| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57131 | χόντρος | χό-ντρος ουσ. (αρσ.) (διαλεκτ.) & (σπάν.-λόγ.) χόνδρος: ΜΑΓΕΙΡ. πλιγούρι, τραχανάς. Βλ. ξινόχοντρος. [< αρχ. χόνδρος] | |
| 57132 | χοπ | επιφών. 1. για διατήρηση του ρυθμού, συνήθ. κατά το τράβηγμα σχοινιού ή κουπιών: έι ~! 2. εντολή για εκτέλεση άλματος: (από δάσκαλο γυμναστικής) ένα, δύο, τρία ~! Πβ. οπ. [< τουρκ. hop, γαλλ. ~] | |
| 57133 | χορ- | βλ. χορο-. | |
| 57134 | χοράρχης | χο-ράρ-χης ουσ. (αρσ.): επικεφαλής βυζαντινής συνήθ. χορωδίας. Πβ. πρωτοψάλτης. Βλ. -άρχης, μαέστρος. [< μεσν. χοράρχης] | |
| 57135 | χοραρχία | χο-ραρ-χί-α ουσ. (θηλ.): διεύθυνση βυζαντινής συνήθ. χορωδίας. Βλ. -αρχία. | |
| 57136 | χορδή | χορ-δή ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. τεντωμένο νήμα πάνω στο ηχείο μουσικού οργάνου, το οποίο παράγει ήχο, όταν πάλλεται: πλαστικές/συρμάτινες ~ές. Μπάσες ~ές. Νύξη/ταλάντωση της ~ής. Οι ~ές της κιθάρας/του βιολιού (βλ. έγχορδα). Έσπασε/κόπηκε η ~. Παίζω/πατώ/χτυπώ τη ~. Βλ. πένα, τέλι, -χορδος. 2. ελαστικό νήμα που συνδέει τις άκρες του τόξου και τεντώνεται, για να εξακοντιστεί το βέλος. 3. ΓΕΩΜ. ευθύγραμμο τμήμα με άκρα δύο σημεία μιας καμπύλης: η ~ κύκλου. 4. (κατ’ επέκτ.-επιστ.) μακρόστενος ή καμπυλωτός σχηματισμός: η ~ (ΑΕΡΟΝ.) της αεροτομής/(ΑΡΧΙΤ.) της αψίδας/(ΑΝΑΤ.) του τυμπάνου (: στο αυτί). ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία των χορδών: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. χωρητικό μοντέλο βάσει του οποίου τα υποατομικά σωματίδια δεν είναι σημειακά, αλλά μονοδιάστατες χορδές. Βλ. θεωρία των υπερχορδών, κβαντική χρωμοδυναμική. [< αγγλ. string theory, 1973] , νωτιαία χορδή: ΖΩΟΛ. νωτοχορδή. [< γαλλ. corde dorsale] , συμπαθητικές χορδές: ΜΟΥΣ. οι οποίες ηχούν χωρίς να κρούονται, λόγω της κρούσης των κύριων χορδών: κρητική λύρα με ~ ~., φωνητικές χορδές: ΑΝΑΤ. δύο ζεύγη μεμβρανωδών πτυχών του βλεννογόνου του λάρυγγα, το κατώτερο από τα οποία, παλλόμενο, παράγει φωνή: γνήσιες/νόθες ~ ~. Κλείσιμο των ~ών ~ών. Επέμβαση/πολύποδας στις ~ ~., ανοιχτή χορδή βλ. ανοιχτός ● ΦΡ.: εν χορδαίς και οργάνοις: με θορυβώδεις εκδηλώσεις ενθουσιασμού, με πανηγυρικό τρόπο: Ανακοίνωσαν την απόφαση ~ ~., αγγίζω τις ευαίσθητες χορδές (κάποιου) βλ. αγγίζω [< 1,2: αρχ. χορδή 3,4: γαλλ. corde] | |
| 57137 | χορδίζω | χορ-δί-ζω ρ. (μτβ.) (λόγ.): ΜΟΥΣ. κουρδίζω. | |
| 57138 | χόρδισμα | χόρ-δι-σμα ουσ. (ουδ.) {χορδίσμ-ατος | -ατα} (λόγ.): ΜΟΥΣ. κούρδισμα: ~ατα και επισκευές μουσικών οργάνων. (ειδικότ., για το πιάνο) Υπηρεσίες ~ατος. Εξοπλισμός για ~. | |
| 57139 | χορδιστής | χορ-δι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το κούρδισμα εγχόρδων, κυρ. πιάνων: ~ μουσικών/ξύλινων/χάλκινων οργάνων. ΣΥΝ. κουρδιστής [< γαλλ. accordeur] | |
| 57141 | χορδόφωνα | χορ-δό-φω-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χορδόφωνο}: ΜΟΥΣ. έγχορδα. | |
| 57142 | χορδωτά | χορ-δω-τά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. χορδωτό}: ΖΩΟΛ. το πιο εξελιγμένο φύλο του ζωικού βασιλείου, με βασικό του χαρακτηριστικό την εμφάνιση νωτοχορδής σε κάποιο στάδιο της εξέλιξης των ειδών που περιλαμβάνονται στις υποσυνομοταξίες του. Βλ. μεταμέρεια, σπονδυλωτά, χιτωνόζωα. [< αγγλ. Chordata, γαλλ. cordés, 1946] | |
| 57143 | χορεία1 | χο-ρεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ομάδα καλών πνευμάτων, ιερών μορφών ή προσώπων ανώτερων πνευματικά ή/και ηθικά: (EKKΛΗΣ.) ουράνια ~. Η ~ των αγγέλων. H σεπτή ~ των Αγίων/Ιεραρχών/μαρτύρων/Πατέρων της Εκκλησίας. ΣΥΝ. χορός.|| Κατέχει ξεχωριστή θέση/συγκαταλέγεται στη ~ των ευεργετών/λογίων/μεγάλων ανδρών του τόπου. [< μτγν. χορεία ‘όρχηση, χορός (αγγέλων)’] | |
| 57144 | χορεία2 | χο-ρεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) νόσος του Χάντι(ν)γκτον: ΙΑΤΡ. εκφυλιστική πάθηση του κεντρικού νευρικού συστήματος που εκδηλώνεται αρχικά με ακούσιες απότομες κινήσεις των μυών των άκρων και του προσώπου και διαταραχές της συμπεριφοράς. Βλ. αθέτωση, επιληψία, σπασμός. [< γαλλ. chorée < αρχ. χορεία, αγγλ. chorea, Huntington's disease, 1892 < αμερικ. ανθρ. G. Huntington] | |
| 57145 | χορειακός | , ή, ό χο-ρει-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη χορεία: ~ές: κινήσεις. [< γαλλ. choréique] | |
| 57146 | χορευταράς, χορευταρού | χο-ρευ-τα-ράς ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επιτατ.): πρόσωπο που του αρέσει να χορεύει, που χορεύει πολύ ή/και καλά. Βλ. γλεντζές, -άς. | |
| 57147 | χορευτής, χορεύτρια | χο-ρευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που χορεύει· ειδικότ. που ασχολείται με τον χορό επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά: δεινός/διάσημος/επιδέξιος/σπουδαίος/ταλαντούχος/φημισμένος ~. ~ του τάνγκο. ~τρια κλασικού μπαλέτου (= μπαλαρίνα)/του φλαμένγκο. Οι ~ές του θεάτρου. Ζευγάρι ~ών. Οι στολές/φιγούρες των ~ών. Οντισιόν για ~ές. Βλ. συγ~.|| Οι ~ές (= ο χορός) του αρχαίου δράματος. Πβ. ορχηστής. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτος χορευτής , πρώτη χορεύτρια 1. που έχει τον βασικό, πρωταγωνιστικό ρόλο σε χορευτική παράσταση, συνήθ. κλασικού χορού. Πβ. σολίστ. Βλ. κορ ντε μπαλέ. 2. που σέρνει τον χορό. Πβ. κορυφαίος. ● ΦΡ.: τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες! (προφ.): λέγεται χιουμοριστικά από γυναίκα ή άνδρα, για την υποτιθέμενη ταλαιπωρία που υφίσταται. [< αρχ. χορευτής, γαλλ. choreute] | |
| 57148 | χορευτικός | , ή, ό χο-ρευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον χορό: ~ός: διαγωνισμός/θίασος. ~ή: βραδιά/γυμναστική/διάθεση/έκφραση/παιδεία/παράδοση/ποπ/σύνθεση. ~ό: δράμα (= χορόδραμα)/εργαστήρι/θέατρο (= χοροθέατρο)/πρόγραμμα/σόου/συγκρότημα/φεστιβάλ. ~ές: εκδηλώσεις/ικανότητες/παραστάσεις/σπουδές/φιγούρες. ~ά: βήματα/δρώμενα/νούμερα. Η ~ή σκηνή/τέχνη. Πβ. ορχηστικός.|| ~ή: μουσική. ~ό: τραγούδι. Θέλω ν' ακούσω κάτι ~ό και ξεσηκωτικό. Σε ~ούς ρυθμούς. Βλ. μουσικο~. ● χορευτικά (τα): ενν. τραγούδια: συλλογή με ~. Βλ. χιτ., χορευτικό (το): σύνολο συγκεκριμένων χορευτικών κινήσεων που εκτελούνται από ομάδα χορευτών: δημοτικό/φολκλορικό ~. ~ γάμου.|| Δύσκολο/εντυπωσιακό/μοντέρνο ~ (= χορογραφία). Ο χορογράφος του ~ού.|| Τμήματα ~ού (: χορού). ● επίρρ.: χορευτικά ● ΣΥΜΠΛ.: χορευτικό σχήμα 1. & (προφ.) χορευτικό: χορευτική ομάδα: παραδοσιακό/τοπικό ~ ~. Το ~ ~ του συλλόγου/σχολείου.|| Θεατρικό/μουσικό και ~ ~. 2. (σπανιότ.) το συγκεκριμένο σχήμα ενός χορού: αντικριστό/ομαδικό ~ ~. ~ ~ ανοιχτού κύκλου. Το ~ ~ του συρτού. [< μτγν. χορευτικός] | |
| 57149 | χορεύω | χο-ρεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χόρ-εψα, -έψει, χορεύ-οντας} 1. εκτελώ μόνος ή μαζί με ένα ή περισσότερα πρόσωπα συγκεκριμένες ρυθμικές κινήσεις ή βήματα, ακολουθώντας τον ρυθμό μουσικής ή τραγουδιού: ~ σε γάμους/γιορτές/κλαμπ. ~ πάνω στο τραπέζι/προκλητικά/στην πίστα. ~ με κάποιον. ~ και τραγουδώ. Δεν ξέρω/μου αρέσει να ~. ~ουν γύρω από τη φωτιά/κυκλικά/ντουέτο. Το ζευγάρι ~εψε μέχρι το πρωί. Της ζήτησε να ~έψουν. ~ετε, παρακαλώ;|| ~ λάτιν/τσιφτετέλι. ~ουν βαλς/καλαματιανό/μπλουζ/τανγκό. Χορός που ~εται αντικριστά/από άνδρες/από γυναίκες/αργά.|| ~εψε τη νύφη (= ~εψε μαζί της). 2. κουνώ ρυθμικά: ~εψε το μωρό στα γόνατά/πόδια του (= το ταχτάρισε). 3. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) εκτελώ κινήσεις κυκλικές ή απότομες, χωρίς ρυθμό ή σταθερότητα: (λογοτ.) Οι νιφάδες/τα κύματα ~ουν.|| Τα πάντα άρχισαν να ~ουν (= γυρίζουν) μπροστά του (βλ. ζαλίζομαι).|| Η γη ~ει (: σείεται λόγω δυνατού σεισμού). ● ΣΥΜΠΛ.: ο χορός του Ησαΐα/το Ησαΐα χόρευε βλ. Ησαΐας ● ΦΡ.: μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα: όσο δεν φέρεις την ευθύνη άλλων ατόμων, μπορείς να κάνεις ό,τι θες., χόρευε στη βροχή/στη λάσπη (μτφ.): (για ποδοσφαιριστή ή αθλητή) είχε εξαιρετική επίδοση παρά τον βρεγμένο ή λασπωμένο αγωνιστικό χώρο., χορεύει (πάνω) στις πλάτες: εξυπηρετεί τα συμφέροντά του σε βάρος κάποιου: ~ουν ~ του κοσμάκη/των ανέργων., αφού μπήκαμε στον χορό, θα χορέψουμε/όποιος μπαίνει στον χορό, χορεύει! βλ. χορός, νηστικό αρκούδι δεν χορεύει βλ. αρκούδι, όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια βλ. γάτα, τρεις λαλούν και δυο χορεύουν βλ. λαλεί, χορεύω (κάποιον) στο ταψί/κάνω (κάποιον) να χορέψει στο ταψί βλ. ταψί [< 1: αρχ. χορεύω] | |
| 57150 | χορήγημα | χο-ρή-γη-μα ουσ. (ουδ.) {χορηγήμ-ατος | -ατα}: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό που παρέχεται ως μορφή πρόνοιας ή οικονομικής βοήθειας: έκτακτο/εφάπαξ/κατ' αποκοπή/πάγιο/πρόσθετο ~. ~ διατροφής/περίθαλψης. ~ προς χήρες. ~ ύψους ... ευρώ. Καταβολή ~ατος. ~ατα σε φιλόπτωχα ταμεία. Τυγχάνω ~ατος. Λαμβάνω/παίρνω (μηνιαίο) ~. Πβ. βοήθημα, επίδομα, χορηγία. [< μτγν. χορήγημα] | |
| 57151 | χορήγηση | χο-ρή-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χορηγώ: ~ άδειας (άσκησης επαγγέλματος/παραμονής)/βίζας/διαβατηρίου/πιστοποιητικού.|| Αίτηση/δικαιολογητικά/κριτήρια/προκήρυξη για ~ υποτροφίας. Καθυστέρηση στη ~ αρωγής/δανείου/επιδόματος/πίστωσης/σύνταξης.|| ~ φαρμάκων (βλ. συγ~).|| ~ κινήτρων/παράτασης. ~ ασύλου/χάριτος (: απονομή). Πβ. παροχή.|| Τραπεζικές ~ήσεις. Πβ. χρηματοδότηση. Βλ. επι~. [< μτγν. χορήγησις 'δαπάνη, προμήθεια'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ