Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57420-57440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56953χλαπακιάζωχλα-πα-κιά-ζω ρ. (μτβ.) {χλαπάκια-σα, χλαπακιά-σει, χλαπακιάζ-οντας} & (σπάν.) χλαπακώνω (προφ.): τρώω με λαιμαργία, καταπίνοντας μεγάλες ποσότητες φαγητού, συνήθ. χωρίς να τις έχω μασήσει καλά: ~ει (= καταβροχθίζει, κατεβάζει) ό,τι βρει μπροστά του. Πβ. περιδρομιάζω, σαβουρώνω. [< λ. ηχομιμητ.]
56954χλαπάκιασμα

χλα-πά-κια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χλαπακιάζω. Πβ. καταβρόχθισμα, σαβούρωμα.

56955χλαπαταγήχλα-πα-τα-γή ουσ. (θηλ.) (προφ.): οχλαγωγία. ΣΥΝ. χλαλοή
56956χλαπάτσαχλα-πά-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ροχάλα. 2. κολλώδες λάστιχο διαφόρων σχημάτων και χρωμάτων, που χρησιμοποιείται ως παιχνίδι. 3. αποτυχία· ερωτική απόρριψη: Μου έχουν κάτσει πολλές ~ες τελευταία. Πβ. στραπάτσο.|| Έφαγε μεγάλη ~. Πβ. χυλόπιτα. 4. & κλαπάτσα (σπάν.) διστομίαση. 5. χλαπάτσας. [< βλάχικο gălbĕatsă]
56957χλαπάτσαςχλα-πά-τσας ουσ. (αρσ.) (προφ.): πλαδαρό και γλοιώδες άτομο· κατ' επέκτ. δυσκίνητο, νωθρό.
56958χλεμπόναχλε-μπό-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ροχάλα, φτύσιμο. ΣΥΝ. χλέπα 2. λαχανικό, κυρ. αγγούρι, πεπόνι ή κολοκύθι, που βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης.
56959χλεμπονιάρης, α, ικο χλε-μπο-νιά-ρης επίθ. (προφ.-μειωτ.): χλομός και καχεκτικός. Βλ. -ιάρης, μυξιάρικο. ΣΥΝ. κιτρινιάρης
56960χλέμπουραςχλέ-μπου-ρας ουσ. (αρσ.) (αργκό): ανόητος, γελοίος, ασήμαντος, νωθρός άνδρας. Πβ. χλαπάτσας, χλεχλές.
56961χλέπαχλέ-πα ουσ. (θηλ.) (αργκό): φτυσιά, ροχάλα. ΣΥΝ. χλεμπόνα (1)
56962χλευάζωχλευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {χλεύα-σα, χλευά-σει, -στηκα, -στεί (σπάν. λόγ.) -σθεί, -σμένος, χλευάζ-οντας} (λόγ.): εκφράζομαι, συνήθ. δημόσια, με αποδοκιμαστικό, περιφρονητικό, έντονα περιπαικτικό και δηκτικό τρόπο εναντίον κάποιου: ~ει την εξουσία/την υποκρισία/την υψηλή κοινωνία (πβ. καγχάζω, κοροϊδεύω, περιγελώ, σαρκάζω, σκώπτω). Έσπευσαν να τον ~σουν (πβ. γιουχάρω, εμπαίζω, λοιδορώ, μυκτηρίζω, ονειδίζω, παίρνω κάποιον στο ψιλό, προγκάω, προπηλακίζω). ~στηκε για τα πιστεύω του (πβ. αποδοκιμάζομαι· βλ. διαπομπεύομαι). [< αρχ. χλευάζω]
56963χλευασμόςχλευ-α-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χλευάζω: δημόσιος ~. ~ της άρχουσας τάξης. Είναι άξιοι ~ού. Οι δηλώσεις του αντιμετωπίστηκαν με ~ό (= χλευάστηκαν). Έγινε αντικείμενο ~ού. Πβ. αποδοκιμασία, γιουχάισμα, εμπαιγμός, κοροϊδία, λοιδορία, μυκτηρ-, ονειδ-ισμός, πρόγκα, προπηλακισμός, σαρκασμός, σκώμμα. ΣΥΝ. χλεύη [< αρχ. χλευασμός]
56964χλευαστήςχλευ-α-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που χλευάζει: ~ της εξουσίας. Πβ. σαρκαστής. [< αρχ. χλευαστής]
56965χλευαστικός, ή, ό χλευ-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που χλευάζει: ~ή: αντιμετώπιση/διάθεση/συμπεριφορά. ~ές: κριτικές. ~ά: γέλια/δημοσιεύματα. Μίλησε με ~ό τρόπο/ύφος. Πβ. αποδοκιμαστ-, εμπαικτ-, κοροϊδευτ-, σαρκαστ-, σκωπτ-ικός.|| Ήταν ~ απέναντί τους. ● επίρρ.: χλευαστικά & (λογιότ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. χλευαστικός]
56966χλεύηχλεύ-η ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): χλευασμός: Αντιμετώπισε/εισέπραξε/προκάλεσε τη ~ του κόσμου (= χλευάστηκε). Προκάλεσε τη λαϊκή ~. [< αρχ. χλεύη]
56967χλεχλέςχλε-χλές ουσ. (αρσ.) (αργκό): μαλθακός, βαρετός, ανόητος άνδρας. Πβ. λελές, λιμοκοντόρος, φλώρος, χλέμπουρας.
56968χλιαίνειχλι-αί-νει ρ. (μτβ.) {χλιάνει} & χλιαραίνει {χλιαρύνει}: γίνεται χλιαρός: (σε συνταγές:) Αφήνουμε τη σάλτσα να χλιάνει. [< αρχ. χλιαίνω]
56969χλιαρός, ή, ό χλι-α-ρός επίθ. 1. (κυρ. για υγρά) λίγο ζεστός: ~ή: σούπα. ~ό: νερό. Γάλα σε ~ή θερμοκρασία. Άφησε τη σάλτσα να γίνει ~ή (= να χλιάνει). Πβ. υπόθερμος. 2. (μτφ.) που αισθάνεται ή επιδεικνύει ελάχιστο ενδιαφέρον ή ενθουσιασμό για κάτι, που στερείται έντασης, ζωντάνιας, δυναμικότητας: ~ή: ανταπόκριση/αντιμετώπιση/αποδοχή/συμμετοχή/ταινία. ~ό: χειροκρότημα. ~ές: αντιδράσεις/αποδοκιμασίες/διαμαρτυρίες. ~ά: αστεία/συναισθήματα. ~ές (= μέτριες) έως κακές κριτικές. Έλαβε μια ~ή απάντηση. Πολύ ~ά τα πράγματα! Πβ. αδιάφορος, ανάλατος, άνοστος, υποτονικός, χαλαρός.|| (ΑΘΛ.) ~ό: σουτ (: αδύναμο). ● επίρρ.: χλιαρά [< 1: αρχ. χλιαρός 2: μτγν. ~]
56970χλιαρότηταχλι-α-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χλιαρού: (μτφ.) ~ των αντιδράσεων. Πβ. υποτονικ-, χαλαρ-ότητα. [< μτγν. χλιαρότης]
56971χλίδαχλί-δα ουσ. (θηλ.) (αργκό): χλιδή.
56972χλιδάνεργοςχλι-δά-νερ-γος ουσ. (αρσ.) {θηλ. χλιδάνεργη} (προφ.): άεργος ή υποαπασχολούμενος νέος, συχνά μορφωμένος, ο οποίος ζει άνετη ζωή με τα χρήματα των γονιών του και αρνείται να δουλέψει, αν δεν βρει κάποια δουλειά που να ανταποκρίνεται στις "υψηλές" προσωπικές του προδιαγραφές. Βλ. αργόσχολος, μαμάκιας, μαμόθρεφτος, τεμπέλης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.