Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57520-57540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57045χοιροτροφικός, ή, ό χοι-ρο-τρο-φι-κός επίθ.: ΖΩΟΤ. που σχετίζεται με τη χοιροτροφία: ~ή: εκμετάλλευση/μονάδα (= χοιροτροφείο)/παραγωγή.
57046χοιροτρόφοςχοι-ρο-τρό-φος ουσ. (αρσ.): εκτροφέας χοίρων. Βλ. -τρόφος. [< μτγν. χοιροτρόφος]
57047χόκεϊχό-κε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παιχνίδι που διεξάγεται ανάμεσα σε δύο ομάδες και στο οποίο οι παίκτες προσπαθούν, με τη χρήση ειδικού μπαστουνιού, να στείλουν μια μικρή σκληρή μπάλα (στο επί χόρτου) ή έναν σκληρό λαστιχένιο δίσκο (στο επί πάγου) στην εστία των αντιπάλων. Βλ. γκολφ, κρίκετ, κροκέ, σπορ επαφής. [< αγγλ. hockey, γαλλ. ~, 1876]
57048χολουσ. (ουδ.) {άκλ.}: δωμάτιο, συνήθ. μικρό, που λειτουργεί ως προθάλαμος: (σε σπίτι:) επιπλωμένο ~. Ο καθρέφτης/το τραπεζάκι του ~.|| Το κεντρικό ~ του ξενοδοχείου (= λόμπι). Γραφεία με κοινό ~. Βλ. προχόλ. ● Υποκ.: χολάκι (το) [< αγγλ. hall]
57049χολ-βλ. χολο-.
57050χολαγγειίτιδαχο-λαγ-γει-ί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των χοληφόρων αγγείων: οξεία/πρωτοπαθής σκληρυντική ~. Βλ. χολοκυστίτιδα, -ίτιδα. [< γαλλ. cholangite, αγγλ. cholangitis]
57051χολαγγειογραφίαχο-λαγ-γει-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφία των χοληφόρων πόρων, ύστερα από έγχυση σκιαγραφικού υγρού: διεγχειρητική/μαγνητική/ραδιοϊσοτοπική ~. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. cholangiography, 1936, γαλλ. cholangiographie]
57052χολαγγειοκαρκίνωμαχο-λαγ-γει-ο-καρ-κί-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καρκίνωμα των χοληφόρων πόρων: ενδοηπατικό/εξωηπατικό ~. [< αγγλ. cholangiocarcinoma]
57053χολαγωγός, ός, ό χο-λα-γω-γός επίθ.: ΙΑΤΡ. που διεγείρει την έκκριση χολής: ~ό: φάρμακο/φυτό. [< μτγν. χολαγωγός, γαλλ.-αγγλ. cholagogue]
57054χολέραχο-λέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. λοιμώδης νόσος (γαστρεντερίτιδα) η οποία προκαλείται από την εντεροτοξίνη που παράγουν τα στελέχη του βακτηρίου Vibrio cholerae· (κατ' επέκτ., ΚΤΗΝ.) νόσημα με αντίστοιχα συμπτώματα: επιδημία/κρούσματα ~ας. Θάνατοι/νεκροί από ~. Βλ. πανούκλα, τύφος.|| ~ των πουλερικών (βλ. γρίπη των πτηνών)/χοίρων. ΣΥΝ. πανώλη. 2. (μτφ.) διαφθορά, ηθική κατάπτωση: πολιτική ~. 3. (μτφ.) διεφθαρμένος άνθρωπος. Πβ. λαμόγιο. [< αρχ. χολέρα, γαλλ. choléra, αγγλ. cholera]
57055χολεριασμένος, η, ο χο-λε-ρια-σμέ-νος επίθ. (σπάν.-προφ.) 1. που έχει προσβληθεί από χολέρα. 2. (μτφ.) απεχθής, διεφθαρμένος.
57056χολερικός, ή, ό χο-λε-ρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη χολέρα ή πάσχει από αυτή: (ως ουσ.) Οι ~οί. 2. (μτφ.) δύστροπος, ευερέθιστος, οξύθυμος: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: ιδιοσυγκρασία. (παλαιότ.) Αιματώδης, φλεγματικός, ~, μελαγχολικός (: οι τέσσερις τύποι χαρακτήρων). 3. (μτφ.) πικρόχολος: ~ές: δηλώσεις/κουβέντες/κριτικές. ~ά: σχόλια. [< 1: αρχ. χολερικός 2,3: γαλλ. cholérique, αγγλ. choleric]
57057χολερυθρίνηχο-λε-ρυ-θρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κοκκινωπή χρωστική της χολής, προϊόν της αιμοσφαιρίνης: άμεση/έμμεση/ολική ~. ~ αίματος/ορού. Βλ. ίκτερος, υπερχολερυθριναιμία, χολοχρωστικές ουσίες, -ίνη. [< γαλλ. bilirubine]
57058χολήχο-λή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣΙΟΛ. υγρό που αποτελείται από χολικά άλατα, χολερυθρίνη και χοληστερόλη, παράγεται στο συκώτι και διευκολύνει την απορρόφηση του λίπους και, κατά συνέπεια, την πέψη: έκκριση/εμετοί/οξέα/παλινδρόμηση ~ής. 2. (συνεκδ.) χοληδόχος κύστη: αφαίρεση/επέμβαση/κολικός ~ής. Οι ασθένειες/λίθοι (= χολόλιθοι) της ~ής. Πολύποδες στη ~. Βλ. χολοκυστεκτομή. 3. (μτφ.) κακεντρέχεια, μοχθηρία: λόγια ποτισμένα με ~. Αρκετή ~ έβγαλες! Πολλή (εσφαλμ. πολύ) ~ για το τίποτα. ● ΦΡ.: σπάει η χολή μου (σπάν.-μτφ.): τρομάζω. , (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, αντί του μάννα χολή βλ. μάννα1, με πότισε φαρμάκι/χολή βλ. φαρμάκι, μου (έ)κοψε το αίμα/τη χολή βλ. αίμα, μου 'πρηξε το συκώτι/τα σ(υ)κώτια/τη χολή/μου τα 'πρηξε βλ. πρήζω, όξος και χολή βλ. όξος, βγάζω/ρίχνω χολή/δηλητήριο/φαρμάκι βλ. ρίχνω [< αρχ. χολή]
57059χοληδόχος, ος, ο χο-λη-δό-χος επίθ.: ΑΝΑΤ. που φέρει χολή: ~ος: πόρος. ~οι: οδοί. ● ΣΥΜΠΛ.: χοληδόχος κύστη & (προφ.) χοληδόχος: ο θύλακας που περιέχει τη χολή και βρίσκεται στην κάτω επιφάνεια του ήπατος: ψηλαφητή ~ ~. Εγχείρηση/κολικός/λιθίαση/πολύποδες της ~ου ~ης. Βλ. -δόχος. ΣΥΝ. χολή (2) [< μτγν. χοληδόχος, γαλλ. cholédoque, αγγλ. choledoch]
57060χοληστεριναιμίαχο-λη-στε-ρι-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.) & χοληστερολαιμία: ΙΑΤΡ. ποσοστό χοληστερίνης στο αίμα. Βλ. υπερχοληστερολαιμία. [< γαλλ. cholestérinémie, cholestérolémie, γερμ. Cholesterinämie, αγγλ. cholesterolaemia]
57061χοληστερίνηχο-λη-στε-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. χοληστερόλη: εξέταση/επίπεδα/κατακράτηση/ποσοστά/συσσώρευση ~ης. Έλεγχος/μείωση/οξείδωση/ρύθμιση της ~ης. Διατροφή χαμηλή σε ~. Φάρμακα για τη ~/κατά της ~ης. Η ~ του ανέβηκε/έφτασε στο ... Έχει υψηλή ~. Τρόφιμα που ανεβάζουν τη ~. Βλ. -ίνη, λίπος, σάκχαρο, τριγλυκερίδια, υπερχοληστερολαιμία. ● ΣΥΜΠΛ.: κακή χοληστερόλη/χοληστερίνη βλ. χοληστερόλη, καλή χοληστερόλη/χοληστερίνη βλ. χοληστερόλη [< γαλλ. cholestérine, αγγλ. cholesterin]
57062χοληστερόληχο-λη-στε-ρό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ακόρεστη αλκοόλη ζωικής προέλευσης, η οποία βρίσκεται στο αίμα και στους ζωικούς ιστούς και παίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό. Βλ. -όλη. ΣΥΝ. χοληστερίνη ● ΣΥΜΠΛ.: κακή χοληστερόλη/χοληστερίνη: (LDL) λιποπρωτεΐνη η οποία μεταφέρει τη χοληστερόλη από τον τόπο σύνθεσής της στο ήπαρ, στους ιστούς και στα σωματικά κύτταρα, και ευθύνεται για τη δημιουργία αθηροσκλήρωσης. ΣΥΝ. χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη. [< αγγλ. bad cholesterol, 1980] , καλή χοληστερόλη/χοληστερίνη: (HDL) λιποπρωτεΐνη η οποία μεταφέρει πίσω στο ήπαρ τη μη χρησιμοποιημένη από τους ιστούς χοληστερόλη, προκειμένου να αποικοδομηθεί σε χολικά άλατα και να απεκκριθεί. ΣΥΝ. υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη. [< αγγλ. good cholesterol, 1980] [< αγγλ. cholesterol, γαλλ. cholestérol, 1929]
57063χοληφόρος, ος, ο χο-λη-φό-ρος επίθ.: ΑΝΑΤ. που μεταφέρει τη χολή στο δωδεκαδάκτυλο: ~ος: αγωγός. ~ος: οδός. ~α: σωληνάρια/τριχοειδή. Βλ. -φόρος, χολαγγειοκαρκίνωμα. ● Ουσ.: χοληφόρα (τα): ενν. αγγεία: ενδοηπατικά ~., χοληφόροι (oι): ενν. πόροι: εξωηπατικοί ~. Οι ~ του ήπατος. Απόφραξη/καρκίνος/λίθοι/νεοπλάσματα/παθήσεις (των) ~ων. [< γαλλ. voies biliaires]
57064χολιάζωχο-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {χόλια-σε, χολιά-σει, -σμένος} (λαϊκό): θυμώνω, εξοργίζομαι με κάποιον, γιατί αισθάνομαι ότι έχω προσβληθεί ή αδικηθεί: ~σε μαζί του. Τι έχεις και είσαι ~σμένος; Πβ. κακιώνω, φουρκίζω, χολώνω. [< μεσν. χολιάζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.