| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56948 | χιώτικος | , η, ο χιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Χίο ή/και τους Χιώτες: ~η: μαστίχα. ΣΥΝ. χιακός [< μεσν. χιώτικος] | |
| 56949 | χλαίνη | χλαί-νη ουσ. (θηλ.) & χλαίνα (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. (κυρ. στον Πόλεμο του '40 και τον Εμφύλιο) πανωφόρι από χοντρό ύφασμα. Βλ. κάπα.|| (ΑΡΧ., μάλλινο ύφασμα που ριχνόταν στους ώμους για προστασία από το κρύο και συγκρατιόταν με μια πόρπη) Βλ. χλαμύδα. [< αρχ. χλαῖνα, γαλλ. manteau] | |
| 56950 | χλαλοή | χλα-λο-ή ουσ. (θηλ.) (κυρ. λογοτ.): χλαπαταγή. [< *οχλαγωγή] | |
| 56951 | χλαμύδα | χλα-μύ-δα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. ανδρικός μανδύας που στερεωνόταν με πόρπη κάτω από τον λαιμό και έπεφτε ελεύθερα στους ώμους και την πλάτη. Βλ. ιμάτιο, χιτώνας, χλαίνη. [< αρχ. χλαμύς, γαλλ. chlamyde, αγγλ. chlamys] | |
| 56952 | χλαμύδια | χλα-μύ-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {-ίων | σπάν. στον εν. χλαμύδιο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. gram αρνητικά βακτήρια (οικογ. Chlamydiaceae) που ζουν αποκλειστικά σε ζωικά κύτταρα και προκαλούν διάφορες νόσους, κυρ. σεξουαλικά μεταδιδόμενες: ~ στον κόλπο/τράχηλο. Λοίμωξη από/μόλυνση με ~. Βλ. ουρεόπλασμα, ουρηθρίτιδα, ψιττάκωση.|| Το ~ο του τραχώματος (βλ. αφροδίσιο/βουβωνικό λεμφοκοκκίωμα). [< αγγλ. chlamydia, 1966 < αρχ. χλαμύς, γαλλ. ~, 1965] | |
| 56953 | χλαπακιάζω | χλα-πα-κιά-ζω ρ. (μτβ.) {χλαπάκια-σα, χλαπακιά-σει, χλαπακιάζ-οντας} & (σπάν.) χλαπακώνω (προφ.): τρώω με λαιμαργία, καταπίνοντας μεγάλες ποσότητες φαγητού, συνήθ. χωρίς να τις έχω μασήσει καλά: ~ει (= καταβροχθίζει, κατεβάζει) ό,τι βρει μπροστά του. Πβ. περιδρομιάζω, σαβουρώνω. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 56954 | χλαπάκιασμα | χλα-πά-κια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χλαπακιάζω. Πβ. καταβρόχθισμα, σαβούρωμα. | |
| 56955 | χλαπαταγή | χλα-πα-τα-γή ουσ. (θηλ.) (προφ.): οχλαγωγία. ΣΥΝ. χλαλοή | |
| 56956 | χλαπάτσα | χλα-πά-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ροχάλα. 2. κολλώδες λάστιχο διαφόρων σχημάτων και χρωμάτων, που χρησιμοποιείται ως παιχνίδι. 3. αποτυχία· ερωτική απόρριψη: Μου έχουν κάτσει πολλές ~ες τελευταία. Πβ. στραπάτσο.|| Έφαγε μεγάλη ~. Πβ. χυλόπιτα. 4. & κλαπάτσα (σπάν.) διστομίαση. 5. χλαπάτσας. [< βλάχικο gălbĕatsă] | |
| 56957 | χλαπάτσας | χλα-πά-τσας ουσ. (αρσ.) (προφ.): πλαδαρό και γλοιώδες άτομο· κατ' επέκτ. δυσκίνητο, νωθρό. | |
| 56958 | χλεμπόνα | χλε-μπό-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ροχάλα, φτύσιμο. ΣΥΝ. χλέπα 2. λαχανικό, κυρ. αγγούρι, πεπόνι ή κολοκύθι, που βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης. | |
| 56959 | χλεμπονιάρης | , α, ικο χλε-μπο-νιά-ρης επίθ. (προφ.-μειωτ.): χλομός και καχεκτικός. Βλ. -ιάρης, μυξιάρικο. ΣΥΝ. κιτρινιάρης | |
| 56960 | χλέμπουρας | χλέ-μπου-ρας ουσ. (αρσ.) (αργκό): ανόητος, γελοίος, ασήμαντος, νωθρός άνδρας. Πβ. χλαπάτσας, χλεχλές. | |
| 56961 | χλέπα | χλέ-πα ουσ. (θηλ.) (αργκό): φτυσιά, ροχάλα. ΣΥΝ. χλεμπόνα (1) | |
| 56962 | χλευάζω | χλευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {χλεύα-σα, χλευά-σει, -στηκα, -στεί (σπάν. λόγ.) -σθεί, -σμένος, χλευάζ-οντας} (λόγ.): εκφράζομαι, συνήθ. δημόσια, με αποδοκιμαστικό, περιφρονητικό, έντονα περιπαικτικό και δηκτικό τρόπο εναντίον κάποιου: ~ει την εξουσία/την υποκρισία/την υψηλή κοινωνία (πβ. καγχάζω, κοροϊδεύω, περιγελώ, σαρκάζω, σκώπτω). Έσπευσαν να τον ~σουν (πβ. γιουχάρω, εμπαίζω, λοιδορώ, μυκτηρίζω, ονειδίζω, παίρνω κάποιον στο ψιλό, προγκάω, προπηλακίζω). ~στηκε για τα πιστεύω του (πβ. αποδοκιμάζομαι· βλ. διαπομπεύομαι). [< αρχ. χλευάζω] | |
| 56963 | χλευασμός | χλευ-α-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χλευάζω: δημόσιος ~. ~ της άρχουσας τάξης. Είναι άξιοι ~ού. Οι δηλώσεις του αντιμετωπίστηκαν με ~ό (= χλευάστηκαν). Έγινε αντικείμενο ~ού. Πβ. αποδοκιμασία, γιουχάισμα, εμπαιγμός, κοροϊδία, λοιδορία, μυκτηρ-, ονειδ-ισμός, πρόγκα, προπηλακισμός, σαρκασμός, σκώμμα. ΣΥΝ. χλεύη [< αρχ. χλευασμός] | |
| 56964 | χλευαστής | χλευ-α-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που χλευάζει: ~ της εξουσίας. Πβ. σαρκαστής. [< αρχ. χλευαστής] | |
| 56965 | χλευαστικός | , ή, ό χλευ-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που χλευάζει: ~ή: αντιμετώπιση/διάθεση/συμπεριφορά. ~ές: κριτικές. ~ά: γέλια/δημοσιεύματα. Μίλησε με ~ό τρόπο/ύφος. Πβ. αποδοκιμαστ-, εμπαικτ-, κοροϊδευτ-, σαρκαστ-, σκωπτ-ικός.|| Ήταν ~ απέναντί τους. ● επίρρ.: χλευαστικά & (λογιότ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. χλευαστικός] | |
| 56966 | χλεύη | χλεύ-η ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): χλευασμός: Αντιμετώπισε/εισέπραξε/προκάλεσε τη ~ του κόσμου (= χλευάστηκε). Προκάλεσε τη λαϊκή ~. [< αρχ. χλεύη] | |
| 56967 | χλεχλές | χλε-χλές ουσ. (αρσ.) (αργκό): μαλθακός, βαρετός, ανόητος άνδρας. Πβ. λελές, λιμοκοντόρος, φλώρος, χλέμπουρας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ