Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57580-57600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57105χοντράδιχο-ντρά-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): μικρός σκληρός σχηματισμός μέσα ή πάνω σε κάτι. Βλ. -άδι.
57106χοντραίνωχο-ντραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χόντρυν-α, χοντρύνει} (προφ.): γίνομαι ή κάνω κάποιον να φαίνεται πιο χοντρός: Έχει χοντρύνει τελευταία.|| Φαγητά που ~ουν. Αυτά τα ρούχα σε ~ουν. ΣΥΝ. παχαίνω.|| (μτφ.) ~ε η φωνή του (: έγινε πιο βαριά, ανδρική). ΑΝΤ. αδυνατίζω (1), λεπταίνω (1) ● χοντραίνει (μτφ.): εντείνεται, οξύνεται: ~ η αντιπαράθεση/κόντρα. Δεν νομίζεις πως ~ε το αστείο; Βλ. παρα~.|| (σπάν.) ~ουν (= εντείνουν) τις προκλήσεις. ● ΦΡ.: το χοντραίνω (το παιχνίδι)/το παιχνίδι χοντραίνει (προφ.): εξωθώ μια κατάσταση σε οριακό σημείο· κάτι οδηγείται στα άκρα: Μην το ~εις άλλο ~! Το ~ες πολύ! Πβ. το παρακάνω, τραβάω/τεντώνω το σκοινί.|| Το παιχνίδι άρχισε να ~ει (: σοβαρεύει) ανησυχητικά/επικίνδυνα.
57107χοντραλεσμένος, η, ο βλ. χοντροαλεσμένος
57108χοντράνθρωποςχο-ντράν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) (προφ.): (για άνδρα, συνήθ. εύσωμο) αγροίκος, απαίδευτος, άξεστος. Βλ. -άνθρωπος.
57109χοντρέλαχο-ντρέ-λα ουσ. (θηλ.) & χοντρέλω (προφ.): χοντρή γυναίκα. Πβ. βαρέλα, γουρούνα, ντουλάπα.
57110χοντρέμποραςβλ. χονδρέμπορος
57111χοντρεμπόριοβλ. χονδρεμπόριο
57112χοντρικός, ή, ό βλ. χονδρικός
57113χοντρο- & χοντρό- & χοντρ- & (λόγ.) χονδρο- & χονδρό- & χονδρ-α' συνθετικό με τη σημασία του 1. παχύ, μεγάλου: χοντρό-φλουδος.|| Χονδρό-κοκκος.|| Xοντρο-κεφάλα. 2. (μτφ.) άτεχνου, κακοφτιαγμένου: χοντρο-δουλειά (ΑΝΤ. λεπτο-, ψιλο-).|| Χονδρο-ειδής. 3. (μτφ.) αδιάκριτου, αγενή, αναίσθητου: χοντρ-άνθρωπος (βλ. αγρι-).|| Χοντρό-πετσος (πβ. σκληρό-). 4. χονδρικού: χονδρ-εμπόριο.
57114χοντροαλεσμένος, η, ο χο-ντρο-α-λε-σμέ-νος επίθ. & (σπάν.) χοντραλεσμένος, χονδραλεσμένος: που, μετά την άλεσή του, αποτελείται από χοντρούς κόκκους: ~ο: αλεύρι/πιπέρι/σιτάρι (= πλιγούρι, χόντρος). ~α: καρύδια. Πβ. χονδρόκοκκος, χοντρο-κομμένος, -κοπανισμένος. ΑΝΤ. ψιλοαλεσμένος
57115χοντροδουλειάχο-ντρο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κοπιαστική χειρωνακτική εργασία, βαριά δουλειά: Τον έχουν για τις ~ές. Πβ. χαμαλοδουλειά. 2. (σπάν.) κακότεχνη κατασκευή. ΑΝΤ. λεπτοδουλειά, ψιλοδουλειά (1)
57116χοντροδουλεμένος, η, ο χο-ντρο-δου-λε-μέ-νος επίθ. (σπάν.-προφ.): χοντροκαμωμένος.
57117χοντροειδής, ής, ές βλ. χονδροειδής
57118χοντροκαμωμένος, η, ο χο-ντρο-κα-μω-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. κακοφτιαγμένος, κακότεχνος: ~α: παπούτσια (= χοντροπάπουτσα). Πβ. χονδροειδής. ΣΥΝ. χοντροδουλεμένος 2. χοντρός και κατ' επέκτ. άκομψος: ~η: γυναίκα. ~ο: σώμα. ΣΥΝ. χοντροκομμένος (3) ΑΝΤ. λεπτοκαμωμένος
57119χοντροκεφάλαχο-ντρο-κε-φά-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): κεφάλι κουτού ανθρώπου· κυρ. κατ' επέκτ. μειωμένη αντίληψη και ισχυρογνωμοσύνη: Έσπασε τη ~ του.|| Δεν μπορεί η ~ σου να καταλάβει ότι ... Πβ. ξερό.
57120χοντροκεφαλιάχο-ντρο-κε-φα-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): ανόητη πράξη ή σκέψη που συνήθ. δηλώνει ισχυρογνωμοσύνη.
57121χοντροκέφαλος, η, ο χο-ντρο-κέ-φα-λος επίθ. (προφ.) 1. ξεροκέφαλος. 2. μπουμπούνας, μπουμπουνοκέφαλος. 3. που έχει χοντρό κεφάλι. Βλ. -κέφαλος.
57122χοντρόκοκκος, η, ο βλ. χονδρόκοκκος
57123χοντροκομμένος, η, ο χο-ντρο-κομ-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. κομμένος σε χοντρά κομμάτια: ~ο: πιπέρι/σιμιγδάλι (βλ. κουσκούς2)/σιτάρι. ~α: καρύδια. Πβ. χοντρο-αλεσμένος, -κοπανισμένος.|| (σε χοντρές φέτες:) ~ες: πατάτες. ~α: κρεμμύδια. ΑΝΤ. ψιλοκομμένος 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη λεπτότητας και διακριτικότητας· που δεν έχει γούστο, χάρη: ~ο: χιούμορ. ~α: αστεία (= κακόγουστα). ΣΥΝ. χονδροειδής.|| ~οι: τρόποι. ~ες: κινήσεις. Πβ. άγαρμπος, ατσούμπαλος. ΑΝΤ. λεπτεπίλεπτος (2) 3. (μτφ.) χοντροκαμωμένος.
57124χοντροκοπανισμένος, η, ο χο-ντρο-κο-πα-νι-σμέ-νος επίθ.: κοπανισμένος σε χοντρά κομμάτια: ~ο: πιπέρι. ~α: καρύδια. Πβ. χοντροαλεσμένος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.