| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57007 | χλωρός | , ή, ό χλω-ρός επίθ. 1. που έχει μόλις φυτρώσει και κατ' επέκτ. ο βλαστός ή ο καρπός του είναι ακόμα τρυφερός: ~ό: χορτάρι. ΑΝΤ. αποξηραμένος.|| ~ό: καλαμπόκι/κρεμμύδι (: το πράσινο). ~ά: καρύδια/κουκιά/μπιζέλια. ΣΥΝ. φρέσκος.|| ~ό: κλωνάρι. (κατ' επέκτ.) ~ό: κλάδεμα αμπελιού (: που γίνεται, όταν το κλήμα έχει βλαστήσει). ΑΝΤ. ξερός (1) 2. ΓΕΩΠ. που αναφέρεται στη χλωρή λίπανση: ~ά: λιπάσματα. 3. που μόλις έχει κοπεί ή παρασκευαστεί, παραχθεί: ~ά: ξύλα (ΑΝΤ. ξερά, στεγνά).|| ~ά: κουκούλια (μεταξιού).|| ~ή: μυζήθρα. (κ. ως ουσ.) Το ~ό (: ενν. τυρί). Πβ. νωπός. ● ΣΥΜΠΛ.: χλωρή λίπανση βλ. λίπανση ● ΦΡ.: δεν κάθεται/δεν στέκεται σε χλωρό κλαρί (προφ.): δεν ησυχάζει ποτέ, είναι αεικίνητος., δεν αφήνω (κάποιον) (να σταθεί) σε χλωρό κλαρί βλ. αφήνω, μαζί με τα/κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά βλ. ξερός [< 1: αρχ. χλωρός ] | |
| 57008 | χλωροφθοράνθρακες | χλω-ρο-φθο-ράν-θρα-κες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. χλωροφθοράνθρακας} : ΧΗΜ. αδρανείς χημικές ενώσεις του χλωρίου, του φθορίου και του άνθρακα, οι οποίες καταστρέφουν το όζον και χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία κυρ. ως ψυκτικά αέρια και ως προωθητικά μέσα σε σπρέι: Οι ~ ευθύνονται για την τρύπα του όζοντος. Πβ. φρέον. Βλ. φθοράνθρακες. [< αγγλ. chlorofluorocarbons, 1949, γαλλ. chlorofluocarbones, 1979] | |
| 57009 | χλωροφορμικός | , ή, ό χλω-ρο-φορ-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το χλωροφόρμιο. [< γαλλ. chloroformique, αγγλ. chloroformic] | |
| 57010 | χλωροφόρμιο | χλω-ρο-φόρ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ίου (σπάν.) -ου}: ΧΗΜ. άχρωμο πτητικό υγρό (σύμβ. CHCl3) με χαρακτηριστική οσμή (αιθέρα), σε χρήση κυρ. ως διαλύτης και παλαιότ. ως αναισθητικό. Βλ. λιπίδια, μορφίνη. ΣΥΝ. τριχλωρομεθάνιο [< γαλλ. chloroforme, αγγλ. chloroform] | |
| 57011 | χλωροφύκη | χλω-ρο-φύ-κη ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. υδρόβια χλωρόφυτα· πράσινα φύκη. Βλ. λειχήνας, κυανο-, φαιο-φύκη. [< αγγλ. chlorophyceae, γαλλ. chlorophycées] | |
| 57012 | χλωροφύλλη | χλω-ρο-φύλ-λη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. -ΒΙΟΧ. πράσινη χρωστική ουσία στους χλωροπλάστες των φυτών, η οποία δεσμεύει την ηλιακή ακτινοβολία, προκειμένου να συντελεστεί η διαδικασία της φωτοσύνθεσης: διάσπαση της ~ης. Βλ. μεταλλοπρωτεΐνες, μύκητας, ξανθοφύλλη, πορφυρίνη. [< γαλλ. chlorophylle, αγγλ. chlorophyll] | |
| 57013 | χλωρόφυτο | χλω-ρό-φυ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Chlorophytum comosum) με μακρόστενα μυτερά φύλλα με λευκή-κίτρινη λωρίδα. Βλ. -φυτο. ● χλωρόφυτα (τα): υποδιαίρεση του φυτικού βασιλείου στην οποία συγκαταλέγονται μονοκύτταροι ή πολυκύτταροι φυτικοί οργανισμοί που ζουν κυρ. σε γλυκά νερά και σε θαλάσσια περιβάλλοντα (χλωροφύκη). [< αγγλ. Chlorophyta] | |
| 57014 | χλώρωση | χλώ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. κιτρίνισμα των φύλλων ενός φυτού λόγω έλλειψης σιδήρου (ή μαγνησίου, μαγγανίου) ή αυξημένης ποσότητας ασβεστίου στο χώμα: μεσονεύρια ~. ~ώσεις στα οπωροφόρα/στις καλλιέργειες. Βλ. βερτισιλλίωση. [< γαλλ. chlorose, αγγλ. chlorosis] | |
| 57015 | χμ | επιφών.: δηλωτικό προβληματισμού, σκεπτικισμού, ειρωνείας, αμφιβολίας, περιπαικτικής διάθεσης, απορίας, δισταγμού ή αμηχανίας: Χμμμ, άσε με να σκεφτώ/δεν ξέρω τι να πω ... ~, ενδιαφέρον.|| ~, για ξανασκέψου το!|| ~! Κοίτα ποιος μιλάει!|| ~, μπορεί ...|| Τι ήθελα να πω; ~, μπερδεύτηκα!|| ~, αναρωτιέμαι πού το έμαθε.|| ~ ... Δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι έχει άσχημη διάθεση. ~, δεν νομίζω.|| Ε, ~, τι λένε τώρα ... [< λ. ηχομιμητ., πβ. γαλλ.-αγγλ. hem] | |
| 57016 | χνάρι | χνά-ρι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό-λογοτ.) αχνάρι 1. {συνήθ. στον πληθ.} ίχνος που δημιουργείται σε μαλακό έδαφος από το πέλμα ανθρώπου ή ζώου κατά την κίνησή του σε αυτό: ~ια θηράματος/λαγού στο χορτάρι (βλ. ιχνηλασία). ~ια θαλάσσιας χελώνας στην άμμο. Άφησε τα ~ια (= πατημασιές, πατήματα) του στο χιόνι. Βλ. αποτύπωμα, σημάδι.|| (κατ' επέκτ.) Η νέα οδός χαράχτηκε στα ~ια της παλαιάς.|| (μτφ.) Στα ~ια κυκλώματος λαθρεμπόρων βρίσκεται η Αστυνομία (: πολύ κοντά στον εντοπισμό τους). Ταξιδεύουν στα ~ια των πρώτων θαλασσοπόρων. 2. (μτφ.) στοιχείο ενδεικτικό της παρουσίας και της προσφοράς κάποιου: Άφησε το δικό/προσωπικό του ~ (: στίγμα) στην ιστορία. ● ΦΡ.: ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα [< μεσν. χνάρι < * ἰχνάριον < αρχ. ἴχνος] | |
| 57017 | χνότο | χνό-το ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & χνώτο (προφ.): δύσοσμος συνήθ. ή/και ζεστός αέρας που βγαίνει από το στόμα κατά την εκπνοή: τζάμι θολό απ' τα ~α. Μυρίζουν τα ~α του. Ζέστανε τις χούφτες με τα ~α (= την ανάσα) του.|| Τα ~α των ζώων. ● ΦΡ.: (δεν) ταιριάζουν τα χνότα μας/σας/τους (προφ.): για πρόσωπα που (δεν) μπορούν να συνυπάρξουν, γιατί (δεν) ταιριάζουν ως χαρακτήρες. Βλ. αύρα., βρομούν τα χνότα του από την πείνα βλ. πείνα [< μεσν. χνότα] | |
| 57018 | χνουδάτος | , η, ο βλ. χνουδωτός | |
| 57019 | χνούδι | χνού-δι ουσ. (ουδ.) 1. λεπτό κοντό τρίχωμα στην επιφάνεια δέρματος, σώματος ή υφάσματος: απαλό ~.|| (κυρ. στο πρόσωπο των αγοριών που εισέρχονται στην εφηβεία) Το πρώτο/τρυφερό ~ στο πάνω χείλι. Πβ. ίουλος.|| Το ~ των ζώων.|| (στους καρπούς ή τα φύλλα ορισμένων φυτών:) Το ~ της αγκινάρας/της μπάμιας/των ροδάκινων. ~ σπόρων βαμβακιού.|| Το ~ του βελούδου. 2. ίνες που σχηματίζονται σε ρούχα και καλύμματα λόγω πολυχρησίας ή συσσωρεύονται στο πάτωμα: Το πουλόβερ/χαλί βγάζει ~ια.|| ~ από λεύκες. ~ια στις γωνίες. ● Υποκ.: χνουδάκι (το) [< μεσν. χνούδιν < *χνούδιον < αρχ. χνοῦς] | |
| 57020 | χνουδιάζει | χνου-διά-ζει ρ. (αμτβ.) {χνούδια-σε, -σμένος}: (για ύφασμα ή δέρμα) εμφανίζει χνούδι στην επιφάνειά του: (ως αποτέλεσμα συχνής χρήσης) Μπλούζα/υλικό που δεν ~. Ίνες που ~ουν. Πβ. μαλλιάζει.|| ~σαν τα μάγουλά του. | |
| 57021 | χνούδιασμα | χνού-δια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χνουδιάζει: ~ των μάλλινων. | |
| 57022 | χνουδωτός | , ή, ό χνου-δω-τός επίθ. & (προφ.) χνουδάτος, η, ο: του οποίου η επιφάνεια καλύπτεται με χνούδι και είναι συχνά ευχάριστος στην αφή: ~ός: βλαστός.|| ~ό: δέρμα.|| ~ή: ζακέτα/ρόμπα.|| ~ή: υφή.|| (για παιχνίδια) ~ό: αρκουδάκι. ~ά και λούτρινα ζωάκια. | |
| 57790 | Χνώτα | ψά-χνω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έψα-ξα, ψά-ξει, ψά-χτηκα, ψα-χτεί, ψάχν-οντας, ψαγμένος} 1. προσπαθώ με επιμονή να βρω κάτι ή κάποιον: ~ το πορτοφόλι/την ταυτότητά μου. Άδικα/άσκοπα ~εις! Έψαχνε στην τσάντα/τις τσέπες της για τα κλειδιά της. Όσο κι αν ~ξα, δεν βρήκα αυτό που ήθελα. ~ξε παντού/(σε) όλο το σπίτι, αλλά μάταια! Μην ~εις τα ξένα πράγματα/συρτάρια (πβ. ψαχουλεύω)!|| ~ μια λέξη στο λεξικό/πληροφορίες στο διαδίκτυο. ~ει για στοιχεία στα αρχεία/στους καταλόγους. Πβ. ανατρέχω.|| (μτφ.) ~ουν στο σκοτάδι/στα τυφλά.|| Τον ~ εδώ και μέρες. Τον έψαχνε μέσα στο πλήθος. Πβ. ζητώ. 2. (ειδικότ.) προσπαθώ να εντοπίσω ή να ανακαλύψω κάτι ή κάποιον· αναζητώ: ~ την αιτία/την αλήθεια/τα ίχνη κάποιου/τη σωστή απάντηση. ~ (για) παρέα/σπίτι/συνεργάτες/σύντροφο/ταίρι. ~ει διέξοδο/δουλειά/λύση (στα προβλήματά του)/ένα στήριγμα. ~ει αφορμή (= ξύνεται, τρώει τα νύχια του) για καβγά. Πήγε να ~ξει (= βρει) την τύχη του στο εξωτερικό.|| Για κορόιδα ~εις; Τον ~ει (: κυνηγά) η Αστυνομία. Πβ. γυρεύω. 3. (ειδικότ.) ερευνώ: ~ουν (σ)τα ερείπια για επιζώντες. ~ξαν σπιθαμή προς σπιθαμή την περιοχή.|| Τον ~ξαν (= του έκαναν σωματικό έλεγχο)/~ξαν το σπίτι του για ναρκωτικά.|| (προφ.) Τι να σου πω, δεν το 'χω ψάξει το θέμα. Βλ. πολυ~. ● Παθ.: ψάχνομαι (προφ.) 1. κοιτάζω στις τσέπες μου ή σε πράγματα που έχω μαζί μου, μήπως βρίσκεται εκεί κάτι που, προσωρινά, έχω χάσει: Ψάξου καλύτερα, κάπου θα είναι! 2. (μτφ.) βρίσκομαι σε φάση αναζήτησης, προβληματίζομαι: ~εται στα διάφορα είδη μουσικής. Βλ. ψαγμένος.|| ~ονται να δουν τι θα κάνουν στη ζωή τους/τι φταίει. Βλ. πολυ~.|| Χώρισε πριν λίγο καιρό και έχει αρχίσει να ~εται (= να αναζητά ερωτικό σύντροφο). ● ΦΡ.: μην το/την ψάχνεις (προφ.): δεν αξίζει να ασχολείσαι με κάτι, δεν έχει νόημα: ~ ~, δεν βρίσκεις άκρη. Άσ' το καλύτερα, ~ ~! Πβ. μην το κουράζεις/παιδεύεις., τι ψάχνεις τώρα (προφ.): όταν μια αναζήτηση ή προσπάθεια δεν αξίζει τον κόπο: Καλά τα λες, αλλά ~ ~. ~ ~ να βρεις; Δεν έχει νόημα. Πβ. τρέχα γύρευε., (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα βλ. άχυρο, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, στον ουρανό το(ν) γύρευα/έψαχνα (και) στη γη το(ν) βρήκα βλ. γυρεύω, ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι βλ. κερί, ψάχνω/κυνηγώ κάποιον/κάτι με το τουφέκι βλ. τουφέκι ● βλ. ψαγμένος [< μεσν. ψάχνω < αρχ. ψαύω] | |
| 57023 | χνώτο | βλ. χνότο | |
| 33811 | χοανη | [νεῦρο] νεύ-ρο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. καθεμία από τις κυλινδρικές δεσμίδες νευρικών ινών, οι οποίες ξεκινούν από τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό και διακλαδίζονται σε ολόκληρο το σώμα, μεταφέροντας αισθητικά ή κινητικά ερεθίσματα: αιθουσαίο/ακουστικό/γλουτιαίο/γλωσσικό/γναθιαίο/δερματικό/ζυγωματικό/ηθμοειδές/θυρεοειδές/ινιακό/ισχιακό/καρδιακό/κερκιδικό/κνημιαίο/κοκκυγικό/κοχλιακό/λαρυγγικό/μασχαλιαίο/μέσο/μεσόστεο/μετωπιαίο/μηριαίο/πελματιαίο/περονιαίο/προσωπικό/σπονδυλικό/υπογλώσσιο/φατνιακό/ωλένιο ~. Η απόληξη/οι κλάδοι/η ρίζα ενός ~ου. (Παρα)συμπαθητικά ~α. Αυχενικά/θωρακικά/καρωτιδικά/κολπικά/κροταφικά/πυελικά/σηραγγώδη/χειλικά ~α. (Περιφερικά) ~α και γάγγλια (: περιφερικό νευρικό σύστημα). ~α των δαχτύλων. Βλ. νευρώνες.|| (προφ.) Χτύπησα στο ~ και πονάω (βλ. τένοντας).|| Φιλέτο καθαρισμένο από λίπη και ~α. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κατ' επέκτ.) ίνα: τα ~α του μαρουλιού/των φύλλων (= φλέβες). Αφαιρώ τα ~α από τα φασολάκια.|| Ράχη (βιβλίου) με ~α. 3. {μόνο στον εν.} (μτφ.) δύναμη, ένταση, ενεργητικότητα, ζωντάνια: νέος γεμάτος ~.|| Κινήσεις/τραγούδια με/όλο ~. Η παράσταση είχε πολύ ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απαγωγό νεύρο: ΑΝΑΤ. που εκφύεται από τη βάση του εγκεφάλου και νευρώνει τον έξω ορθό μυ του οφθαλμού., εγκεφαλικά/κρανιακά νεύρα & εγκεφαλικές συζυγίες: ΑΝΑΤ. τα δώδεκα ζεύγη των νεύρων που ξεκινούν από το εγκεφαλικό στέλεχος. [< αγγλ. cerebral/cranial nerves] , προσαγωγό νεύρο: ΑΝΑΤ. που μεταφέρει ερεθίσματα από το περιφερικό στο κεντρικό νευρικό σύστημα., πνευμονογαστρικό νεύρο βλ. πνευμονογαστρικός, τρίδυμο νεύρο βλ. τρίδυμος, τροχιλιακό νεύρο βλ. τροχιλιακός [< αρχ. νεῦρον, γαλλ. nerf, αγγλ. nerve] | |
| 57024 | χοάνη | χο-ά-νη ουσ. (θηλ.) 1. κατασκευή αποτελούμενη από κωνικό μέρος που καταλήγει σε μακρόστενο σωληνοειδές τμήμα, για τη μετάγγιση στερεού, υγρού ή αερίου: διαχωριστική/ζυγιστική ~. ~ αναρρόφησης (αέρα)/απαγωγής (αερίων)/συλλογής (ατμών)/τήξης/τροφοδοσίας/υδροληψίας. Δοσομετρικές ~ες. ~ες χυτηρίου. ~ες αερισμού/αποθήκευσης/ροής.|| (Μεταλλική) ~ γραμμοφώνου/κόρνας.|| Σε σχήμα ~ης. Βλ. φιλτρο~. ΣΥΝ. χωνί (1) 2. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί τόπο συνάντησης, συνύπαρξης και αλληλεπίδρασης ετερόκλιτων στοιχείων: κοινωνική/πολιτική/πολιτισμική ~. ~ όσμωσης ιδεών. ~ εθνών/θρησκειών/πολιτισμών. Πόλη-~. ~ που αλέθει/ρουφάει τα πάντα. ΣΥΝ. χωνευτήριο (2) 3. ΑΝΑΤ. καθένα από τα δύο ανοίγματα ανάμεσα στη ρινική κοιλότητα και τον ρινοφάρυγγα. [< 1,3: αρχ. χοάνη, γαλλ. choane, αγγλ. choana 2: αγγλ. melting-pot] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ