| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57025 | χοανοειδής | , ής, ές χο-α-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα χοάνης: (ΒΟΤ.) ~ής: κάλυκας. ~ή: άνθη.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αγγείο με ~ές στόμιο. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. choanoïde, αγγλ. choanoid] | |
| 57026 | χόβερκραφτ | χό-βερ-κραφτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. -ΣΤΡΑΤ. ταχύπλοο που κινείται με έλικες ή τουρμπίνες σε μικρό ύψος από το νερό ή το έδαφος, πάνω σε στρώμα αέρα υψηλής πίεσης, ο οποίος εκτοξεύεται από τη βάση του σκάφους. Βλ. (ιπτάμενο) δελφίνι, καταμαράν. ΣΥΝ. αερόστρωμνο [< αγγλ. hovercraft, 1959] | |
| 57027 | χόβολη | χό-βο-λη ουσ. (θηλ.): αναμμένα κάρβουνα, πυρωμένη στάχτη· θράκα: η ~ του τζακιού. Καφές (ψημένος)/πατάτες στη ~. Πβ. καρβουνιά, σποδός. [< μεσν. χόβολη] | |
| 57028 | χοές | χο-ές ουσ. (θηλ.) (oι) {σπάν. στον εν. χοή} : ΑΡΧ. προσφορά με τη μορφή κρασιού, νερού ή γάλακτος και μελιού, που έχυναν από ειδικό σκεύος στον τάφο του νεκρού. ΣΥΝ. σπονδή (1) [< αρχ. χοαί] | |
| 57029 | χοηφόρος | , ος, ο χο-η-φό-ρος επίθ. {συνήθ. στον πληθ.}: ΑΡΧ. που προσφέρει χοές. Βλ. -φόρος. [< αρχ. χοηφόρος, γαλλ. choéphore] | |
| 57030 | χοϊκός | , ή, ό χο-ϊ-κός επίθ. (κυρ. ΕΚΚΛΗΣ.): δημιουργημένος, πλασμένος από χώμα· γήινος: ~ή: ζωή/ύπαρξη. Η ~ή ουσία/φύση του ανθρώπου (πβ. χωμάτινη). ΑΝΤ. άυλος, πνευματικός.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. άνθρωποι, σε αντίθεση με τον επουράνιο Θεό). [< μτγν. χοϊκός, αγγλ. choical] | |
| 57031 | χοιραδικός | , ή, ό χοι-ρα-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη χοιράδωση: ~ό: δέρμα. [< μτγν. χοιραδικόν ‘φάρμακο για τις χοιράδες’] | |
| 57032 | χοιράδωση | χοι-ρά-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (παλαιότ.) χρόνια φυματιώδης λεμφαδενίτιδα: ~ του θυρεοειδούς αδένα. Βήχας με ~. ΣΥΝ. χελώνι [πβ. αρχ. χοιράδες ‘οιδήματα στους αδένες του λαιμού’] | |
| 57033 | χοίρειος | , ος/α, ο χοί-ρει-ος επίθ. (λόγ.): χοιρινός: ~ο: κρέας. [< αρχ. χοίρειος] | |
| 57034 | χοιρίδιο | χοι-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. νεαρός χοίρος, από τη γέννηση μέχρι τον απογαλακτισμό του: ~ γάλακτος. Νεογέννητα ~α. Βλ. -ίδιο. ΣΥΝ. γουρουνάκι, γουρουνόπουλο ● ΣΥΜΠΛ.: ινδικό χοιρίδιο βλ. ινδικός [< αρχ. χοιρίδιον] | |
| 57035 | χοιρινός | , ή, ό χοι-ρι-νός επίθ.: που προέρχεται από σφαγιασμένο χοίρο: ~ός: κιμάς. ~ή: σπάλα/ωμοπλάτη. ~ό: ζαμπόν/λίπος/μπιφτέκι. ~ά: λουκάνικα/παϊδάκια/φιλέτα. Σνίτσελ/σουβλάκια ~ά. Πβ. χοίρειος. ● Ουσ.: χοιρινή (η): ενν. μπριζόλα: καπνιστή ~. ~ αλά κρεμ/σχάρας. ~ κρασάτη. Βλ. μοσχαρίσια., χοιρινό (το) 1. ενν. σφάγιο, κρέας: δύο κιλά ~. ~ ριγανάτο/σούβλας. ~ σε μπουκίτσες/φέτες. Μπούτι/πανσέτα/ρολό/σκαλοπίνια ~ού. Γύρος/καλαμάκι ~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} χοίρος που προορίζεται για σφαγή: εκτροφή/παραγωγή/πάχυνση ~ών. Βλ. βοοειδές. [< μεσν. χοιρινός] | |
| 57036 | χοιρόδερμα | χοι-ρό-δερ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κατεργασμένο δέρμα χοίρου. Βλ. -δερμα. | |
| 57037 | χοιρομέρι | χοι-ρο-μέ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλίπαστο μπούτι ή γενικότ. κρέας χοιρινού· ζαμπόν. Βλ. προσούτο, χαμόν. [< μεσν. χοιρομέρι] | |
| 57038 | χοιρομητέρα | χοι-ρο-μη-τέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. ο θηλυκός χοίρος μετά τον πρώτο τοκετό. Βλ. κάπρος. | |
| 57039 | χοίρος | [χοῖρος] χοί-ρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): γουρούνι: (ΖΩΟΤ.) απογαλακτισμένος ~. ~οι αναπαραγωγής/σφαγής. Εκτροφή ~ων (= χοιροτροφία). Σφαγείο ~ων (= χοιροσφαγείο). Βλ. αγριόχοιρος, κάπρος, χοιρίδιο, χοιρομητέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: γρίπη των χοίρων: ΙΑΤΡ. οξεία, μεταδοτική, αναπνευστική ασθένεια με υψηλή νοσηρότητα και χαμηλή θνησιμότητα, η οποία προκαλείται από τον ιό Η1Ν1 και προσβάλλει τους χοίρους, αλλά μπορεί να μολύνει και τον άνθρωπο. [< αγγλ. swine flu, 1919, swine influenza, 1919] [< αρχ. χοῖρος] | |
| 57040 | χοιροστάσιο | χοι-ρο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) χοιροστάσι: ΖΩΟΤ. χώρος ή οργανωμένη μονάδα εκτροφής χοίρων. Βλ. -στάσιο. ΣΥΝ. χοιροτροφείο [< γαλλ. porcherie] | |
| 57041 | χοιροσφαγείο | [χοιροσφαγεῖο] χοι-ρο-σφα-γεί-ο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΤ. σφαγείο χοίρων. [< μεσν. χοιροσφαγεῖον] | |
| 57042 | χοιροσφάγια | χοι-ρο-σφά-γι-α ουσ. (ουδ.) (τα) (κυρ. παλαιότ.): ΛΑΟΓΡ. έθιμο τελετουργικής σφαγής κατοικίδιων χοίρων, κυρ. τον Νοέμβριο, την παραμονή των Χριστουγέννων ή τις Απόκριες, με σκοπό την εξοικονόμηση χοιρινού κρέατος για το υπόλοιπο του χρόνου και την παρασκευή παστού χοιρινού και λουκάνικων. | |
| 57043 | χοιροτροφείο | [χοιροτροφεῖο] χοι-ρο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΤ. χοιροτροφική μονάδα. Βλ. -τροφείο. ΣΥΝ. χοιροστάσιο [< μτγν. χοιροτροφεῖον] | |
| 57044 | χοιροτροφία | χοι-ρο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. εκτροφή χοίρων. Βλ. -τροφία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ