| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4821 | αντισυστημικός | , ή, ό [ἀντισυστημικός] α-ντι-συ-στη-μι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. (συνήθ. στο λεξιλόγ. της Αριστεράς) που εναντιώνεται στο σύστημα: ~ός: αγώνας/λόγος. ~ή: δράση/στάση/ψήφος. ~ό: κίνημα. ~ές: δυνάμεις. [< αγγλ. anti-systemic] | |
| 4822 | αντισφαίριση | [ἀντισφαίριση] α-ντι-σφαί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. τένις: Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία ~ης (ακρ. ΕΦΟΑ). Βλ. καλαθο-, πετο-, χειρο-σφαίριση. ● ΣΥΜΠΛ.: επιτραπέζια αντισφαίριση & επιτραπέζιο τένις: πινγκ πόνγκ. | |
| 4823 | αντισφαιριστής, αντισφαιρίστρια | [ἀντισφαιριστής] α-ντι-σφαι-ρι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. τενίστας, τενίστρια. [< αγγλ. tennis player] | |
| 4824 | αντισώματα | [ἀντισώματα] α-ντι-σώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αντίσωμα} 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. πρωτεΐνες που παράγονται από τα πλασματοκύτταρα ως αντίδραση στην είσοδο ενός αντιγόνου στον οργανισμό: ανθρώπινα/αντιθυρεοειδικά/αντιπυρηνικά/εξουδετερωτικά/μονοκλωνικά/πολυκλωνικά/προστατευτικά ~. Αυξημένα επίπεδα ~άτων κατά του ιού ... Ανίχνευση/παραγωγή ~άτων. Τεστ ~άτων (Covid-19/HIV). Χορήγηση έτοιμων ~άτων από άνθρωπο ή ζώο. Ο εμβολιασμός βοηθά το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού να αναπτύξει ~. Βλ. αντιτοξίνη, αυτο~, ιντερφερόνη. 2. (μτφ.) αμυντικοί μηχανισμοί απέναντι σε αρνητική κατάσταση ή απειλή: κοινωνικά ~. [< πβ. μτγν. ἀντίσωμα 'το άλλο σώμα', γαλλ. anticorps, γερμ. Antikörper, αγγλ. antibody] | |
| 4825 | αντισωματίδιο | [ἀντισωματίδιο] α-ντι-σω-μα-τί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & αντισωμάτιο: ΦΥΣ. σωματίδιο της αντιύλης που έχει τις ίδιες φυσικές ιδιότητες (ίδια μάζα, διάρκεια ζωής και περιστροφή) με το αντίστοιχο σωματίδιο της ύλης, αλλά αντίθετο φορτίο: ~ ηλεκτρονίου (= ποζιτρόνιο)/κουάρκ (= αντικουάρκ)/πρωτονίου (= αντιπρωτόνιο)/νετρονίου (= αντινετρόνιο). [< αγγλ. antiparticle, 1934, γαλλ. antiparticule, 1956] | |
| 4826 | αντίταξη | [ἀντίταξη] α-ντί-τα-ξη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αντίδραση, διαφωνία, εναντίωση: ~ στη βία.|| (ΝΟΜ.) ~ στη διαθήκη. Δικαίωμα ~ης στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. [< μτγν. ἀντίταξις] | |
| 4827 | αντιτάσσω | [ἀντιτάσσω] α-ντι-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {αντέτα-ξα, αντιτά-ξει, αντιτά-χθηκα, αντιτα-χθεί, αντιτασσ-όμενος, -οντας} (λόγ.) ΣΥΝ. αντιπαρατάσσω 1. προβάλλω θέση, άποψη για να αντιμετωπίσω, να αντικρούσω κάτι: ~ τις δικές μου προτάσεις/μια άλλη στρατηγική/ένα σχέδιο. Στις κατηγορίες ~ξε το επιχείρημα ότι ... (πβ. επικαλούμαι). Θα μπορούσε κάποιος να ~ξει ότι/πως ... ΣΥΝ. αντιπαραθέτω (2), αντιπροτείνω, αντιτείνω 2. οδηγώ στρατό σε μάχη, ώστε να εξουδετερώσω τον αντίπαλο: Θα ~ξουμε τις δυνάμεις μας απέναντι στον εχθρό.|| Υποτάχθηκαν χωρίς να ~ξουν σθεναρή αντίσταση. ● Παθ.: αντιτάσσομαι: εναντιώνομαι: ~χθηκε στις επεκτατικές βλέψεις των ... Η αντιπολίτευση θα ~χθεί στο νομοσχέδιο. ΣΥΝ. αντιστέκομαι, αντιστρατεύομαι, αντιτίθεμαι [< αρχ. ἀντιτάσσω] | |
| 4828 | αντιτείνω | [ἀντιτείνω] α-ντι-τεί-νω ρ. (μτβ.) {αντέτεινα, αντιτείνει, αντιτείν-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): εκφέρω αντίθετη άποψη, προβάλλω αντίλογο, φέρνω αντίρρηση: Δεν έχω τίποτα να ~ σε αυτό το επιχείρημα. Στην πρότασή μας αντέτεινε ότι ... Πβ. αντιλέγω. ΣΥΝ. αντιπαραθέτω (2), αντιπροτείνω, αντιτάσσω (1) [< αρχ. ἀντιτείνω] | |
| 4829 | αντιτετανικός | , ή, ό [ἀντιτετανικός] α-ντι-τε-τα-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει ή δρα ενάντια στον τέτανο: ~ός: ορός. ~ό: εμβόλιο. [< γαλλ. antitétanique, αγγλ. antitetanic] | |
| 4830 | αντιτηλεοπτικός | , ή, ό [ἀντιτηλεοπτικός] α-ντι-τη-λε-ο-πτι-κός επίθ.: που δεν ταιριάζει, δεν ανταποκρίνεται ή αντιτίθεται στα τηλεοπτικά πρότυπα: ~ή: εικόνα/συμπεριφορά. ~ό: πρόσωπο (: κυρ. χωρίς φωτογένεια). | |
| 4831 | αντιτίθεμαι | [ἀντιτίθεμαι] α-ντι-τί-θε-μαι ρ. (αμτβ.) {αντιτίθ-εσαι, -εται, -έμεθα, -εστε, -ενται, μτχ. -έμενος | αντιτέ-θηκε, αντιτε-θεί} (λόγ.): εκδηλώνω αντίθετη στάση ή άποψη απέναντι σε κάποιον ή κάτι: ~ δημόσια/κατηγορηματικά/σθεναρά σε όλες τις μορφές καταπίεσης/στον πόλεμο. ~έμεθα προς την παρουσία στρατιωτικής δύναμης στην περιοχή. ~θηκε στην απόφαση/στο σχέδιο για ... Πβ. αντιδρώ, εναντιώνομαι.|| Μέτρο που ~εται στο άρθρο ... του Συντάγματος/στη νομοθεσία/στα συμφέροντα των εργαζομένων (= αντίκειται, έρχεται σε αντίθεση με). ΣΥΝ. αντιμάχομαι, αντιστρατεύομαι, αντιτάσσομαι ● βλ. αντιθέτω [< αρχ. ἀντιτίθεμαι, γαλλ. s΄opposer] | |
| 4832 | αντιτιθέμενος | , η, ο [ἀντιτιθέμενος] α-ντι-τι-θέ-με-νος επίθ. (λόγ.): που αντιτίθεται: ~ες: απόψεις/δυνάμεις/τάσεις. ~α: συμφέροντα. Πβ. αντιμέτωπος, αντί-θετος, -παλος. [< αρχ. ἀντιτιθέμενος, γαλλ. opposant] | |
| 4833 | αντίτιμο | [ἀντίτιμο] α-ντί-τι-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίμου} 1. χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην αξία αγαθού ή την παροχή υπηρεσίας: ακριβές/μηνιαίο/οικονομικό/χρηματικό ~. ~ διοδίων/εγγραφής/εισόδου/συμμετοχής. Eπιστροφή/καταβολή του ~ίμου. Πληρώνω το ~. Με μικρό ~. Έναντι ~ίμου ... ευρώ. Πβ. τιμή. 2. (μτφ.) τίμημα, συνέπεια μιας πράξης: πολιτικό ~. Πλήρωσε βαρύ ~ για τα λάθη του. Πβ. κόστος. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του μτγν. επιθ. ἀντίτιμος, γερμ. Gegenwert] | |
| 4834 | αντιτοξίνη | [ἀντιτοξίνη] α-ντι-το-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αντίσωμα που είτε παράγεται από τον ίδιο τον οργανισμό είτε χορηγείται σε αυτόν μέσω ένεσης, με σκοπό την εξουδετέρωση μιας τοξίνης: διφθεριτική ~. ~ τετάνου. [< γαλλ. antitoxine, αγγλ. antitoxin] | |
| 4835 | αντιτορπιλικό | [ἀντιτορπιλικό] α-ντι-τορ-πι-λι-κό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. μικρό, ταχύπλοο πολεμικό σκάφος επιφανείας, βαριά εξοπλισμένο με τορπίλες, βόμβες βυθού, πυροβόλα, σύστημα ηχοεντοπισμού και κατευθυνόμενα βλήματα αντιαεροπορικής προστασίας· κατ' επέκτ. το πλήρωμά του: ~ στόλου.|| Ανταρσία του ~ού ... Βλ. καταδρομικό. [< γαλλ. contre-torpilleur] | |
| 4836 | αντιτουριστικός | , ή, ό [ἀντιτουριστικός] α-ντι-του-ρι-στι-κός επίθ.: που δεν προωθεί τον τουρισμό: ~ή: πολιτική. ~ά: μέτρα.|| ~ή εικόνα της περιοχής (: που απωθεί τους τουρίστες). | |
| 4837 | αντιτουρκικός | , ή, ό [ἀντιτουρκικός] α-ντι-τουρ-κι-κός επίθ.: που εχθρεύεται τους Τούρκους, την Τουρκία ή την πολιτική της. | |
| 4838 | αντιτουρκισμός | [ἀντιτουρκισμός] α-ντι-τουρ-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ενέργεια ή ιδεολογία εχθρική προς την Τουρκία ή τους Τούρκους. Βλ. -ισμός2. | |
| 4839 | αντιτράστ | [ἀντιτράστ] α-ντι-τράστ επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. αντιμονοπωλιακός. [< αγγλ. antitrust, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 4840 | αντιτριβικός | , ή, ό [ἀντιτριβικός] α-ντι-τρι-βι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που εμποδίζει ή μειώνει την τριβή: ~ός: δακτύλιος (καλωδίου). ~ή: επικάλυψη. ~ό: υλικό.|| (ως ουσ.) ~ό δαπέδων/κινητήρων. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ