| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56933 | χιουμοριστικός | , ή, ό χιου-μο-ρι-στι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από χιούμορ: ~ός: διάλογος. ~ή: απάντηση/ατάκα/διάθεση/διαφήμιση/εικόνα/προσέγγιση (ενός θέματος)/ταινία (βλ. κωμωδία). ~ό: σκίτσο (βλ. γελοιογραφία)/στιγμιότυπο/σχόλιο (: πνευματώδες)/ύφος. ~ές: ιστορίες/σκηνές. ~ά: σκετς. Με ~ή διάθεση/~ή ματιά/~ό πνεύμα. Άρθρο με ~ό περιεχόμενο/χαρακτήρα. Πβ. αστείος, κωμικός. Βλ. δηκτ-, ειρων-, καυστ-, σαρκαστ-ικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό της υπόθεσης είναι ότι ... ● επίρρ.: χιουμοριστικά [< αγγλ. humoristic, γαλλ. humoristique] | |
| 56934 | χιπ χοπ | ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος ραπ μουσικής που συνοδεύεται από χορευτικές κινήσεις μπρέικντανς και ξεκίνησε στην Αμερική από νέους Αφροαμερικανούς· συνεκδ. το αντίστοιχο είδος σύγχρονου χορού: (κ. ως επίθ.) ~ κομμάτια/τραγούδια. Βλ. αλτέρνατιβ, μαύρη μουσική, τριπ χοπ, χιπχόπερ. [< αμερικ. hip-hop, 1979, 1986] | |
| 56935 | χίπης, χίπισσα | χί-πης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {χίπ-ηδες κ. άκλ. χίπις}: οπαδός κινήματος της δεκαετίας του 1960, που υποστήριζε τη φυσική ζωή, τη σεξουαλική απελευθέρωση, την άρνηση κάθε μορφής βίας και την απόρριψη της άρχουσας ιδεολογίας και των συνηθειών των ενηλίκων, υιοθετώντας έναν τρόπο ζωής κοινοβιακού χαρακτήρα (με επιτρεπόμενη χρήση ναρκωτικών), καθώς και ιδιαίτερη εμφάνιση (μακριά μαλλιά, πολύχρωμα ρούχα, φανταχτερά στολίδια): η γενιά των ~ηδων. Χίπις με χαϊμαλιά και παντελόνια καμπάνα. Πβ. παιδιά των λουλουδιών. Βλ. γεγές, μπίτνικ, μποέμ. [< αμερικ. hippie, 1965, γαλλ. ~, 1967] | |
| 56936 | χίπικος | , η, ο χί-πι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τους χίπις: ~η: εποχή/κουλτούρα. ~ο: κίνημα (= χιπισμός)/στιλ. ~α: κοινόβια/ρούχα. ● επίρρ.: χίπικα | |
| 56937 | χιπισμός | χι-πι-σμός ουσ. (αρσ.): το κίνημα των χίπις και κατ΄επέκτ. ο συγκεκριμένος τρόπος σκέψης και ντυσίματος. Βλ. -ισμός. [< αμερικ. hippism] | |
| 56938 | χίπστερ | χίπ-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & (σπάν.) χιπστεράς: άτομο που ακολουθεί αντισυμβατική συμπεριφορά και μοντέρνο ιδιόρρυθμο ντύσιμο: οι ~ς προτιμούν τα μεγάλα χρωματιστά γυαλιά, το μούσι και εντυπωσιακά τατουάζ. [< αμερικ. hipster, 1940, διαδόθηκε το 2002, γαλλ. ~, 1950, απανήλθε στις αρχές του 21ου αι.] | |
| 56939 | χιπχόπερ | χιπ-χό-περ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & χιπ χόπερ (προφ.) & (αργκό) χιπχοπάς: άτομο που ακούει χιπ χοπ μουσική και ακολουθεί το ανάλογο στιλ ντυσίματος, δηλ. φαρδύ και χαμηλό τζιν παντελόνι, μαύρα γυαλιά, τζόκεϊ, αθλητικά παπούτσια· μουσικός ή χορευτής χιπ χοπ. [< αμερικ. hip-hopper, 1983] | |
| 56940 | χιτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.) 1. (για μουσικό κομμάτι, συνήθ. μοντέρνο) επιτυχία: το απόλυτο/τελευταίο ~. Τα ~ του καλοκαιριού. Το τραγούδι έγινε ~. (για τραγουδιστή:) Έχει βγάλει/κάνει πολλά ~. Πβ. σουξέ. 2. ΑΘΛ. (στο μπέιζμπολ και το σόφτμπολ) επιτυχής ρίψη στην εστία της αντίπαλης ομάδας. ● Υποκ.: χιτάκι (το): στη σημ. 1. Πβ. σουξεδάκι. Βλ. μπιτάκι. [< αγγλ. hit] | |
| 56941 | χιτίνη | χι-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. -ΖΩΟΛ. οργανική ουσία, πολυσακχαρίτης (σύμβ. (C8H13NO5)n) που αποτελεί δομικό συστατικό των μυκήτων και του εξωσκελετού των αρθρόποδων. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. chitine, αγγλ. chitin] | |
| 56942 | χιτλερικός | , ή, ό χιτ-λε-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον Αδόλφο Χίτλερ ή με τον χιτλερισμό: ~ός: στρατός/χαιρετισμός (= φασιστικός). ~ή: εισβολή/επίθεση/ιδεολογία/νεολαία/προπαγάνδα (βλ. γκεμπελικός)/σημαία (βλ. σβάστικα). ~ό: καθεστώς (βλ. εθνικοσοσιαλιστικός). ~ές: δυνάμεις (βλ. κατοχικός). ~ά: στρατόπεδα (συγκέντρωσης). ΣΥΝ. ναζιστικός.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (= ναζί, ναζιστές). ● επίρρ.: χιτλερικά [< γαλλ. hitlérien, 1930] | |
| 56943 | χιτλερισμός | χιτ-λε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ναζισμός. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. hitlerism, 1925, γαλλ. hitlérisme, 1932] | |
| 56944 | χιτώνας | χι-τώ-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) χιτών {χιτώνος} 1. ΑΡΧ. ανδρικό ή γυναικείο ένδυμα από λινό ή μάλλινο ύφασμα, το οποίο είχε ανοίγματα για τα χέρια και το κεφάλι και φοριόταν κατάσαρκα, συνήθ. με ζώνη: κοντός (= χιτώνιο)/ποδήρης/πτυχωτός/χειριδωτός ~. Βλ. ιμάτιο, μανδύας, πέπλος, τήβεννος, τρίβωνας, χλαμύδα. 2. ΑΝΑΤ. υμένας που περιβάλλει όργανο ή τμήμα του σώματος ή βολβό: ινώδης/μυϊκός/ορογόνος ~. Ο λευκός/σκληρός ~ του ματιού (= το ασπράδι· βλ. ίκτερος, σκληρίτιδα, σταφύλωμα). Ο ~ των αγγείων (βλ. αγγειοσύσπαση)/των αρτηριών (βλ. αθηροσκλήρωση)/του εγκεφάλου (= φλοιός)/του εντέρου/της καρδιάς/της καρωτίδας/της μήτρας (= μυομήτριο)/της ουροδόχου κύστης/του στομάχου.|| (ΖΩΟΛ.) Βλ. χιτωνόζωα.|| (ΒΟΤ.) Οι ~ες του κρεμμυδιού. Πβ. μεμβράνη. ● ΣΥΜΠΛ.: αγγειώδης χιτώνας βλ. αγγειώδης, αμφιβληστροειδής (χιτώνας) βλ. αμφιβληστροειδής, κερατοειδής (χιτώνας) βλ. κερατοειδής, ραγοειδής χιτώνας βλ. ραγοειδής, χοριοειδής χιτώνας βλ. χοριοειδής [< αρχ. χιτών, γαλλ.-αγγλ. chiton] | |
| 56945 | χιτώνιο | χι-τώ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {χιτωνίου} 1. ΣΤΡΑΤ. πανωφόρι της στολής υπηρεσίας ή εξόδου: ~ παραλλαγής. Πβ. αμπέχονο, επενδύτης, τζάκετ.|| Αντανακλαστικό ~ (τροχονόμου). 2. ΑΡΧ. κοντός χιτώνας. 3. ΤΕΧΝΟΛ. -ΜΗΧΑΝΟΛ. περίβλημα: μεταλλικό/προστατευτικό ~. ~ αντλίας. ~α κυλίνδρων (κινητήρα)/σωλήνων. Βλ. μανσόν. [< 1: γαλλ. veste 2: αρχ. χιτώνιον 3: γαλλ. chemise] | |
| 56946 | χιτωνόζωα | χι-τω-νό-ζω-α ουσ. (ουδ.) & χιτωνοφόρα (τα): ΖΩΟΛ. υποσυνομοταξία των χορδωτών, που περιλαμβάνει θαλάσσια είδη, το σώμα των οποίων έχει σχήμα σάκου, καλύπτεται από χιτώνα και παρουσιάζει αμφίπλευρη συμμετρία. Βλ. φούσκα. [< γαλλ. tuniciers] | |
| 56947 | Χιώτης, Χιώτισσα | Χιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Χίο. ● ΦΡ.: σαν τους Χιώτες (προφ.-συχνά ειρων.): για δύο ανθρώπους που εμφανίζονται συνήθ. μαζί· δυο-δυο. | |
| 56948 | χιώτικος | , η, ο χιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Χίο ή/και τους Χιώτες: ~η: μαστίχα. ΣΥΝ. χιακός [< μεσν. χιώτικος] | |
| 56949 | χλαίνη | χλαί-νη ουσ. (θηλ.) & χλαίνα (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. (κυρ. στον Πόλεμο του '40 και τον Εμφύλιο) πανωφόρι από χοντρό ύφασμα. Βλ. κάπα.|| (ΑΡΧ., μάλλινο ύφασμα που ριχνόταν στους ώμους για προστασία από το κρύο και συγκρατιόταν με μια πόρπη) Βλ. χλαμύδα. [< αρχ. χλαῖνα, γαλλ. manteau] | |
| 56950 | χλαλοή | χλα-λο-ή ουσ. (θηλ.) (κυρ. λογοτ.): χλαπαταγή. [< *οχλαγωγή] | |
| 56951 | χλαμύδα | χλα-μύ-δα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. ανδρικός μανδύας που στερεωνόταν με πόρπη κάτω από τον λαιμό και έπεφτε ελεύθερα στους ώμους και την πλάτη. Βλ. ιμάτιο, χιτώνας, χλαίνη. [< αρχ. χλαμύς, γαλλ. chlamyde, αγγλ. chlamys] | |
| 56952 | χλαμύδια | χλα-μύ-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {-ίων | σπάν. στον εν. χλαμύδιο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. gram αρνητικά βακτήρια (οικογ. Chlamydiaceae) που ζουν αποκλειστικά σε ζωικά κύτταρα και προκαλούν διάφορες νόσους, κυρ. σεξουαλικά μεταδιδόμενες: ~ στον κόλπο/τράχηλο. Λοίμωξη από/μόλυνση με ~. Βλ. ουρεόπλασμα, ουρηθρίτιδα, ψιττάκωση.|| Το ~ο του τραχώματος (βλ. αφροδίσιο/βουβωνικό λεμφοκοκκίωμα). [< αγγλ. chlamydia, 1966 < αρχ. χλαμύς, γαλλ. ~, 1965] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ