Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57500-57520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57031χοιραδικός, ή, ό χοι-ρα-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη χοιράδωση: ~ό: δέρμα. [< μτγν. χοιραδικόν ‘φάρμακο για τις χοιράδες’]
57032χοιράδωσηχοι-ρά-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (παλαιότ.) χρόνια φυματιώδης λεμφαδενίτιδα: ~ του θυρεοειδούς αδένα. Βήχας με ~. ΣΥΝ. χελώνι [πβ. αρχ. χοιράδες ‘οιδήματα στους αδένες του λαιμού’]
57033χοίρειος, ος/α, ο χοί-ρει-ος επίθ. (λόγ.): χοιρινός: ~ο: κρέας. [< αρχ. χοίρειος]
57034χοιρίδιοχοι-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. νεαρός χοίρος, από τη γέννηση μέχρι τον απογαλακτισμό του: ~ γάλακτος. Νεογέννητα ~α. Βλ. -ίδιο. ΣΥΝ. γουρουνάκι, γουρουνόπουλο ● ΣΥΜΠΛ.: ινδικό χοιρίδιο βλ. ινδικός [< αρχ. χοιρίδιον]
57035χοιρινός, ή, ό χοι-ρι-νός επίθ.: που προέρχεται από σφαγιασμένο χοίρο: ~ός: κιμάς. ~ή: σπάλα/ωμοπλάτη. ~ό: ζαμπόν/λίπος/μπιφτέκι. ~ά: λουκάνικα/παϊδάκια/φιλέτα. Σνίτσελ/σουβλάκια ~ά. Πβ. χοίρειος. ● Ουσ.: χοιρινή (η): ενν. μπριζόλα: καπνιστή ~. ~ αλά κρεμ/σχάρας. ~ κρασάτη. Βλ. μοσχαρίσια., χοιρινό (το) 1. ενν. σφάγιο, κρέας: δύο κιλά ~. ~ ριγανάτο/σούβλας. ~ σε μπουκίτσες/φέτες. Μπούτι/πανσέτα/ρολό/σκαλοπίνια ~ού. Γύρος/καλαμάκι ~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} χοίρος που προορίζεται για σφαγή: εκτροφή/παραγωγή/πάχυνση ~ών. Βλ. βοοειδές. [< μεσν. χοιρινός]
57036χοιρόδερμαχοι-ρό-δερ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κατεργασμένο δέρμα χοίρου. Βλ. -δερμα.
57037χοιρομέριχοι-ρο-μέ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλίπαστο μπούτι ή γενικότ. κρέας χοιρινού· ζαμπόν. Βλ. προσούτο, χαμόν. [< μεσν. χοιρομέρι]
57038χοιρομητέραχοι-ρο-μη-τέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. ο θηλυκός χοίρος μετά τον πρώτο τοκετό. Βλ. κάπρος.
57039χοίρος[χοῖρος] χοί-ρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): γουρούνι: (ΖΩΟΤ.) απογαλακτισμένος ~. ~οι αναπαραγωγής/σφαγής. Εκτροφή ~ων (= χοιροτροφία). Σφαγείο ~ων (= χοιροσφαγείο). Βλ. αγριόχοιρος, κάπρος, χοιρίδιο, χοιρομητέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: γρίπη των χοίρων: ΙΑΤΡ. οξεία, μεταδοτική, αναπνευστική ασθένεια με υψηλή νοσηρότητα και χαμηλή θνησιμότητα, η οποία προκαλείται από τον ιό Η1Ν1 και προσβάλλει τους χοίρους, αλλά μπορεί να μολύνει και τον άνθρωπο. [< αγγλ. swine flu, 1919, swine influenza, 1919] [< αρχ. χοῖρος]
57040χοιροστάσιοχοι-ρο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) χοιροστάσι: ΖΩΟΤ. χώρος ή οργανωμένη μονάδα εκτροφής χοίρων. Βλ. -στάσιο. ΣΥΝ. χοιροτροφείο [< γαλλ. porcherie]
57041χοιροσφαγείο[χοιροσφαγεῖο] χοι-ρο-σφα-γεί-ο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΤ. σφαγείο χοίρων. [< μεσν. χοιροσφαγεῖον]
57042χοιροσφάγιαχοι-ρο-σφά-γι-α ουσ. (ουδ.) (τα) (κυρ. παλαιότ.): ΛΑΟΓΡ. έθιμο τελετουργικής σφαγής κατοικίδιων χοίρων, κυρ. τον Νοέμβριο, την παραμονή των Χριστουγέννων ή τις Απόκριες, με σκοπό την εξοικονόμηση χοιρινού κρέατος για το υπόλοιπο του χρόνου και την παρασκευή παστού χοιρινού και λουκάνικων.
57043χοιροτροφείο[χοιροτροφεῖο] χοι-ρο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΤ. χοιροτροφική μονάδα. Βλ. -τροφείο. ΣΥΝ. χοιροστάσιο [< μτγν. χοιροτροφεῖον]
57044χοιροτροφίαχοι-ρο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. εκτροφή χοίρων. Βλ. -τροφία.
57045χοιροτροφικός, ή, ό χοι-ρο-τρο-φι-κός επίθ.: ΖΩΟΤ. που σχετίζεται με τη χοιροτροφία: ~ή: εκμετάλλευση/μονάδα (= χοιροτροφείο)/παραγωγή.
57046χοιροτρόφοςχοι-ρο-τρό-φος ουσ. (αρσ.): εκτροφέας χοίρων. Βλ. -τρόφος. [< μτγν. χοιροτρόφος]
57047χόκεϊχό-κε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παιχνίδι που διεξάγεται ανάμεσα σε δύο ομάδες και στο οποίο οι παίκτες προσπαθούν, με τη χρήση ειδικού μπαστουνιού, να στείλουν μια μικρή σκληρή μπάλα (στο επί χόρτου) ή έναν σκληρό λαστιχένιο δίσκο (στο επί πάγου) στην εστία των αντιπάλων. Βλ. γκολφ, κρίκετ, κροκέ, σπορ επαφής. [< αγγλ. hockey, γαλλ. ~, 1876]
57048χολουσ. (ουδ.) {άκλ.}: δωμάτιο, συνήθ. μικρό, που λειτουργεί ως προθάλαμος: (σε σπίτι:) επιπλωμένο ~. Ο καθρέφτης/το τραπεζάκι του ~.|| Το κεντρικό ~ του ξενοδοχείου (= λόμπι). Γραφεία με κοινό ~. Βλ. προχόλ. ● Υποκ.: χολάκι (το) [< αγγλ. hall]
57049χολ-βλ. χολο-.
57050χολαγγειίτιδαχο-λαγ-γει-ί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των χοληφόρων αγγείων: οξεία/πρωτοπαθής σκληρυντική ~. Βλ. χολοκυστίτιδα, -ίτιδα. [< γαλλ. cholangite, αγγλ. cholangitis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.