| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57071 | χολο- & χολό- & χολ- & χολη- | : ΙΑΤΡ. -ΒΙΟΧ. α' συνθετικό όρων με αναφορά στη χολή: χολ-ερυθρίνη.|| Χολη-δόχος/~φόρος.|| Χολό-λιθος. Χολο-κυστίτιδα. | |
| 57072 | χολοκυστεκτομή | χο-λο-κυ-στε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση της χοληδόχου κύστης, κυρ. εξαιτίας λιθίασης: λαπαροσκοπική ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. cholécystotomie, αγγλ. cholecystectomy] | |
| 57073 | χολοκυστίτιδα | χο-λο-κυ-στί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του τοιχώματος της χοληδόχου κύστης: εμφυσηματική/οξεία ~. Βλ. χολαγγειίτιδα, χολολιθίαση, -ίτιδα. [< γαλλ. cholécystite, αγγλ. cholecystitis] | |
| 57074 | χολοκυστογραφία | χο-λο-κυ-στο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφία ύστερα από έγχυση σκιαγραφικού υλικού στη χοληδόχο κύστη. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. cholecystography, 1925, γαλλ. cholécystographie] | |
| 57075 | χολολιθίαση | χο-λο-λι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σχηματισμός χολόλιθων: ασυμπτωματική ~. ~ της παχυσαρκίας. Βλ. χολοκυστ-εκτομή, -ίτιδα. [< γαλλ. cholélithiase, αγγλ. cholelithiasis] | |
| 57076 | χολόλιθος | χο-λό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ων (λόγ.) -ίθων, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. λίθος στη χοληδόχο κύστη ή σε χοληφόρο πόρο: αφαίρεση ~ων. [< γαλλ. cholélithe, αγγλ. cholelith] | |
| 57077 | χολοσκάω | χο-λο-σκά-ω ρ. (αμτβ.) {χολοσκ-άς ... | (σπάν.) χολόσκα-σα, χολοσκά-σει, -σμένος} & (σπάν.) χολοσκώ (προφ.): βασανίζομαι ψυχικά, στενοχωριέμαι: Μη ~άς (= σκας, χαλιέσαι) γι' ανοησίες! Δεν τον βλέπω να ~άει και πολύ. Τζάμπα ~άμε. | |
| 57078 | χολόσταση | χο-λό-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διακοπή της ροής της χολής: εξωηπατική ~. Ενδοηπατική ~ της κύησης (ή μαιευτική ~). [< γαλλ. choléstase, cholostase, αγγλ. cholestasis] | |
| 57079 | χολοστατικός | , ή, ό χο-λο-στα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη χολόσταση: ~ός: ίκτερος. [< αγγλ. cholestatic, γαλλ. cholostatique] | |
| 57080 | χολοστεάτωμα | χο-λο-στε-ά-τω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος που σχηματίζεται από επιδερμικά κύτταρα ή επιθηλιακό ιστό και συνήθ. χοληστερίνη και εντοπίζεται κυρ. στο μέσο αυτί ή στους μαστούς. Βλ. ωτίτιδα, -ωμα2. [< γαλλ. cholestéatome, αγγλ. cholesteatoma] | |
| 57081 | χολοχρωστικός | , ή, ό χο-λο-χρω-στι-κός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: χολοχρωστικές ουσίες & (προφ.) χολοχρωστικές: ΒΙΟΧ. έγχρωμες οργανικές ενώσεις της χολής. Βλ. χολερυθρίνη. [< αγγλ. bile-pigments] | |
| 57082 | χόλτερ | χόλ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. φορητή συσκευή συνήθ. εικοσιτετράωρης καρδιακής παρακολούθησης: ~ πίεσης. Βλ. ηλεκτροκαρδιογραφία. [< αμερικ. Holter (monitor), αμερικ. ανθρ. N. J. Holter), 1961, ιταλ. holter, 1985] | |
| 57083 | χολώνω | χο-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χόλω-σα, χολώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος} (προφ.): προκαλώ θυμό ή/και πικρία σε κάποιον· θυμώνω εξαιτίας προσβολής ή αδικίας που έχω υποστεί: Η στάση του ~σε τους διοικούντες. Πβ. ζοχαδιάζω.|| Έχει ~σει και δεν μας μιλάει. Έφυγε ~μένος (πβ. ενοχλημένος). Πβ. κακιώνω, οργίζομαι, χολιάζω. [< αρχ. χολῶ] | |
| 57084 | χομ σίνεμα | χομ σί-νε-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. οικιακός κινηματογράφος. | |
| 57085 | χόμο | χό-μο ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΝΘΡΩΠ. άνθρωπος: (σε λατινικές φράσεις προς δήλωση μελών της οικογένειας των ανθρωποειδών που θεωρούνται πρόγονοι του ανθρώπου:) ~ ερέκτους/σάπιενς (βλ. homo sapiens).|| (κατ' αναλογία σε νεολογισμούς, ο άνθρωπος βάσει συγκεκριμένων κοινωνικών δραστηριοτήτων και συμπεριφορών του:) ~ πολίτικους (: ως πολιτικό ον). [< λατ. homo, αγγλ. ~] | |
| 57086 | χόμπι | χό-μπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ευχάριστη δραστηριότητα που αναπτύσσει κάποιος ερασιτεχνικά κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου του: το ~ του αθλητισμού/της κηπουρικής/του μοντελισμού/της μουσικής/της συλλογής γραμματοσήμων (βλ. φιλοτελισμός)/του ψαρέματος. Παιχνίδια-~. Ακριβά/δημιουργικά/δημοφιλή/εξτρίμ/επιστημονικά/συλλεκτικά/υπαίθρια ~. Το ~ μου είναι το διάβασμα. Έκανε το ~ του επάγγελμα. Κάνω ορειβασία από/για ~ (: διασκέδαση, ψυχαγωγία). Πβ. ενδιαφέροντα. Βλ. ενασχόληση, πάρεργο, συνήθεια. [< αγγλ. hobby – παλαιότ. ορθογρ. χόμπυ] | |
| 57087 | χομπίστας | χο-μπί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χομπίστρια} (προφ.): πρόσωπο που έχει κάποιο χόμπι: ~ με την τεχνολογία. Ασχολείται με τους υπολογιστές ως ~ και όχι επαγγελματικά.|| (ως επίθ.) ~ες: μάγειρες/φωτογράφοι. Βλ. -ίστας. [< αγγλ. hobbyist, πβ. ιταλ. hobbista, 1966] | |
| 57088 | χονδραλεσμένος | , η, ο βλ. χοντροαλεσμένος | |
| 57089 | χονδρεμπόριο | χον-δρε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (προφ.) χοντρεμπόριο: ΟΙΚΟΝ. εμπόριο χονδρικής. Βλ. μεγαλεμπόριο, -εμπόριο. ΑΝΤ. λιανεμπόριο [< γαλλ. commerce en gros] | |
| 57090 | χονδρέμπορος | χον-δρέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (προφ.) χοντρέμπορος & (λαϊκό) χονδρέμπορας & (λαϊκότ.) χοντρέμπορας: έμπορος χονδρικής. Βλ. μεγαλέμπορος, -έμπορος. ΑΝΤ. λιανέμπορος [< γαλλ. commerçant en gros] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ