| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57065 | χόλιασμα | χό-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χολιάζω. Πβ. θυμός, οργή, πίκρα. | |
| 57066 | Χόλιγουντ | Χό-λι-γουντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. ο αμερικανικός εμπορικός κινηματογράφος· τα κινηματογραφικά στούντιο που βρίσκονται στην ομώνυμη συνοικία του Λος Άντζελες· οι ηθοποιοί και γενικότ. οι άνθρωποι του αμερικανικού σινεμά: η λάμψη/η μαγεία/οι ταινίες/τα μεγάλα ονόματα του ~. Αστέρας (ή σταρ)/ντίβα/παραγωγός/σκηνοθέτης του ~. || Πήγε στο ~ (: για να κάνει καριέρα).|| Τον στηρίζει όλο το ~. Βλ. Μέκκα. [< αμερικ. Ηollywood, 1923] | |
| 57067 | χολιγουντιανός | , ή, ό χο-λι-γου-ντια-νός επίθ. 1. ΚΙΝΗΜ. που σχετίζεται με το Χόλιγουντ: ~ή: κομεντί/ταινία/υπερπαραγωγή. ~ό: ζευγάρι/μιούζικαλ/ριμέικ/σινεμά/υπερθέαμα. ~οί: αστέρες. ~ά: εφέ/στούντιο. Ο ~ κινηματογράφος/το ~ό σινεμά. Η ~ή βιομηχανία. Βλ. -ιανός. 2. (μτφ.) που γίνεται κατά τα πρότυπα του Χόλιγουντ ή/και έχει τα χαρακτηριστικά του, δηλ. λάμψη, πολυτέλεια, δράση, θέαμα: ~ός: γάμος. ~ό: σενάριο/χάπι εντ. ~ά: σκηνικά. Kαταδίωξη ~ού επιπέδου. Εκδήλωση ~ών διαστάσεων/προδιαγραφών. [< αμερικ. Hollywoodian, 1934] | |
| 57068 | χολικός | , ή, ό χο-λι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. -ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη χολή: ~ά: άλατα/οξέα. Πρωτοπαθής ~ή κίρρωση. ● ΣΥΜΠΛ.: χολικό οξύ: οξύ της χολής (σύμβ. C24H40O5). [< μτγν. χολικός 'που πάσχει από χολή', γαλλ. cholique, αγγλ. cholic] | |
| 57069 | χολινεργικός | , ή, ό χο-λι-νερ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που ενεργοποιείται από την ακετυλοχολίνη ή μεταβιβάζεται μέσω αυτής: ~ή: κνίδωση/νευροδιαβίβαση. ~ά: φάρμακα. ΑΝΤ. αντιχολινεργικός [< αγγλ. cholinergic, 1934, γαλλ. cholinergique, 1936] | |
| 57070 | χολίνη | χο-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. λιποτροπική ουσία (σύμβ. C5H14NO), συστατικό της λεκιθίνης, η οποία, μαζί με το οξικό οξύ, σχηματίζει την ακετυλοχολίνη: φωσφατιδική/χλωριούχος ~. Βλ. βιοτίνη, ινοσιτόλη, -ίνη. [< αγγλ.-γαλλ. choline] | |
| 57071 | χολο- & χολό- & χολ- & χολη- | : ΙΑΤΡ. -ΒΙΟΧ. α' συνθετικό όρων με αναφορά στη χολή: χολ-ερυθρίνη.|| Χολη-δόχος/~φόρος.|| Χολό-λιθος. Χολο-κυστίτιδα. | |
| 57072 | χολοκυστεκτομή | χο-λο-κυ-στε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση της χοληδόχου κύστης, κυρ. εξαιτίας λιθίασης: λαπαροσκοπική ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. cholécystotomie, αγγλ. cholecystectomy] | |
| 57073 | χολοκυστίτιδα | χο-λο-κυ-στί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του τοιχώματος της χοληδόχου κύστης: εμφυσηματική/οξεία ~. Βλ. χολαγγειίτιδα, χολολιθίαση, -ίτιδα. [< γαλλ. cholécystite, αγγλ. cholecystitis] | |
| 57074 | χολοκυστογραφία | χο-λο-κυ-στο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφία ύστερα από έγχυση σκιαγραφικού υλικού στη χοληδόχο κύστη. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. cholecystography, 1925, γαλλ. cholécystographie] | |
| 57075 | χολολιθίαση | χο-λο-λι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σχηματισμός χολόλιθων: ασυμπτωματική ~. ~ της παχυσαρκίας. Βλ. χολοκυστ-εκτομή, -ίτιδα. [< γαλλ. cholélithiase, αγγλ. cholelithiasis] | |
| 57076 | χολόλιθος | χο-λό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ων (λόγ.) -ίθων, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. λίθος στη χοληδόχο κύστη ή σε χοληφόρο πόρο: αφαίρεση ~ων. [< γαλλ. cholélithe, αγγλ. cholelith] | |
| 57077 | χολοσκάω | χο-λο-σκά-ω ρ. (αμτβ.) {χολοσκ-άς ... | (σπάν.) χολόσκα-σα, χολοσκά-σει, -σμένος} & (σπάν.) χολοσκώ (προφ.): βασανίζομαι ψυχικά, στενοχωριέμαι: Μη ~άς (= σκας, χαλιέσαι) γι' ανοησίες! Δεν τον βλέπω να ~άει και πολύ. Τζάμπα ~άμε. | |
| 57078 | χολόσταση | χο-λό-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διακοπή της ροής της χολής: εξωηπατική ~. Ενδοηπατική ~ της κύησης (ή μαιευτική ~). [< γαλλ. choléstase, cholostase, αγγλ. cholestasis] | |
| 57079 | χολοστατικός | , ή, ό χο-λο-στα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη χολόσταση: ~ός: ίκτερος. [< αγγλ. cholestatic, γαλλ. cholostatique] | |
| 57080 | χολοστεάτωμα | χο-λο-στε-ά-τω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος που σχηματίζεται από επιδερμικά κύτταρα ή επιθηλιακό ιστό και συνήθ. χοληστερίνη και εντοπίζεται κυρ. στο μέσο αυτί ή στους μαστούς. Βλ. ωτίτιδα, -ωμα2. [< γαλλ. cholestéatome, αγγλ. cholesteatoma] | |
| 57081 | χολοχρωστικός | , ή, ό χο-λο-χρω-στι-κός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: χολοχρωστικές ουσίες & (προφ.) χολοχρωστικές: ΒΙΟΧ. έγχρωμες οργανικές ενώσεις της χολής. Βλ. χολερυθρίνη. [< αγγλ. bile-pigments] | |
| 57082 | χόλτερ | χόλ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. φορητή συσκευή συνήθ. εικοσιτετράωρης καρδιακής παρακολούθησης: ~ πίεσης. Βλ. ηλεκτροκαρδιογραφία. [< αμερικ. Holter (monitor), αμερικ. ανθρ. N. J. Holter), 1961, ιταλ. holter, 1985] | |
| 57083 | χολώνω | χο-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χόλω-σα, χολώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος} (προφ.): προκαλώ θυμό ή/και πικρία σε κάποιον· θυμώνω εξαιτίας προσβολής ή αδικίας που έχω υποστεί: Η στάση του ~σε τους διοικούντες. Πβ. ζοχαδιάζω.|| Έχει ~σει και δεν μας μιλάει. Έφυγε ~μένος (πβ. ενοχλημένος). Πβ. κακιώνω, οργίζομαι, χολιάζω. [< αρχ. χολῶ] | |
| 57084 | χομ σίνεμα | χομ σί-νε-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. οικιακός κινηματογράφος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ