| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4814 | αντισυναδελφικός | , ή, ό [ἀντισυναδελφικός] α-ντι-συ-να-δελ-φι-κός επίθ.: που θίγει τους συναδέλφους, που στρέφεται εναντίον τους: ~ή: στάση/συμπεριφορά. ~ό: κλίμα. ΑΝΤ. συναδελφικός ● επίρρ.: αντισυναδελφικά | |
| 4815 | αντισυναδελφικότητα | [ἀντισυναδελφικότητα] α-ντι-συ-να-δελ-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): η ιδιότητα του αντισυναδελφικού. | |
| 4816 | αντισυνδικαλιστικός | , ή, ό [ἀντισυνδικαλιστικός] α-ντι-συν-δι-κα-λι-στι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον συνδικαλισμό και τις αρχές του: ~ή: δράση. ~ές: ενέργειες. Η διοίκηση της εταιρείας εφαρμόζει σκληρή ~ή στάση. ● επίρρ.: αντισυνδικαλιστικά | |
| 4817 | αντισύνοδος | [ἀντισύνοδος] α-ντι-σύ-νο-δος ουσ. (θηλ.): σύνοδος αντίθετη προς αυτή των επίσημων Αρχών: λαϊκή ~. | |
| 4818 | αντισυνταγματάρχης | [ἀντισυνταγματάρχης] α-ντι-συ-νταγ-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον ταγματάρχη και κατώτερος από τον συνταγματάρχη κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον αντιπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, τον αντισμήναρχο της Πολεμικής Αεροπορίας, τον αστυνομικό υποδιευθυντή της Ελληνικής Αστυνομίας και τον αντιπύραρχο της Πυροσβεστικής. [< γαλλ. lieutenant-colonel] | |
| 4819 | αντισυνταγματικός | , ή, ό [ἀντισυνταγματικός] α-ντι-συ-νταγ-μα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος: ~ή: πράξη. ~ό: νομοσχέδιο. ~ές: ρυθμίσεις. ~ά: μέτρα. ~οί και παράνομοι περιορισμοί. Ο νόμος κηρύχθηκε/κρίθηκε ~. Βλ. άνομος, παράνομος. ΑΝΤ. συνταγματικός (1) ● επίρρ.: αντισυνταγματικά & (λόγ.) ~ώς [-ῶς] [< γαλλ. anticonstitutionnel, inconstitutionnel] | |
| 4820 | αντισυνταγματικότητα | [ἀντισυνταγματικότητα] α-ντι-συ-νταγ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ιδιότητα του αντισυνταγματικού: η ~ των αποφάσεων/του καθεστώτος. Ένσταση ~ας. Προσβαλλόμενος για ~ νόμος. Πβ. α-, παρα-νομία. ΑΝΤ. συνταγματικότητα [< γαλλ. inconstitutionnalité] | |
| 4821 | αντισυστημικός | , ή, ό [ἀντισυστημικός] α-ντι-συ-στη-μι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. (συνήθ. στο λεξιλόγ. της Αριστεράς) που εναντιώνεται στο σύστημα: ~ός: αγώνας/λόγος. ~ή: δράση/στάση/ψήφος. ~ό: κίνημα. ~ές: δυνάμεις. [< αγγλ. anti-systemic] | |
| 4822 | αντισφαίριση | [ἀντισφαίριση] α-ντι-σφαί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. τένις: Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία ~ης (ακρ. ΕΦΟΑ). Βλ. καλαθο-, πετο-, χειρο-σφαίριση. ● ΣΥΜΠΛ.: επιτραπέζια αντισφαίριση & επιτραπέζιο τένις: πινγκ πόνγκ. | |
| 4823 | αντισφαιριστής, αντισφαιρίστρια | [ἀντισφαιριστής] α-ντι-σφαι-ρι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. τενίστας, τενίστρια. [< αγγλ. tennis player] | |
| 4824 | αντισώματα | [ἀντισώματα] α-ντι-σώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αντίσωμα} 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. πρωτεΐνες που παράγονται από τα πλασματοκύτταρα ως αντίδραση στην είσοδο ενός αντιγόνου στον οργανισμό: ανθρώπινα/αντιθυρεοειδικά/αντιπυρηνικά/εξουδετερωτικά/μονοκλωνικά/πολυκλωνικά/προστατευτικά ~. Αυξημένα επίπεδα ~άτων κατά του ιού ... Ανίχνευση/παραγωγή ~άτων. Τεστ ~άτων (Covid-19/HIV). Χορήγηση έτοιμων ~άτων από άνθρωπο ή ζώο. Ο εμβολιασμός βοηθά το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού να αναπτύξει ~. Βλ. αντιτοξίνη, αυτο~, ιντερφερόνη. 2. (μτφ.) αμυντικοί μηχανισμοί απέναντι σε αρνητική κατάσταση ή απειλή: κοινωνικά ~. [< πβ. μτγν. ἀντίσωμα 'το άλλο σώμα', γαλλ. anticorps, γερμ. Antikörper, αγγλ. antibody] | |
| 4825 | αντισωματίδιο | [ἀντισωματίδιο] α-ντι-σω-μα-τί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & αντισωμάτιο: ΦΥΣ. σωματίδιο της αντιύλης που έχει τις ίδιες φυσικές ιδιότητες (ίδια μάζα, διάρκεια ζωής και περιστροφή) με το αντίστοιχο σωματίδιο της ύλης, αλλά αντίθετο φορτίο: ~ ηλεκτρονίου (= ποζιτρόνιο)/κουάρκ (= αντικουάρκ)/πρωτονίου (= αντιπρωτόνιο)/νετρονίου (= αντινετρόνιο). [< αγγλ. antiparticle, 1934, γαλλ. antiparticule, 1956] | |
| 4826 | αντίταξη | [ἀντίταξη] α-ντί-τα-ξη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αντίδραση, διαφωνία, εναντίωση: ~ στη βία.|| (ΝΟΜ.) ~ στη διαθήκη. Δικαίωμα ~ης στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. [< μτγν. ἀντίταξις] | |
| 4827 | αντιτάσσω | [ἀντιτάσσω] α-ντι-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {αντέτα-ξα, αντιτά-ξει, αντιτά-χθηκα, αντιτα-χθεί, αντιτασσ-όμενος, -οντας} (λόγ.) ΣΥΝ. αντιπαρατάσσω 1. προβάλλω θέση, άποψη για να αντιμετωπίσω, να αντικρούσω κάτι: ~ τις δικές μου προτάσεις/μια άλλη στρατηγική/ένα σχέδιο. Στις κατηγορίες ~ξε το επιχείρημα ότι ... (πβ. επικαλούμαι). Θα μπορούσε κάποιος να ~ξει ότι/πως ... ΣΥΝ. αντιπαραθέτω (2), αντιπροτείνω, αντιτείνω 2. οδηγώ στρατό σε μάχη, ώστε να εξουδετερώσω τον αντίπαλο: Θα ~ξουμε τις δυνάμεις μας απέναντι στον εχθρό.|| Υποτάχθηκαν χωρίς να ~ξουν σθεναρή αντίσταση. ● Παθ.: αντιτάσσομαι: εναντιώνομαι: ~χθηκε στις επεκτατικές βλέψεις των ... Η αντιπολίτευση θα ~χθεί στο νομοσχέδιο. ΣΥΝ. αντιστέκομαι, αντιστρατεύομαι, αντιτίθεμαι [< αρχ. ἀντιτάσσω] | |
| 4828 | αντιτείνω | [ἀντιτείνω] α-ντι-τεί-νω ρ. (μτβ.) {αντέτεινα, αντιτείνει, αντιτείν-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): εκφέρω αντίθετη άποψη, προβάλλω αντίλογο, φέρνω αντίρρηση: Δεν έχω τίποτα να ~ σε αυτό το επιχείρημα. Στην πρότασή μας αντέτεινε ότι ... Πβ. αντιλέγω. ΣΥΝ. αντιπαραθέτω (2), αντιπροτείνω, αντιτάσσω (1) [< αρχ. ἀντιτείνω] | |
| 4829 | αντιτετανικός | , ή, ό [ἀντιτετανικός] α-ντι-τε-τα-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει ή δρα ενάντια στον τέτανο: ~ός: ορός. ~ό: εμβόλιο. [< γαλλ. antitétanique, αγγλ. antitetanic] | |
| 4830 | αντιτηλεοπτικός | , ή, ό [ἀντιτηλεοπτικός] α-ντι-τη-λε-ο-πτι-κός επίθ.: που δεν ταιριάζει, δεν ανταποκρίνεται ή αντιτίθεται στα τηλεοπτικά πρότυπα: ~ή: εικόνα/συμπεριφορά. ~ό: πρόσωπο (: κυρ. χωρίς φωτογένεια). | |
| 4831 | αντιτίθεμαι | [ἀντιτίθεμαι] α-ντι-τί-θε-μαι ρ. (αμτβ.) {αντιτίθ-εσαι, -εται, -έμεθα, -εστε, -ενται, μτχ. -έμενος | αντιτέ-θηκε, αντιτε-θεί} (λόγ.): εκδηλώνω αντίθετη στάση ή άποψη απέναντι σε κάποιον ή κάτι: ~ δημόσια/κατηγορηματικά/σθεναρά σε όλες τις μορφές καταπίεσης/στον πόλεμο. ~έμεθα προς την παρουσία στρατιωτικής δύναμης στην περιοχή. ~θηκε στην απόφαση/στο σχέδιο για ... Πβ. αντιδρώ, εναντιώνομαι.|| Μέτρο που ~εται στο άρθρο ... του Συντάγματος/στη νομοθεσία/στα συμφέροντα των εργαζομένων (= αντίκειται, έρχεται σε αντίθεση με). ΣΥΝ. αντιμάχομαι, αντιστρατεύομαι, αντιτάσσομαι ● βλ. αντιθέτω [< αρχ. ἀντιτίθεμαι, γαλλ. s΄opposer] | |
| 4832 | αντιτιθέμενος | , η, ο [ἀντιτιθέμενος] α-ντι-τι-θέ-με-νος επίθ. (λόγ.): που αντιτίθεται: ~ες: απόψεις/δυνάμεις/τάσεις. ~α: συμφέροντα. Πβ. αντιμέτωπος, αντί-θετος, -παλος. [< αρχ. ἀντιτιθέμενος, γαλλ. opposant] | |
| 4833 | αντίτιμο | [ἀντίτιμο] α-ντί-τι-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίμου} 1. χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην αξία αγαθού ή την παροχή υπηρεσίας: ακριβές/μηνιαίο/οικονομικό/χρηματικό ~. ~ διοδίων/εγγραφής/εισόδου/συμμετοχής. Eπιστροφή/καταβολή του ~ίμου. Πληρώνω το ~. Με μικρό ~. Έναντι ~ίμου ... ευρώ. Πβ. τιμή. 2. (μτφ.) τίμημα, συνέπεια μιας πράξης: πολιτικό ~. Πλήρωσε βαρύ ~ για τα λάθη του. Πβ. κόστος. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του μτγν. επιθ. ἀντίτιμος, γερμ. Gegenwert] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ