| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56993 | χλωρίδιο | χλω-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση του χλωρίου με μέταλλο ή οργανική ρίζα: ~ του καλίου. Βλ. μεθυλο~, πολυβινυλο~, υδρ-, φθορ-, φωσφ-ίδιο. [< γαλλ.-αγγλ. chloride] | |
| 56994 | χλωρικός | , ή, ό χλω-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει χλώριο και οξυγόνο: ~ό: άλας/ασβέστιο/κάλιο/νάτριο/οξύ. Πβ. χλωριούχος. Βλ. υδρο~, υπερ~. [< γαλλ. chlorique] | |
| 56995 | χλωρίνη | χλω-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. χημικό προϊόν, διάλυμα υποχλωριώδους νατρίου, το οποίο χρησιμοποιείται ευρύτατα ως απολυμαντικό και λευκαντικό· (καταχρ.-προφ.) το χλώριο ως απολυμαντικό του νερού: ~ οικιακής χρήσης. Καθαρίζω το μπάνιο με ~. Βλ. ακουαφόρτε.|| Το παντελόνι ξέβαψε απ' τη ~.|| Η πισίνα βρομάει/μυρίζει ~. Βλ. -ίνη. [< ~ (Klinex), ελλην. εμπορ. ονομασ., 1951· πβ. αγγλ. chlorine] | |
| 56996 | χλώριο | χλώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {χλωρί-ου}: ΧΗΜ. αμέταλλο χημικό στοιχείο που ανήκει στην ομάδα των αλογόνων (σύμβ. Cl, Ζ 17)· ειδικότ. εξαιρετικά δραστικό τοξικό αέριο ανοιχτού πράσινου χρώματος και έντονης οσμής, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως απολυμαντικό και λευκαντικό: διοξείδιο του ~ου. Το ~ παράγεται με ηλεκτρόλυση διαλύματος χλωριούχου νατρίου. Βλ. υδρο~, χλωρίδιο, χλωρο1-.|| Χρήση των ενώσεων του ~ου για την παρασκευή απορρυπαντικών (βλ. υδροχλωρικό οξύ)/διαλυτών (βλ. τετραχλωράνθρακας)/(παλαιότ.) εντομοκτόνων/πλαστικών (βλ. πολυβινυλοχλωρίδιο)/ψυκτικών (βλ. χλωροφθοράνθρακες). Επικινδυνότητα του ~ου για το περιβάλλον (βλ. τρύπα του όζοντος). Βλ. ασφυξιογόνα (αέρια), διοξίνη.|| Υπολειμματικό ~ (στο πόσιμο νερό). Οσμή/παραπροϊόντα του ~ου. Μέτρηση του ~ου της πισίνας. Βλ. χλωρίωση.|| Υγρό ~. Καθαριστικό με ~. Βλ. χλωρίνη.|| (Ανακυκλωμένο) χαρτί χωρίς ~. [< γαλλ. chlore < αρχ. χλωρός ‘πράσινος’] | |
| 56997 | χλωριούχος | , α/ος, ο [χλωριοῦχος] χλω-ρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει χλώριο: ~ο: διάλυμα. ~ες: ενώσεις/ουσίες. ~α: άλατα/αλκάλια/ιόντα.|| (ειδικότ.) ~ος: κασσίτερος/σίδηρος/χαλκός. ~ος: χολίνη. ~ο: αιθύλιο/αμμώνιο/αργίλιο/ασβέστιο/καίσιο/κάλιο/κοβάλτιο/κυάνιο/πολυβινύλιο (= πολυβινυλοχλωρίδιο, PVC)/χρώμιο. Πβ. χλωρικός. Βλ. οξυ~, τετρα~, -ούχος. ● ΣΥΜΠΛ.: χλωριούχο νάτριο βλ. νάτριο [< γαλλ. chloré] | |
| 56998 | χλωρίτες | χλω-ρί-τες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. χλωρίτης}: ΟΡΥΚΤ. ομάδα ένυδρων πυριτικών ορυκτών του αργιλίου, του σιδήρου και του μαγνησίου με κρυσταλλική δομή και μαύρο-πράσινο χρώμα. Βλ. μαρμαρυγίας, -ίτης2. [< αγγλ.-γαλλ. chlorite] | |
| 56999 | χλωριωμένος | , η, ο χλω-ρι-ω-μέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί χλωρίωση: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~η: πισίνα. ~ο: νερό. ~α: απόβλητα.|| Έντυπο τυπωμένο σε μη ~ο χαρτί (: δεν έχει λευκανθεί με χλώριο).|| (ΧΗΜ., ενώσεις επικίνδυνες για το περιβάλλον:) ~οι: διαλύτες (βλ. τετραχλωράνθρακας, χλωροφόρμιο)/υδρογονάνθρακες (σε εντομοκτόνα). ~α: πλαστικά (βλ. πολυβινυλοχλωρίδιο). Βλ. πολυχλωριωμένα διφαινύλια. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. χλωριώνω] | |
| 57000 | χλωριώνω | χλω-ρι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {χλωρίω-σε, χλωριώ-σει, -θηκε, -θεί, συνήθ. στη μτχ. -μένος}: κάνω χλωρίωση: (ΤΕΧΝΟΛ.) Το πόσιμο νερό ~εται.|| (ΧΗΜ.) Διαλύτες που έχουν ~θεί. [< γαλλ. chlorer] | |
| 57001 | χλωρίωση | χλω-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. προσθήκη χλωρίου σε νερό ή λύματα, ως μέθοδος απολύμανσης: ~ της πισίνας. ~ δεξαμενών ύδρευσης. Αυτόματα συστήματα/παραπροϊόντα ~ης. Βλ. υπερ~, φθορίωση. ΑΝΤ. αποχλωρίωση 2. ΧΗΜ. προσθήκη ατόμων χλωρίου στο μόριο χημικής ένωσης: ~ μεθανίου (βλ. χλωρομεθάνιο). [< γαλλ. chloration, 1922, αγγλ. chlorination] | |
| 57002 | χλωρο1- & χλωρι- & χλωρί- & χλωρ- | : ΧΗΜ. α' συνθετικό όρων με αναφορά στο χλώριο: χλωρο-καθαριστικό/-μεθάνιο. Xλωρι-ούχος. Χλωρί-ωση. Χλωρ-ίνη. | |
| 57003 | χλωρο2- & χλωρό- | : το επίθετο χλωρός ως α' συνθετικό λέξεων: χλωρο-πλάστης, -φύλλη. Χλωρό-φυτο. | |
| 57004 | χλωροκίνη | χλω-ρο-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο κυρ. κατά της ελονοσίας (σύμβ. C18H26ClN3). Βλ. -ίνη. [< αγγλ. chloroquine, 1946, γαλλ. ~, 1953] | |
| 57005 | χλωρομεθάνιο | χλω-ρο-με-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, υγροποιήσιμο, εύφλεκτο αέριο (CH3Cl), που χρησιμοποιείται κυρ. ως ψυκτικό μέσο. ΣΥΝ. μεθυλοχλωρίδιο [< αγγλ. chloromethane, γαλλ. chlorométhane] | |
| 57006 | χλωροπλάστης | χλω-ρο-πλά-στης ουσ. (αρσ.) {χλωροπλαστ-ών, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. -ΒΟΤ. οργανίδιο (πλαστίδιο) των φωτοσυνθετικών κυττάρων των φυτών, που περιέχει χλωροφύλλη και στο οποίο γίνεται η φωτοσύνθεση: τα θυλακοειδή των ~ών. Βλ. λευκοπλάστης, φωτοσύστημα, χρωματοφόρα, χυμοτόπιο. [< γαλλ. chloroplaste, αγγλ. chloroplast] | |
| 57007 | χλωρός | , ή, ό χλω-ρός επίθ. 1. που έχει μόλις φυτρώσει και κατ' επέκτ. ο βλαστός ή ο καρπός του είναι ακόμα τρυφερός: ~ό: χορτάρι. ΑΝΤ. αποξηραμένος.|| ~ό: καλαμπόκι/κρεμμύδι (: το πράσινο). ~ά: καρύδια/κουκιά/μπιζέλια. ΣΥΝ. φρέσκος.|| ~ό: κλωνάρι. (κατ' επέκτ.) ~ό: κλάδεμα αμπελιού (: που γίνεται, όταν το κλήμα έχει βλαστήσει). ΑΝΤ. ξερός (1) 2. ΓΕΩΠ. που αναφέρεται στη χλωρή λίπανση: ~ά: λιπάσματα. 3. που μόλις έχει κοπεί ή παρασκευαστεί, παραχθεί: ~ά: ξύλα (ΑΝΤ. ξερά, στεγνά).|| ~ά: κουκούλια (μεταξιού).|| ~ή: μυζήθρα. (κ. ως ουσ.) Το ~ό (: ενν. τυρί). Πβ. νωπός. ● ΣΥΜΠΛ.: χλωρή λίπανση βλ. λίπανση ● ΦΡ.: δεν κάθεται/δεν στέκεται σε χλωρό κλαρί (προφ.): δεν ησυχάζει ποτέ, είναι αεικίνητος., δεν αφήνω (κάποιον) (να σταθεί) σε χλωρό κλαρί βλ. αφήνω, μαζί με τα/κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά βλ. ξερός [< 1: αρχ. χλωρός ] | |
| 57008 | χλωροφθοράνθρακες | χλω-ρο-φθο-ράν-θρα-κες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. χλωροφθοράνθρακας} : ΧΗΜ. αδρανείς χημικές ενώσεις του χλωρίου, του φθορίου και του άνθρακα, οι οποίες καταστρέφουν το όζον και χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία κυρ. ως ψυκτικά αέρια και ως προωθητικά μέσα σε σπρέι: Οι ~ ευθύνονται για την τρύπα του όζοντος. Πβ. φρέον. Βλ. φθοράνθρακες. [< αγγλ. chlorofluorocarbons, 1949, γαλλ. chlorofluocarbones, 1979] | |
| 57009 | χλωροφορμικός | , ή, ό χλω-ρο-φορ-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το χλωροφόρμιο. [< γαλλ. chloroformique, αγγλ. chloroformic] | |
| 57010 | χλωροφόρμιο | χλω-ρο-φόρ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ίου (σπάν.) -ου}: ΧΗΜ. άχρωμο πτητικό υγρό (σύμβ. CHCl3) με χαρακτηριστική οσμή (αιθέρα), σε χρήση κυρ. ως διαλύτης και παλαιότ. ως αναισθητικό. Βλ. λιπίδια, μορφίνη. ΣΥΝ. τριχλωρομεθάνιο [< γαλλ. chloroforme, αγγλ. chloroform] | |
| 57011 | χλωροφύκη | χλω-ρο-φύ-κη ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. υδρόβια χλωρόφυτα· πράσινα φύκη. Βλ. λειχήνας, κυανο-, φαιο-φύκη. [< αγγλ. chlorophyceae, γαλλ. chlorophycées] | |
| 57012 | χλωροφύλλη | χλω-ρο-φύλ-λη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. -ΒΙΟΧ. πράσινη χρωστική ουσία στους χλωροπλάστες των φυτών, η οποία δεσμεύει την ηλιακή ακτινοβολία, προκειμένου να συντελεστεί η διαδικασία της φωτοσύνθεσης: διάσπαση της ~ης. Βλ. μεταλλοπρωτεΐνες, μύκητας, ξανθοφύλλη, πορφυρίνη. [< γαλλ. chlorophylle, αγγλ. chlorophyll] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ