| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57091 | χονδρικός | , ή, ό χον-δρι-κός επίθ. & (προφ.) χοντρικός 1. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με αγαθά τα οποία αγοράζονται κατευθείαν από τον παραγωγό σε μεγάλες ποσότητες: ~ή: διάθεση/διανομή/παροχή. ΑΝΤ. λιανικός 2. (λόγ.) που γίνεται κατά προσέγγιση: ~ή: εκτίμηση/προσέγγιση. Με ~ούς υπολογισμούς (= αδρομερείς). ΣΥΝ. χονδροειδής (2) 3. (εσφαλμ.) χόνδρινος. ● Ουσ.: χονδρική (η): ενν. πώληση: εμπόριο (= χονδρεμπόριο, χονδρικό εμπόριο)/έμπορος (= χονδρέμπορος) ~ής. Καταστήματα ~ής. Σε τιμές ~ής (: χαμηλές, συμφέρουσες). Αγοράζει/πουλάει ~. ΑΝΤ. λιανική ● επίρρ.: χονδρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Πβ. γκρόσο μόντο. [< 1,2: γαλλ. de/en gros] | |
| 57092 | χόνδρινος | , η, ο χόν-δρι-νος επίθ.: ΑΝΑΤ. που αποτελείται από χόνδρο: ~ος: ιστός/σωλήνας (βλ. ευσταχιανή σάλπιγγα). ~η: δομή (βλ. επιγλωττίδα, πτερύγιο του αυτιού)/ουσία (βλ. πώρος). ~ες: βλάβες (γονάτου). Βλ. οστέινος.|| (ΙΧΘΥΟΛ., με αναφορά στους χονδριχθύες) ~ος: σκελετός. ~ες: πλάκες. [< αρχ. χόνδρινος 'χοντροαλεσμένος', γαλλ. cartilagineux, αγγλ. chondric] | |
| 57093 | χονδρίτης | χον-δρί-της ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. μετεωρίτης που αποτελείται από μικρούς σφαιρικούς πυριτικούς σχηματισμούς. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. χονδρίτης 'ό,τι έχει παρασκευαστεί από χοντροαλεσμένο σιτάρι', γαλλ.-αγγλ. chondrite] | |
| 57094 | χονδριχθύες | χον-δρι-χθύ-ες ουσ. (αρσ.) (oι): ΙΧΘΥΟΛ. ομοταξία ψαριών ο σκελετός των οποίων αποτελείται από χόνδρο ή χόνδρινες πλάκες. Βλ. καρχαρίας, οστεϊχθύες, σαλάχι, σκυλόψαρο, χίμαιρες. [< αγγλ. chondrichthyes, γαλλ. chondricthyens, 1958] | |
| 57095 | χονδροβλάστες | χον-δρο-βλά-στες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τα άωρα κύτταρα που παράγουν τη θεμέλια ουσία του χόνδρου. Βλ. ινο-, οστεο-βλάστη, χονδροκύτταρα. [< γαλλ. chondroblastes, αγγλ. chondroblasts] | |
| 57096 | χονδροειδής | , ής, ές χον-δρο-ει-δής επίθ. {χονδροειδέστ-ερος, -ατος} & χοντροειδής (λόγ.) 1. που έχει ξεπεράσει τα όρια, με αποτέλεσμα να καταντά συνήθ. προσβλητικός: ~ής: γκάφα/φάρσα. ~ές: αστείο/χιούμορ. Πβ. κακόγουστος, χοντροκομμένος.|| ~ής: συμπεριφορά. Αλλοίωσαν με τον πιο ~ή τρόπο το περιεχόμενο των δηλώσεών του. Πβ. ανάρμοστος, απρεπής.|| ~ής: παραβίαση. ~είς: ανακρίβειες/διαστρεβλώσεις/υπερβολές. ~ατα λάθη/σφάλματα/ψέματα. Πβ. ασυγχώρητος, βαρύς, μεγάλος, σοβαρός, χοντρός. 2. που γίνεται κατά προσέγγιση, χωρίς εμμονή στην ακρίβεια και τη λεπτομέρεια: ~ής: εικόνα (της πραγματικότητας)/ερμηνεία/προσέγγιση. ~είς: εκτιμήσεις (= αδρές). Βλ. πάνω κάτω, σε γενικές γραμμές. ΣΥΝ. χονδρικός (2) 3. άκομψος, ακαλαίσθητος: ~ής: κατασκευή. Πβ. χοντροκαμωμένος. ΑΝΤ. λεπτοδουλεμένος, φινετσάτος 4. που έχει μεγάλο όγκο ή αποτελείται από χοντρά κομμάτια: ~ή: υλικά. Συμπυκνωμένες ή ~είς ζωοτροφές. Βλ. -ειδής. ● επίρρ.: χονδροειδώς [-ῶς] [< γαλλ. grossier] | |
| 57097 | χονδροελιά | χον-δρο-ε-λιά ουσ. (θηλ.): βρώσιμη ελιά μεγάλου μεγέθους. | |
| 57098 | χονδροϊτίνη | χον-δρο-ϊ-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυσακχαρίτης που χρησιμεύει ως συστατικό δόμησης σε διάφορους ζωντανούς ιστούς, κυρ. χόνδρους: θειική ~. Βλ. -ίνη. [< γερμ. Chondroïtin, αγγλ. chondroitin] | |
| 57099 | χονδρόκοκκος | , η, ο χον-δρό-κοκ-κος επίθ. & (προφ.) χοντρόκοκκος: που αποτελείται από μεγάλους κόκκους: (ΟΡΥΚΤ.) ~η: σκόνη. ~ο: μάρμαρο. ~α: εδάφη/πετρώματα (βλ. πηγματίτης)/υλικά (= αδρομερή).|| ~ο: αλάτι. Πβ. χοντροαλεσμένος. ΑΝΤ. λεπτόκοκκος | |
| 57100 | χονδροκύτταρα | χον-δρο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χονδροκύτταρο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τα ώριμα κύτταρα που συνθέτουν τη θεμέλια ουσία του χόνδρου. Βλ. οστεοκύτταρο, χονδροβλάστες. [< αγγλ. chondrocyte, 1903, γαλλ. ~] | |
| 57101 | χονδρομαλάκυνση | χον-δρο-μα-λά-κυν-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χονδροπάθεια. [< αγγλ. chondromalacia] | |
| 57102 | χονδροπάθεια | χον-δρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επώδυνη πάθηση που χαρακτηρίζεται από μαλάκυνση και ρωγμές του αρθρικού χόνδρου της επιγονατίδας: ~ στο γόνατο. ΣΥΝ. χονδρομαλάκυνση | |
| 57103 | χόνδρος | χόν-δρος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. ινώδης ελαστικός συνδετικός ιστός: αυξητικός/συζευκτικός/υαλοειδής ~. Ο ~ της επιγονατίδας (βλ. μηνίσκος). Αλλοιώσεις/εκφυλισμός/καταστροφή/μαλάκυνση (= χονδρο-μαλάκυνση, -πάθεια)/φθορά του αρθρικού ~ου/~ου των αρθρώσεων (βλ. οστεοαρθρίτιδα). Βλ. αχονδροπλασία, κάταγμα, κόνδυλος.|| Επιχείλιος/θυρεοειδής ή λαρυγγικός (= το μήλο του Αδάμ) ~. Ο ~ του πτερυγίου του αυτιού. Οι πλάγιοι ~οι της μύτης. Βλ. διάφραγμα, περιχόνδριο, χονδρο-βλάστες, -ϊτίνη, -κύτταρα. ● ΣΥΜΠΛ.: κρικοειδής χόνδρος βλ. κρικοειδής [< αρχ. χόνδρος, γαλλ. cartilage, πβ. αγγλ. chondre] | |
| 57104 | χοντράδα | χο-ντρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): λόγος ή πράξη που χαρακτηρίζεται από απερισκεψία, αγένεια ή/και αδιακρισία: Πρόσεξε μη σου ξεφύγει καμιά ~! Έκανε τη ~ να ... Πβ. απρέπεια, γαϊδουριά, γκάφα, γουρουνιά, χωριατιά. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. χοντρή, χοντροκοπιά (2) | |
| 57105 | χοντράδι | χο-ντρά-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): μικρός σκληρός σχηματισμός μέσα ή πάνω σε κάτι. Βλ. -άδι. | |
| 57106 | χοντραίνω | χο-ντραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χόντρυν-α, χοντρύνει} (προφ.): γίνομαι ή κάνω κάποιον να φαίνεται πιο χοντρός: Έχει χοντρύνει τελευταία.|| Φαγητά που ~ουν. Αυτά τα ρούχα σε ~ουν. ΣΥΝ. παχαίνω.|| (μτφ.) ~ε η φωνή του (: έγινε πιο βαριά, ανδρική). ΑΝΤ. αδυνατίζω (1), λεπταίνω (1) ● χοντραίνει (μτφ.): εντείνεται, οξύνεται: ~ η αντιπαράθεση/κόντρα. Δεν νομίζεις πως ~ε το αστείο; Βλ. παρα~.|| (σπάν.) ~ουν (= εντείνουν) τις προκλήσεις. ● ΦΡ.: το χοντραίνω (το παιχνίδι)/το παιχνίδι χοντραίνει (προφ.): εξωθώ μια κατάσταση σε οριακό σημείο· κάτι οδηγείται στα άκρα: Μην το ~εις άλλο ~! Το ~ες πολύ! Πβ. το παρακάνω, τραβάω/τεντώνω το σκοινί.|| Το παιχνίδι άρχισε να ~ει (: σοβαρεύει) ανησυχητικά/επικίνδυνα. | |
| 57107 | χοντραλεσμένος | , η, ο βλ. χοντροαλεσμένος | |
| 57108 | χοντράνθρωπος | χο-ντράν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) (προφ.): (για άνδρα, συνήθ. εύσωμο) αγροίκος, απαίδευτος, άξεστος. Βλ. -άνθρωπος. | |
| 57109 | χοντρέλα | χο-ντρέ-λα ουσ. (θηλ.) & χοντρέλω (προφ.): χοντρή γυναίκα. Πβ. βαρέλα, γουρούνα, ντουλάπα. | |
| 57110 | χοντρέμπορας | βλ. χονδρέμπορος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ