| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56989 | χλώμιασμα | βλ. χλόμιασμα | |
| 55118 | χλωμός | φλου-ρί ουσ. (ουδ.): παλαιό χρυσό νόμισμα· ειδικότ. το νόμισμα της βασιλόπιτας: πουγκί γεμάτο ~ιά. Πβ. λίρα.|| (ΛΑΟΓΡ.) Ασήμωμα με ~ (βλ. κωνσταντινάτο). Αλυσίδες με ~ιά (βλ. γιορντάνι).|| Βρήκα/κέρδισα/μου έπεσε/μου έτυχε το ~ (: στην κοπή της πίτας). ● Υποκ.: φλουράκι (το) ● ΦΡ.: κίτρινος/χλομός σαν (το) κερί/φλουρί βλ. χλομός & χλωμός [< μεσν. φλουρί(ον)] | |
| 56990 | χλωμός | , ή, ό βλ. χλομός | |
| 56991 | χλωρασιά | χλω-ρα-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): χλωρό χορτάρι. Πβ. χλόη. | |
| 58670 | χλωρέλα | χλω-ρέ-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πράσινη μονοκύτταρη άλγη (γένος Chlorella) που καλλιεργείται ως υπερτροφή. Βλ. ιπποφαές, σπιρουλίνα. [< αγγλ. chlorella, 1904, γαλλ. chlorelle, 1929] | |
| 56992 | χλωρίδα | χλω-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. το σύνολο των αυτοφυών φυτικών ειδών περιοχής ή οικοσυστήματος: άγρια/ενδημική/θαλάσσια (βλ. βένθος)/μελισσοκομική/ξυλώδης/ορεινή/παραποτάμια/πλούσια/σπάνια/τοπική/υδρόβια ~. Η ~ του βουνού/του δάσους/της λίμνης/ενός νησιού/του πλανήτη. Διάσωση/διαχείριση/προστασία της ~ας και της πανίδας (βλ. βιόκοσμος). Αφανισμός/καταστροφή/μείωση/υποβάθμιση της ~ας. Πβ. βλάστηση. Βλ. μικρο~, βιοποικιλότητα, βιοτικός, οικολογικό πάρκο, πυρηνοληψία. 2. ΒΙΟΛ. το σύνολο των μικροοργανισμών που αναπτύσσονται κάτω από φυσιολογικές συνθήκες στο ανθρώπινο σώμα ή το περιβάλλον: βακτηριακή/μικροβιακή ~. Η ~ των βλεννογόνων/του δέρματος/του εντέρου (= εντερική ~· βλ. προβιοτικά, σαπρόφυτα)/του κόλπου (= κολπική ~)/του σάλιου/των χεριών. Διαταραχή της ~ας (δηλ. της ισορροπίας της).|| Ολική μεσόφιλη ~ (ενός τροφίμου). Η ~ των υδάτων. [< πβ. αρχ. χλωρίς ‘το πουλί φλώρος’. μεσν. χλωρίδα ‘είδος σταφυλιού’, νεολατ. flora] | |
| 56993 | χλωρίδιο | χλω-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση του χλωρίου με μέταλλο ή οργανική ρίζα: ~ του καλίου. Βλ. μεθυλο~, πολυβινυλο~, υδρ-, φθορ-, φωσφ-ίδιο. [< γαλλ.-αγγλ. chloride] | |
| 56994 | χλωρικός | , ή, ό χλω-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει χλώριο και οξυγόνο: ~ό: άλας/ασβέστιο/κάλιο/νάτριο/οξύ. Πβ. χλωριούχος. Βλ. υδρο~, υπερ~. [< γαλλ. chlorique] | |
| 56995 | χλωρίνη | χλω-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. χημικό προϊόν, διάλυμα υποχλωριώδους νατρίου, το οποίο χρησιμοποιείται ευρύτατα ως απολυμαντικό και λευκαντικό· (καταχρ.-προφ.) το χλώριο ως απολυμαντικό του νερού: ~ οικιακής χρήσης. Καθαρίζω το μπάνιο με ~. Βλ. ακουαφόρτε.|| Το παντελόνι ξέβαψε απ' τη ~.|| Η πισίνα βρομάει/μυρίζει ~. Βλ. -ίνη. [< ~ (Klinex), ελλην. εμπορ. ονομασ., 1951· πβ. αγγλ. chlorine] | |
| 56996 | χλώριο | χλώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {χλωρί-ου}: ΧΗΜ. αμέταλλο χημικό στοιχείο που ανήκει στην ομάδα των αλογόνων (σύμβ. Cl, Ζ 17)· ειδικότ. εξαιρετικά δραστικό τοξικό αέριο ανοιχτού πράσινου χρώματος και έντονης οσμής, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως απολυμαντικό και λευκαντικό: διοξείδιο του ~ου. Το ~ παράγεται με ηλεκτρόλυση διαλύματος χλωριούχου νατρίου. Βλ. υδρο~, χλωρίδιο, χλωρο1-.|| Χρήση των ενώσεων του ~ου για την παρασκευή απορρυπαντικών (βλ. υδροχλωρικό οξύ)/διαλυτών (βλ. τετραχλωράνθρακας)/(παλαιότ.) εντομοκτόνων/πλαστικών (βλ. πολυβινυλοχλωρίδιο)/ψυκτικών (βλ. χλωροφθοράνθρακες). Επικινδυνότητα του ~ου για το περιβάλλον (βλ. τρύπα του όζοντος). Βλ. ασφυξιογόνα (αέρια), διοξίνη.|| Υπολειμματικό ~ (στο πόσιμο νερό). Οσμή/παραπροϊόντα του ~ου. Μέτρηση του ~ου της πισίνας. Βλ. χλωρίωση.|| Υγρό ~. Καθαριστικό με ~. Βλ. χλωρίνη.|| (Ανακυκλωμένο) χαρτί χωρίς ~. [< γαλλ. chlore < αρχ. χλωρός ‘πράσινος’] | |
| 56997 | χλωριούχος | , α/ος, ο [χλωριοῦχος] χλω-ρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει χλώριο: ~ο: διάλυμα. ~ες: ενώσεις/ουσίες. ~α: άλατα/αλκάλια/ιόντα.|| (ειδικότ.) ~ος: κασσίτερος/σίδηρος/χαλκός. ~ος: χολίνη. ~ο: αιθύλιο/αμμώνιο/αργίλιο/ασβέστιο/καίσιο/κάλιο/κοβάλτιο/κυάνιο/πολυβινύλιο (= πολυβινυλοχλωρίδιο, PVC)/χρώμιο. Πβ. χλωρικός. Βλ. οξυ~, τετρα~, -ούχος. ● ΣΥΜΠΛ.: χλωριούχο νάτριο βλ. νάτριο [< γαλλ. chloré] | |
| 56998 | χλωρίτες | χλω-ρί-τες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. χλωρίτης}: ΟΡΥΚΤ. ομάδα ένυδρων πυριτικών ορυκτών του αργιλίου, του σιδήρου και του μαγνησίου με κρυσταλλική δομή και μαύρο-πράσινο χρώμα. Βλ. μαρμαρυγίας, -ίτης2. [< αγγλ.-γαλλ. chlorite] | |
| 56999 | χλωριωμένος | , η, ο χλω-ρι-ω-μέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί χλωρίωση: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~η: πισίνα. ~ο: νερό. ~α: απόβλητα.|| Έντυπο τυπωμένο σε μη ~ο χαρτί (: δεν έχει λευκανθεί με χλώριο).|| (ΧΗΜ., ενώσεις επικίνδυνες για το περιβάλλον:) ~οι: διαλύτες (βλ. τετραχλωράνθρακας, χλωροφόρμιο)/υδρογονάνθρακες (σε εντομοκτόνα). ~α: πλαστικά (βλ. πολυβινυλοχλωρίδιο). Βλ. πολυχλωριωμένα διφαινύλια. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. χλωριώνω] | |
| 57000 | χλωριώνω | χλω-ρι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {χλωρίω-σε, χλωριώ-σει, -θηκε, -θεί, συνήθ. στη μτχ. -μένος}: κάνω χλωρίωση: (ΤΕΧΝΟΛ.) Το πόσιμο νερό ~εται.|| (ΧΗΜ.) Διαλύτες που έχουν ~θεί. [< γαλλ. chlorer] | |
| 57001 | χλωρίωση | χλω-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. προσθήκη χλωρίου σε νερό ή λύματα, ως μέθοδος απολύμανσης: ~ της πισίνας. ~ δεξαμενών ύδρευσης. Αυτόματα συστήματα/παραπροϊόντα ~ης. Βλ. υπερ~, φθορίωση. ΑΝΤ. αποχλωρίωση 2. ΧΗΜ. προσθήκη ατόμων χλωρίου στο μόριο χημικής ένωσης: ~ μεθανίου (βλ. χλωρομεθάνιο). [< γαλλ. chloration, 1922, αγγλ. chlorination] | |
| 57002 | χλωρο1- & χλωρι- & χλωρί- & χλωρ- | : ΧΗΜ. α' συνθετικό όρων με αναφορά στο χλώριο: χλωρο-καθαριστικό/-μεθάνιο. Xλωρι-ούχος. Χλωρί-ωση. Χλωρ-ίνη. | |
| 57003 | χλωρο2- & χλωρό- | : το επίθετο χλωρός ως α' συνθετικό λέξεων: χλωρο-πλάστης, -φύλλη. Χλωρό-φυτο. | |
| 57004 | χλωροκίνη | χλω-ρο-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο κυρ. κατά της ελονοσίας (σύμβ. C18H26ClN3). Βλ. -ίνη. [< αγγλ. chloroquine, 1946, γαλλ. ~, 1953] | |
| 57005 | χλωρομεθάνιο | χλω-ρο-με-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, υγροποιήσιμο, εύφλεκτο αέριο (CH3Cl), που χρησιμοποιείται κυρ. ως ψυκτικό μέσο. ΣΥΝ. μεθυλοχλωρίδιο [< αγγλ. chloromethane, γαλλ. chlorométhane] | |
| 57006 | χλωροπλάστης | χλω-ρο-πλά-στης ουσ. (αρσ.) {χλωροπλαστ-ών, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. -ΒΟΤ. οργανίδιο (πλαστίδιο) των φωτοσυνθετικών κυττάρων των φυτών, που περιέχει χλωροφύλλη και στο οποίο γίνεται η φωτοσύνθεση: τα θυλακοειδή των ~ών. Βλ. λευκοπλάστης, φωτοσύστημα, χρωματοφόρα, χυμοτόπιο. [< γαλλ. chloroplaste, αγγλ. chloroplast] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ