| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56968 | χλιαίνει | χλι-αί-νει ρ. (μτβ.) {χλιάνει} & χλιαραίνει {χλιαρύνει}: γίνεται χλιαρός: (σε συνταγές:) Αφήνουμε τη σάλτσα να χλιάνει. [< αρχ. χλιαίνω] | |
| 56969 | χλιαρός | , ή, ό χλι-α-ρός επίθ. 1. (κυρ. για υγρά) λίγο ζεστός: ~ή: σούπα. ~ό: νερό. Γάλα σε ~ή θερμοκρασία. Άφησε τη σάλτσα να γίνει ~ή (= να χλιάνει). Πβ. υπόθερμος. 2. (μτφ.) που αισθάνεται ή επιδεικνύει ελάχιστο ενδιαφέρον ή ενθουσιασμό για κάτι, που στερείται έντασης, ζωντάνιας, δυναμικότητας: ~ή: ανταπόκριση/αντιμετώπιση/αποδοχή/συμμετοχή/ταινία. ~ό: χειροκρότημα. ~ές: αντιδράσεις/αποδοκιμασίες/διαμαρτυρίες. ~ά: αστεία/συναισθήματα. ~ές (= μέτριες) έως κακές κριτικές. Έλαβε μια ~ή απάντηση. Πολύ ~ά τα πράγματα! Πβ. αδιάφορος, ανάλατος, άνοστος, υποτονικός, χαλαρός.|| (ΑΘΛ.) ~ό: σουτ (: αδύναμο). ● επίρρ.: χλιαρά [< 1: αρχ. χλιαρός 2: μτγν. ~] | |
| 56970 | χλιαρότητα | χλι-α-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χλιαρού: (μτφ.) ~ των αντιδράσεων. Πβ. υποτονικ-, χαλαρ-ότητα. [< μτγν. χλιαρότης] | |
| 56971 | χλίδα | χλί-δα ουσ. (θηλ.) (αργκό): χλιδή. | |
| 56972 | χλιδάνεργος | χλι-δά-νερ-γος ουσ. (αρσ.) {θηλ. χλιδάνεργη} (προφ.): άεργος ή υποαπασχολούμενος νέος, συχνά μορφωμένος, ο οποίος ζει άνετη ζωή με τα χρήματα των γονιών του και αρνείται να δουλέψει, αν δεν βρει κάποια δουλειά που να ανταποκρίνεται στις "υψηλές" προσωπικές του προδιαγραφές. Βλ. αργόσχολος, μαμάκιας, μαμόθρεφτος, τεμπέλης. | |
| 56973 | χλιδάτος | , η, ο [χλιδᾶτος] χλι-δά-τος επίθ. (προφ.) 1. που χαρακτηρίζεται από χλιδή, υπερπολυτελής: ~η: βίλα/ζωή/τελετή. ~ο: αμάξι/εστιατόριο/ξενοδοχείο/πάρτι/ρεβεγιόν. ~ες: δεξιώσεις/διακοπές. Πβ. γκλαμουρ-, λουσ-άτος, κυριλέ. 2. (για πρόσ.) που ζει μέσα στη χλιδή· πλούσιος: (ως ουσ.) ~οι με σκάφη. ● επίρρ.: χλιδάτα | |
| 56974 | χλιδή | χλι-δή ουσ. (θηλ.): πολυτέλεια: απίστευτη/αυτοκρατορική/προκλητική ~. Η ~ του ξενοδοχείου .../των ανακτόρων ... (βλ. αίγλη, μεγαλείο, μεγαλοπρέπεια). Μεγάλωσε μες στη ~ και τις ανέσεις (= στα λούσα, στα σαλόνια). Ο γάμος τους/η δεξίωση ήταν μια επίδειξη (πλούτου και) ~ής (πβ. γκλάμουρ). Πβ. χλίδα, κυρίλα, τρυφή. [< αρχ. χλιδή] | |
| 56975 | χλιμιντρίζει | χλι-μι-ντρί-ζει ρ. (αμτβ.) {χλιμίντρι-σε, χλιμιντρί-σει, χλιμιντρίζ-οντας} & χλιμιντράει & χλιμιντρά: (για άλογο ή μουλάρι) βγάζει τη χαρακτηριστική του φωνή. Βλ. γκαρίζει. ΣΥΝ. χρεμετίζει ● χλιμιντρίζω: (μτφ.-λογοτ.) βγάζω δυνατή και μακρόσυρτη φωνή με αυξομειώσεις της έντασης: Τι θες πάλι; ~σε εκνευρισμένος. [< μεσν. χλιμιτρίζω] | |
| 56976 | χλιμίντρισμα | χλι-μί-ντρι-σμα ουσ. (ουδ.) {χλιμιντρίσμ-ατα}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χλιμιντρίζει: τα ~ατα των αλόγων. Βλ. γκάρισμα. [< μεσν. χλιμίντρισμα] | |
| 56977 | χλιμίτζουρας & χλιμίντζουρας | χλι-μί-τζου-ρας ουσ. (αρσ.) (αργκό): άχρηστος, ασήμαντος άνδρας. Βλ. καραγκιόζης, φτωχομπινές. | |
| 56978 | χλόασμα | χλό-α-σμα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. μικρές καφέ κηλίδες στην περιοχή κυρ. του προσώπου, οι οποίες εμφανίζονται συνήθ. κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πβ. μέλασμα, πανάδες. Βλ. εφηλίδες, φακίδες. [< μτγν. χλόασμα, αρχ. χλώρασμα 'πράσινο χρώμα', γαλλ.-αγγλ. chloasma] | |
| 56979 | χλοερός | , ή, ό χλο-ε-ρός επίθ. {κ. σπάν.-λογιότ. θηλ. -ά} (λόγ.-λογοτ.): γεμάτος πράσινο: ~ά: βοσκοτόπια/λιβάδια. Πβ. καταπράσινος. Βλ. ανθηρός, -ερός. ● ΦΡ.: εις τόπον χλοερόν/εν τόπω χλοερώ βλ. τόπος [< αρχ. χλοερός] | |
| 56981 | χλομάδα & χλωμάδα | χλο-μά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα του χλομού: η ~ του προσώπου. Πβ. κιτριν-άδα, -ίλα, πελιδν-, ωχρ-ότητα.|| (μτφ.) Η ~ του φεγγαριού (: θαμπάδα)/χειμώνα (: μουντάδα). Βλ. -άδα. | |
| 56982 | χλομιάζω & χλωμιάζω | χλο-μιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χλόμια-σα, χλομιά-σει, χλομιάζ-οντας, χλομια-σμένος} & (λαϊκό) χλομαίνω, χλωμαίνω: γίνομαι χλομός ή κάνω κάποιον να φαίνεται ωχρός: ~σε απ' τον φόβο του. Η είδηση τον έκανε να ~σει (= να χάσει το χρώμα του). Πβ. ασπρίζω, κερώνω, κιτρινίζω, πανιάζω, ωχριώ.|| (μτφ.-λογοτ.) ~σε ο ουρανός.|| Το λευκό τη ~ει. | |
| 56983 | χλόμιασμα & χλώμιασμα | χλό-μια-σμα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του χλομιάζω. Πβ. κιτρίνισμα. | |
| 56984 | χλομός & χλωμός | , ή, ό χλο-μός επίθ. 1. που προσωρινά το χρώμα του προσώπου του έχει γίνει κίτρινο ή υπόλευκο: ~ό: παιδί. ~ σαν πεθαμένος (πβ. άσπρος). ~ και ασθενικός. Φαίνεσαι κάπως/λιγάκι ~ (πβ. κομμένος). (κατ' επέκτ.) ~ή: επιδερμίδα/όψη. ΣΥΝ. πελιδνός, ωχρός. Πβ. κέρινος, κιτρινιάρης, κίτρινος. Βλ. κατάχλομος.|| (μτφ.) ~ός: ήλιος (πβ. αχνός, θαμπός). ~ό: βλέμμα (= άτονο). ~ές: μέρες (= μελαγχολικές, μουντές). ~ά: φύλλα (= κιτρινισμένα).|| (μτφ.) ~ή: εμφάνιση/παρουσία (ομάδας). Πβ. αναιμικός, υποτονικός. 2. (μτφ.-προφ.) που είναι ελάχιστα πιθανό έως απίθανο να πραγματοποιηθεί· αβέβαιος: Το βλέπω/βρίσκω/κόβω ~ό (έως αδύνατο) να έρθει.|| Το μέλλον διαφαίνεται ~ό. ● Υποκ.: χλομούτσικος , η, ο ● ΦΡ.: κίτρινος/χλομός σαν (το) κερί/φλουρί: κάτωχρος. [< μεσν. χλομός] | |
| 56985 | χλοοκοπτικός | , ή, ό χλο-ο-κο-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κοπή του γκαζόν: ~ό: τρακτέρ. ● Ουσ.: χλοοκοπτικό (το) & χλοοκοπτική (η): ΤΕΧΝΟΛ. ενν. μηχάνημα ή μηχανή: αυτοκινούμενο/βενζινοκίνητο/ηλεκτρικό ~. ~ μεσινέζας. ΣΥΝ. τρίμερ (1) | |
| 56986 | χλοοτάπητας | χλο-ο-τά-πη-τας ουσ. (αρσ.): χαλί από γκαζόν, που τοποθετείται για τη διαμόρφωση εξωτερικού χώρου: πλαστικός/συνθετικός/τεχνητός/φυσικός ~. Εγκατάσταση/λίπανση ~α. Κοπή/κούρεμα/πότισμα του ~α. Αντικαταστάθηκε ο ~ του γηπέδου/πάρκου. Βλ. εδαφοκάλυψη, χλόη. ΣΥΝ. χορτοτάπητας | |
| 56987 | χλωμάδα | βλ. χλομάδα | |
| 56988 | χλωμιάζω | , χλωμαίνω βλ. χλομιάζω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ