νώ-δης επίθ. {χιονώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): χιονισμένος· λευκός σαν χιόνι: ~ες: τοπίο. Πβ. χιονάτος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. χιονώδης]
56930χιόνωσηχιό-νω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (στη χιονοδρομία) ποσότητα χιονιού: τεχνητή ~ (: κάλυψη χιονοδρομικής πίστας με τεχνητό χιόνι). Η περιοχή χαρακτηρίζεται από καλή ~.
56931χιούμορ[χιοῦμορ] χιού-μορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ικανότητα πρόκλησης γέλιου στους άλλους, μέσα από τον ευρηματικό συνδυασμό ετερόκλιτων στοιχείων ή/και τη χρήση λεπτής ειρωνείας: ανατρεπτικό/ανεξάντλητο/απίστευτο/αστείρευτο/βιτριολικό/δηκτικό/διαβρωτικό/έξυπνο/ιδιαίτερο/καλόγουστο/καυστικό/λεπτό/πηγαίο/πικρό/πνευματώδες/προκλητικό/(αυτο)σαρκαστικό/σκοτεινό/φλεγματικό/χοντροκομμένο ~. Έχει ~/(καλή/λεπτή/μεγάλη) αίσθηση του ~. Κάνω ~ (: λέω αστεία, κάνω πειράγματα). Έχασες το ~ σου (: έπαψες να αντιμετωπίζεις τη ζωή με χιουμοριστική διάθεση). Βλ. ανέκδοτο, πνεύμα. ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρο/μπλακ χιούμορ & μακάβριο χιούμορ: αντιμετώπιση του ανθρώπου καθώς και σοβαρών, συνήθ. δυσάρεστων θεμάτων της ζωής του (π.χ. ασθένειες, θάνατος), μέσα από χιουμοριστική και ειρωνική, κυνική σκοπιά. Βλ. μαύρη κωμωδία. [< αγγλ. black humo(u)r] [< αγγλ. humo(u)r, γαλλ. humour]
56932χιουμορίσταςχιου-μο-ρί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χιουμορίστα}: άνθρωπος που συνηθίζει να κάνει χιούμορ. || (ως επίθ.) ~ συγγραφέας (πβ. ευθυμογράφος). Βλ. -ίστας. [< αγγλ. humorist, γαλλ. humoriste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.