Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57560-57580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57085χόμοχό-μο ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΝΘΡΩΠ. άνθρωπος: (σε λατινικές φράσεις προς δήλωση μελών της οικογένειας των ανθρωποειδών που θεωρούνται πρόγονοι του ανθρώπου:) ~ ερέκτους/σάπιενς (βλ. homo sapiens).|| (κατ' αναλογία σε νεολογισμούς, ο άνθρωπος βάσει συγκεκριμένων κοινωνικών δραστηριοτήτων και συμπεριφορών του:) ~ πολίτικους (: ως πολιτικό ον). [< λατ. homo, αγγλ. ~]
57086χόμπιχό-μπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ευχάριστη δραστηριότητα που αναπτύσσει κάποιος ερασιτεχνικά κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου του: το ~ του αθλητισμού/της κηπουρικής/του μοντελισμού/της μουσικής/της συλλογής γραμματοσήμων (βλ. φιλοτελισμός)/του ψαρέματος. Παιχνίδια-~. Ακριβά/δημιουργικά/δημοφιλή/εξτρίμ/επιστημονικά/συλλεκτικά/υπαίθρια ~. Το ~ μου είναι το διάβασμα. Έκανε το ~ του επάγγελμα. Κάνω ορειβασία από/για ~ (: διασκέδαση, ψυχαγωγία). Πβ. ενδιαφέροντα. Βλ. ενασχόληση, πάρεργο, συνήθεια. [< αγγλ. hobby – παλαιότ. ορθογρ. χόμπυ]
57087χομπίσταςχο-μπί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χομπίστρια} (προφ.): πρόσωπο που έχει κάποιο χόμπι: ~ με την τεχνολογία. Ασχολείται με τους υπολογιστές ως ~ και όχι επαγγελματικά.|| (ως επίθ.) ~ες: μάγειρες/φωτογράφοι. Βλ. -ίστας. [< αγγλ. hobbyist, πβ. ιταλ. hobbista, 1966]
57088χονδραλεσμένος, η, ο βλ. χοντροαλεσμένος
57089χονδρεμπόριοχον-δρε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (προφ.) χοντρεμπόριο: ΟΙΚΟΝ. εμπόριο χονδρικής. Βλ. μεγαλεμπόριο, -εμπόριο. ΑΝΤ. λιανεμπόριο [< γαλλ. commerce en gros]
57090χονδρέμποροςχον-δρέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (προφ.) χοντρέμπορος & (λαϊκό) χονδρέμπορας & (λαϊκότ.) χοντρέμπορας: έμπορος χονδρικής. Βλ. μεγαλέμπορος, -έμπορος. ΑΝΤ. λιανέμπορος [< γαλλ. commerçant en gros]
57091χονδρικός, ή, ό χον-δρι-κός επίθ. & (προφ.) χοντρικός 1. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με αγαθά τα οποία αγοράζονται κατευθείαν από τον παραγωγό σε μεγάλες ποσότητες: ~ή: διάθεση/διανομή/παροχή. ΑΝΤ. λιανικός 2. (λόγ.) που γίνεται κατά προσέγγιση: ~ή: εκτίμηση/προσέγγιση. Με ~ούς υπολογισμούς (= αδρομερείς). ΣΥΝ. χονδροειδής (2) 3. (εσφαλμ.) χόνδρινος. ● Ουσ.: χονδρική (η): ενν. πώληση: εμπόριο (= χονδρεμπόριο, χονδρικό εμπόριο)/έμπορος (= χονδρέμπορος) ~ής. Καταστήματα ~ής. Σε τιμές ~ής (: χαμηλές, συμφέρουσες). Αγοράζει/πουλάει ~. ΑΝΤ. λιανική ● επίρρ.: χονδρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Πβ. γκρόσο μόντο. [< 1,2: γαλλ. de/en gros]
57092χόνδρινος, η, ο χόν-δρι-νος επίθ.: ΑΝΑΤ. που αποτελείται από χόνδρο: ~ος: ιστός/σωλήνας (βλ. ευσταχιανή σάλπιγγα). ~η: δομή (βλ. επιγλωττίδα, πτερύγιο του αυτιού)/ουσία (βλ. πώρος). ~ες: βλάβες (γονάτου). Βλ. οστέινος.|| (ΙΧΘΥΟΛ., με αναφορά στους χονδριχθύες) ~ος: σκελετός. ~ες: πλάκες. [< αρχ. χόνδρινος 'χοντροαλεσμένος', γαλλ. cartilagineux, αγγλ. chondric]
57093χονδρίτηςχον-δρί-της ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. μετεωρίτης που αποτελείται από μικρούς σφαιρικούς πυριτικούς σχηματισμούς. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. χονδρίτης 'ό,τι έχει παρασκευαστεί από χοντροαλεσμένο σιτάρι', γαλλ.-αγγλ. chondrite]
57094χονδριχθύεςχον-δρι-χθύ-ες ουσ. (αρσ.) (oι): ΙΧΘΥΟΛ. ομοταξία ψαριών ο σκελετός των οποίων αποτελείται από χόνδρο ή χόνδρινες πλάκες. Βλ. καρχαρίας, οστεϊχθύες, σαλάχι, σκυλόψαρο, χίμαιρες. [< αγγλ. chondrichthyes, γαλλ. chondricthyens, 1958]
57095χονδροβλάστεςχον-δρο-βλά-στες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τα άωρα κύτταρα που παράγουν τη θεμέλια ουσία του χόνδρου. Βλ. ινο-, οστεο-βλάστη, χονδροκύτταρα. [< γαλλ. chondroblastes, αγγλ. chondroblasts]
57096χονδροειδής, ής, ές χον-δρο-ει-δής επίθ. {χονδροειδέστ-ερος, -ατος} & χοντροειδής (λόγ.) 1. που έχει ξεπεράσει τα όρια, με αποτέλεσμα να καταντά συνήθ. προσβλητικός: ~ής: γκάφα/φάρσα. ~ές: αστείο/χιούμορ. Πβ. κακόγουστος, χοντροκομμένος.|| ~ής: συμπεριφορά. Αλλοίωσαν με τον πιο ~ή τρόπο το περιεχόμενο των δηλώσεών του. Πβ. ανάρμοστος, απρεπής.|| ~ής: παραβίαση. ~είς: ανακρίβειες/διαστρεβλώσεις/υπερβολές. ~ατα λάθη/σφάλματα/ψέματα. Πβ. ασυγχώρητος, βαρύς, μεγάλος, σοβαρός, χοντρός. 2. που γίνεται κατά προσέγγιση, χωρίς εμμονή στην ακρίβεια και τη λεπτομέρεια: ~ής: εικόνα (της πραγματικότητας)/ερμηνεία/προσέγγιση. ~είς: εκτιμήσεις (= αδρές). Βλ. πάνω κάτω, σε γενικές γραμμές. ΣΥΝ. χονδρικός (2) 3. άκομψος, ακαλαίσθητος: ~ής: κατασκευή. Πβ. χοντροκαμωμένος. ΑΝΤ. λεπτοδουλεμένος, φινετσάτος 4. που έχει μεγάλο όγκο ή αποτελείται από χοντρά κομμάτια: ~ή: υλικά. Συμπυκνωμένες ή ~είς ζωοτροφές. Βλ. -ειδής. ● επίρρ.: χονδροειδώς [-ῶς] [< γαλλ. grossier]
57097χονδροελιάχον-δρο-ε-λιά ουσ. (θηλ.): βρώσιμη ελιά μεγάλου μεγέθους.
57098χονδροϊτίνηχον-δρο-ϊ-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυσακχαρίτης που χρησιμεύει ως συστατικό δόμησης σε διάφορους ζωντανούς ιστούς, κυρ. χόνδρους: θειική ~. Βλ. -ίνη. [< γερμ. Chondroïtin, αγγλ. chondroitin]
57099χονδρόκοκκος, η, ο χον-δρό-κοκ-κος επίθ. & (προφ.) χοντρόκοκκος: που αποτελείται από μεγάλους κόκκους: (ΟΡΥΚΤ.) ~η: σκόνη. ~ο: μάρμαρο. ~α: εδάφη/πετρώματα (βλ. πηγματίτης)/υλικά (= αδρομερή).|| ~ο: αλάτι. Πβ. χοντροαλεσμένος. ΑΝΤ. λεπτόκοκκος
57100χονδροκύτταραχον-δρο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χονδροκύτταρο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τα ώριμα κύτταρα που συνθέτουν τη θεμέλια ουσία του χόνδρου. Βλ. οστεοκύτταρο, χονδροβλάστες. [< αγγλ. chondrocyte, 1903, γαλλ. ~]
57101χονδρομαλάκυνσηχον-δρο-μα-λά-κυν-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χονδροπάθεια. [< αγγλ. chondromalacia]
57102χονδροπάθειαχον-δρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επώδυνη πάθηση που χαρακτηρίζεται από μαλάκυνση και ρωγμές του αρθρικού χόνδρου της επιγονατίδας: ~ στο γόνατο. ΣΥΝ. χονδρομαλάκυνση
57103χόνδροςχόν-δρος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. ινώδης ελαστικός συνδετικός ιστός: αυξητικός/συζευκτικός/υαλοειδής ~. Ο ~ της επιγονατίδας (βλ. μηνίσκος). Αλλοιώσεις/εκφυλισμός/καταστροφή/μαλάκυνση (= χονδρο-μαλάκυνση, -πάθεια)/φθορά του αρθρικού ~ου/~ου των αρθρώσεων (βλ. οστεοαρθρίτιδα). Βλ. αχονδροπλασία, κάταγμα, κόνδυλος.|| Επιχείλιος/θυρεοειδής ή λαρυγγικός (= το μήλο του Αδάμ) ~. Ο ~ του πτερυγίου του αυτιού. Οι πλάγιοι ~οι της μύτης. Βλ. διάφραγμα, περιχόνδριο, χονδρο-βλάστες, -ϊτίνη, -κύτταρα. ● ΣΥΜΠΛ.: κρικοειδής χόνδρος βλ. κρικοειδής [< αρχ. χόνδρος, γαλλ. cartilage, πβ. αγγλ. chondre]
57104χοντράδαχο-ντρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): λόγος ή πράξη που χαρακτηρίζεται από απερισκεψία, αγένεια ή/και αδιακρισία: Πρόσεξε μη σου ξεφύγει καμιά ~! Έκανε τη ~ να ... Πβ. απρέπεια, γαϊδουριά, γκάφα, γουρουνιά, χωριατιά. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. χοντρή, χοντροκοπιά (2)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.